Σε μια νέα, μετωπική δημόσια παρέμβαση κατά της διοίκησης της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και των κυβερνητικών ενεργειακών επιλογών προχώρησε ο βουλευτής Χανίων του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Παύλος Πολάκης.
Μέσα από παρέμβασή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την οποία απευθύνει προσωπικά προς τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της επιχείρησης, Γεώργιο Στάσση —με ρητή κοινοποίηση προς την «Μητσοτάκης Α.Ε.»—, ο πρώην υπουργός εξαπολύει βαρύτατες καταγγελίες σχετικά με τα κονδύλια προβολής, τις μισθολογικές αναπροσαρμογές των υψηλόβαθμων στελεχών και τη διανομή μετοχικών ανταμοιβών (μπόνους).
Παράλληλα, ο κ. Πολάκης καταθέτει μια ριζικά διαφορετική ενεργειακή πρόταση, ζητώντας την άμεση επαναφορά της ΔΕΗ σε καθεστώς δημόσιου ελέγχου, την αναστολή των νέων ιδιωτικών έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), τη διάθεση του ηλεκτρικού χώρου αποκλειστικά σε ενεργειακές κοινότητες και αυτοδιοίκηση, καθώς και τη διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων σε λειτουργία και εφεδρεία.
Οι καταγγελίες για κονδύλι προβολής 170 εκατ. ευρώ και η σύγκριση με το παρελθόν
Στο επίκεντρο της κριτικής του βουλευτή τίθενται οι δαπάνες διαφήμισης και χορηγιών της ΔΕΗ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Παύλος Πολάκης, η επιχείρηση διέθεσε το 2025 αθροιστικά το ποσό των 170 εκατομμυρίων ευρώ για σκοπούς προβολής, μέγεθος το οποίο συγκρίνει με τις αντίστοιχες δαπάνες προηγούμενων ετών.
Όπως επισημαίνει, κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ η ετήσια σχετική δαπάνη ανερχόταν στα 6 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το 2020, υπό την παρούσα διοίκηση, διαμορφωνόταν στα 21 εκατομμύρια ευρώ. Συνδέοντας ευθέως τα ποσά αυτά με τον τρόπο προβολής του κυβερνητικού έργου και της ενεργειακής πολιτικής, ο κ. Πολάκης υποστηρίζει:
«Έτσι εξαγοράζει ο Μητσοτάκης το λιβάνισμα από τα ΜΜΕ, έτσι προωθεί την καταστροφή της υποδομής του λιγνίτη χωρίς να αναδεικνύεται, έτσι ταΐζει τρωκτικά και παρατρεχάμενους, έτσι σέρνει το χορό της κερδοσκοπίας στην τιμή του ρεύματος η ΔΕΗ χωρίς να ακούγεται τίποτα!!»
Μισθολογική κλιμάκωση, μετοχικά μπόνους και οι τιμές στη χονδρεμπορική
Πέραν των διαφημιστικών εξόδων, ο βουλευτής Χανίων καταγγέλλει σημαντικές αυξήσεις στις απολαβές της διοικητικής πυραμίδας της εταιρείας. Βάσει των στοιχείων που επικαλείται, οι αμοιβές του διευθύνοντος συμβούλου και των ανώτατων διευθυντικών στελεχών κατέγραψαν αύξηση άνω των 10 εκατομμυρίων ευρώ το 2025, εκτινάσσοντας το συνολικό κονδύλι από τα 19,8 εκατομμύρια ευρώ το 2024 στα 28,9 εκατομμύρια ευρώ το 2025, έναντι δαπάνης 1,5 εκατομμυρίου ευρώ την περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ.
Επιπλέον, ο κ. Πολάκης εστιάζει στην καταβολή επιπρόσθετων ανταμοιβών υπό τη μορφή μετοχών, κάνοντας λόγο για μπόνους ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ σε μετοχές το 2025 και 52,8 εκατομμυρίων ευρώ το 2026. Τις απολαβές αυτές τις αντιπαραβάλλει με το καθημερινό κόστος ηλεκτροδότησης που επωμίζονται οι καταναλωτές, επικαλούμενος τις διακυμάνσεις της τιμής της μεγαβατώρας κατά τη διάρκεια της ημέρας:
«Μπόνους για να μας πίνουν το αίμα με τιμή μεγαβατώρας το πρωί 220 ευρώ, το μεσημέρι 108 ευρώ και το βράδυ 271 ευρώ!!»
Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώνει ευθέως την απαίτηση για απομάκρυνση των συγκεκριμένων στελεχών της διοίκησης.
Το πρόγραμμα για «Δημόσια ΔΕΗ», πάγωμα των ΑΠΕ και επαναφορά του λιγνίτη
Απέναντι στο υφιστάμενο μοντέλο της αγοράς ηλεκτρισμού, ο Παύλος Πολάκης προτάσσει ως μοναδική διέξοδο για την ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων τη ριζική αλλαγή του ιδιοκτησιακού και παραγωγικού χαρακτήρα της επιχείρησης, διακηρύσσοντας: «Δημόσια ΔΕΗ τώρα! Δεν υπάρχει καμία άλλη λύση για φθηνό ρεύμα στην οικιακή κατανάλωση, στην αγροτική παραγωγή και στη βιομηχανία!!».
Στο πλαίσιο αυτό, οριοθετεί έναν σαφή οδικό χάρτη παρεμβάσεων:
Πλήρη αναστολή νέων έργων ΑΠΕ: Διακοπή όλων των σχεδίων που διαθέτουν άδειες και διακοπή νέων επενδύσεων στον τομέα.
Αποκλειστικότητα στον ηλεκτρικό χώρο: Παραχώρηση της διαθέσιμης χωρητικότητας των δικτύων μεταφοράς και διανομής αποκλειστικά σε συνεταιρισμούς και φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Διατήρηση της λιγνιτικής παραγωγής: Πλήρης παραμονή της σύγχρονης Μονάδας 5 στην Πτολεμαΐδα σε λειτουργία και ένταξη των υπόλοιπων λιγνιτικών μονάδων σε καθεστώς στρατηγικής εφεδρείας, συνοδευόμενη από έργα μείωσης των εκπομπών ρύπων.



