Σε μια ιδιαίτερα δυσοίωνη εκτίμηση για την πορεία της σύγκρουσης στην Ουκρανία και το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ της Ρωσίας και χωρών της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας προχώρησε ο πρώην αναλυτής της CIA και πρώην στέλεχος του Γραφείου Αντιτρομοκρατίας του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Λάρι Τζόνσον (Larry Johnson).
Μιλώντας στην εκπομπή «Diplomatic Front» με τον διδάκτορα Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης, Νίκο Παπαδάτο, ο κ. Τζόνσον υποστήριξε ότι η Μόσχα έχει περάσει τους τελευταίους δύο μήνες σε καθεστώς πλήρους πολεμικής κινητοποίησης («war footing»), διευρύνοντας τις επιθετικές της επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα και επιβάλλοντας de facto ναυτικό αποκλεισμό στις ουκρανικές εξαγωγές.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκε η προειδοποίηση ότι η αυξανόμενη εμπλοκή δυτικών δυνάμεων καθιστά «θέμα χρόνου» ένα ρωσικό πλήγμα σε στρατιωτικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, την ώρα που οι διπλωματικοί δίαυλοι μεταξύ της Μόσχας και της ευρωπαϊκής ηγεσίας παραμένουν πλήρως ανενεργοί.
Το διπλωματικό αδιέξοδο: Οι διαπιστώσεις Λαβρόφ και η «βάση των δεδομένων επί του πεδίου» του Πούτιν
Η συζήτηση εκκίνησε από την ανάλυση της πλήρους αποξένωσης στις σχέσεις της Ρωσίας με τη Δύση. Όπως υπενθύμισε ο κ. Παπαδάτος, μετά την ολομέλεια του δεύτερου σταδίου του 23ου συνεδρίου του κυβερνώντος κόμματος «Ενιαία Ρωσία», ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ διαμήνυσε ότι στη σημερινή Ευρώπη δεν υπάρχει πλέον κανένας συνομιλητής με τον οποίο η Μόσχα θα μπορούσε να διαπραγματευτεί σοβαρά.
Την ίδια αδιάλλακτη γραμμή ακολουθεί και ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν. Αναφερόμενος στη λήξη, στις 5 Αυγούστου, της προθεσμίας των 40 ημερών που είχε θέσει η Δύση, ο Ρώσος πρόεδρος διερωτήθηκε δημόσια τι επιτεύχθηκε. Παράλληλα, σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Πάβελ Ζαρούμπιν του δικτύου Vesti, ο κ. Πούτιν υποστήριξε ότι οι αρχές του Κιέβου άνοιξαν οι ίδιες το «κουτί της Πανδώρας» εξαπολύοντας επιθέσεις εναντίον μη στρατιωτικών στόχων και ολόκληρων τομέων της ρωσικής οικονομίας, χαρακτηρίζοντας τις προτάσεις που διαβιβάστηκαν στη Μόσχα εξωπραγματικές και απαράδεκτες. Αν και επανέλαβε ότι η Ρωσία παραμένει έτοιμη για ειρηνευτικό διακανονισμό, κατέστησε σαφές ότι οποιαδήποτε συμφωνία οφείλει να βασίζεται αποκλειστικά στις πραγματικότητες που έχουν διαμορφωθεί επί του πεδίου.
Από την «ειδική επιχείρηση» στην καθολική πολεμική διάταξη: Τα μέτωπα και οι προβλέψεις
Αποτιμώντας τις εξελίξεις, ο Λάρι Τζόνσον εκτίμησε ότι η ρωσική ηγεσία αντιμετώπιζε εξαρχής τη σύγκρουση ως έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων (proxy war) με το NATO, στον οποίο η Ουκρανία χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο της Δύσης. Ωστόσο, διέκρινε μια ποιοτική μεταβολή στη ρωσική επιχειρησιακή στρατηγική.
Όπως εξήγησε ο πρώην αναλυτής της CIA:
«Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι περνούν από την “ειδική στρατιωτική επιχείρηση” —η οποία υπονοούσε περιορισμένες στρατιωτικές επιλογές— σε απεριόριστες στρατιωτικές επιλογές, δηλαδή σε μια καθαρά πολεμική βάση. Και θα υποστήριζα ότι η Ρωσία βρίσκεται πλέον σε πολεμική βάση απέναντι στην Ουκρανία τους τελευταίους δύο μήνες».
Αναλύοντας τη στρατιωτική γεωγραφία, σημείωσε ότι ενώ το 2023 και το 2024 οι ρωσικές επιθέσεις περιορίζονταν σε έναν μόνο άξονα κάθε φορά (όπως στο Μπαχμούτ το 2023, στην Αβντιίβκα στα τέλη του 2023 και αρχές του 2024, και αργότερα στο Ποκρόβσκ), πλέον καταγράφονται ταυτόχρονες επιθετικές επιχειρήσεις σε πολλαπλά μέτωπα:
Επιχειρήσεις στα βόρεια, στις περιοχές του Τσερνίχιβ, του Σούμι και του Χαρκόβου.
Επιχειρήσεις στο Ντονέτσκ, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη η κύκλωση των δύο τελευταίων οχυρωματικών θέσεων, του Σλαβιάνσκ και του Κραματόρσκ. Κατά την εκτίμηση του κ. Τζόνσον, οι θέσεις αυτές ενδέχεται να καταληφθούν εντός του έτους, ίσως και έως τα τέλη Οκτωβρίου, εξέλιξη που χαρακτήρισε ως «θανατηφόρο πλήγμα» στην ουκρανική στρατιωτική προσπάθεια.
Επιχειρήσεις στο Ντνίπρο, στη Χερσώνα και στη Ζαπορίζια, με τις ρωσικές δυνάμεις να πλησιάζουν την ίδια την πόλη της Ζαπορίζια, χωρίς η ουκρανική πλευρά να φαίνεται ικανή να αποκρούσει την πίεση.
Ο αποκλεισμός της Οδησσού, οι επιθέσεις σε υποδομές και η απόρριψη συνομιλιών
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις επιπτώσεις του ναυτικού αποκλεισμού στη Μαύρη Θάλασσα. Ο κ. Τζόνσον υπενθύμισε ότι η Μόσχα είχε συνάψει στο παρελθόν συμφωνία με τα Ηνωμένα Έθνη για τη διατήρηση των λιμένων ανοιχτών προς εξαγωγή σιτηρών, ωστόσο η συμφωνία αυτή έχει τερματιστεί οριστικά, ως συνέπεια των ουκρανικών και δυτικών πληγμάτων σε ρωσικούς πολιτικούς στόχους —μεταξύ των οποίων ανέφερε χτυπήματα σε παραλία και πρόσφατη επίθεση σε ορφανοτροφείο.
Σύμφωνα με τον κ. Τζόνσον, οι εξελίξεις αυτές έχουν σκληρύνει ανεπανόρθωτα τη στάση της Μόσχας:
«Αυτό σκληραίνει τη στάση της Ρωσίας, καθιστώντας λιγότερο πιθανό να δεχτεί ακόμη και διαπραγματεύσεις. Σε αυτό το σημείο, η μόνη διαπραγμάτευση είναι η μονομερής παράδοση της Ουκρανίας, μια άνευ όρων παράδοση. Διαφορετικά, αυτός ο πόλεμος θα συνεχιστεί μέχρι τέλους. Και για τον σκοπό αυτό, η Ρωσία έχει πλέον διακόψει τη δυνατότητα ανεφοδιασμού της Ουκρανίας μέσω των λιμανιών της Οδησσού και των ποτάμιων λιμένων της στον Δούναβη, καθώς και την εξαγωγή σιτηρών. Έχουν ουσιαστικά μετατρέψει την Ουκρανία σε ένα απομονωμένο νησί».
Η προειδοποίηση για πλήγματα στη Βρετανία και η πυρηνική εξίσωση του NATO
Στο τελευταίο σκέλος της συνομιλίας, ο Νίκος Παπαδάτος έθεσε το ζήτημα της επικίνδυνης κλιμάκωσης, επισημαίνοντας τις εντεινόμενες ρωσικές επιθέσεις εναντίον υποδομών επιμελητείας και εμπορικών συμφερόντων που συνδέονται με κράτη του NATO (όπως γερμανικά και αμερικανικά συμφέροντα). Με δεδομένη την άρνηση της Συμμαχίας να υποχωρήσει αλλά και την επικαιροποίηση του ρωσικού πυρηνικού δόγματος, ο κ. Παπαδάτος έθεσε το ερώτημα κατά πόσο τα όρια μεταξύ συμβατικού και πυρηνικού πολέμου καθίστανται δυσδιάκριτα.
Απαντώντας στις ανησυχίες για το πώς θα μπορούσε να συγκρατηθεί η κλίμακα της σύγκρουσης, ο Λάρι Τζόνσον εστίασε στον ρόλο του Λονδίνου, διατυπώνοντας μια ευθεία προειδοποίηση:
«Οι Βρετανοί ειδικότερα υπήρξαν ιδιαίτερα προκλητικοί, και νομίζω ότι είναι πραγματικά θέμα χρόνου προτού, σε κάποιο σημείο, η Ρωσία χτυπήσει στόχους εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, σε βιομηχανικά εργοστάσια που παράγουν στρατιωτικό υλικό».



