19.6 C
Chania
Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου, 2026

Αγόρευση – δυναμίτης της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη δίκη του Σήφη Βαλυράκη

Ημερομηνία:

Στην τελική της ευθεία εισέρχεται ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου η δίκη για τον θάνατο του πρώην υπουργού και ιστορικού στελέχους του αντιδικτατορικού αγώνα, Σήφη Βαλυράκη, σχεδόν έξι χρόνια μετά το τραγικό συμβάν στη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας τον Ιανουάριο του 2021 και περίπου έναν χρόνο από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

Με τον εισαγγελέα της έδρας να έχει ήδη προτείνει την ενοχή των δύο κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία με δόλο κατά συναυτουργία, η 60ή συνεδρίαση του δικαστηρίου σημαδεύτηκε από την αναλυτική αγόρευση της συνηγόρου υποστήριξης της κατηγορίας, Ζωής Κωνσταντοπούλου.

Συνδέοντας το νήμα της ποινικής υπόθεσης με την ευρύτερη θεσμική και ιστορική διαδρομή του θύματος, η κ. Κωνσταντοπούλου επανέφερε στο ακροατήριο αποσπάσματα από το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τη Siemens του 2011, της οποίας είχε προεδρεύσει ο Βαλυράκης, φωτίζοντας τη διαχρονική απαίτηση για λογοδοσία και αναδεικνύοντας τις δικονομικές πτυχές μιας υπόθεσης που πέρασε από την αρχική αρχειοθέτηση στην πλήρη δικαστική διερεύνηση.

Η εισαγγελική πρόταση για ανθρωποκτονία με δόλο και η πορεία προς την ετυμηγορία

Η ακροαματική διαδικασία, η οποία μετρά ήδη έναν χρόνο εντατικών συνεδριάσεων, πλησιάζει στην έκδοση της απόφασης μετά την ολοκλήρωση κρίσιμων σταδίων της αποδεικτικής φάσης. Στο επίκεντρο της κρίσης του δικαστηρίου βρίσκονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασε τη ζωή του ο πρώην υπουργός κατά τη διάρκεια θαλάσσιας δραστηριότητας στον Ευβοϊκό Κόλπο.

Ο εισαγγελέας της έδρας, αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό, κατέθεσε πρόταση σύμφωνα με την οποία οι δύο κατηγορούμενοι πρέπει να κριθούν ένοχοι για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με δόλο κατά συναυτουργία. Παρά τη βαρύτητα της εισαγγελικής πρότασης, το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων παραμένει ακέραιο και νομικά ενεργό μέχρι την τελική ετυμηγορία των τακτικών δικαστών και των ενόρκων, οι οποίοι καλούνται να σταθμίσουν τις αντικρουόμενες εκδοχές, τα τεχνικά δεδομένα και τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Το πόρισμα για τη Siemens και η θεσμική σύνδεση με το παρελθόν

Κατά την 60ή συνεδρίαση του δικαστηρίου, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επέλεξε να ξεκινήσει την αγόρευσή της από ένα χρονικό και θεσμικό σημείο φαινομενικά απομακρυσμένο από το άμεσο αντικείμενο της ποινικής δίκης. Ανοίγοντας το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για την υπόθεση της Siemens του 2011 —όπου ο Σήφης Βαλυράκης είχε διατελέσει πρόεδρος—, ανέγνωσε σχετικά αποσπάσματα, επαναφέροντας τη διάσταση της δημόσιας δράσης του εκλιπόντος.

Όπως επισημαίνει σε σχετική δημόσια ανάλυσή του ο Μάνος Λαμπράκης, η αναφορά αυτή διαθέτει βαθιές ρίζες στην κοινοβουλευτική ιστορία: το 2015, ως Πρόεδρος της Βουλής και επικεφαλής της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, η κ. Κωνσταντοπούλου είχε επαναφέρει την υπόθεση της Siemens στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, καλώντας τον Βαλυράκη, ο οποίος προσήλθε τρεις φορές για να καταθέσει τα πορίσματα μιας έρευνας που θεωρούσε ανοιχτή. Έντεκα χρόνια μετά από εκείνη την πρωτοβουλία, η ίδια βρέθηκε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ως συνήγορος της οικογένειάς του, με τον κοινοβουλευτικό Βαλυράκη να επανέρχεται στη διαδικασία όχι απλώς ως πολιτικό σύμβολο, αλλά ως το πρόσωπο πίσω από τη δικογραφική ιδιότητα του θύματος.

Ιστορικές διαδρομές από τη δικτατορία: Οι φυλακές Κέρκυρας και η καρτ ποστάλ

Πέρα από τις κοινοβουλευτικές διασταυρώσεις, η υπόθεση κουβαλά ένα ισχυρό βιογραφικό υπόβαθρο που εκκινεί από τα χρόνια της δικτατορίας. Ο Σήφης Βαλυράκης είχε συνδεθεί με τον Νίκο Κωνσταντόπουλο ως πολιτικός κρατούμενος του καθεστώτος των συνταγματαρχών, μοιραζόμενος τις συνθήκες εγκλεισμού στις φυλακές της Κέρκυρας.

Από την περίοδο εκείνη διασώζεται και η ιστορία της καρτ ποστάλ που είχε μεταφέρει στις φυλακές η μητέρα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, Λίνα Αλεξίου. Το υλικό αυτό είχε αξιοποιηθεί τότε από τον Βαλυράκη για την κατόπτευση των χώρων πριν από την ιστορική του απόδραση. Μισό αιώνα αργότερα, ο Νίκος Κωνσταντόπουλος και η κόρη του παρίστανται στη δικαστική αίθουσα εκπροσωπώντας την οικογένεια του παλιού συγκρατούμενου, σε μία σχέση με το δίκαιο που εδράζεται στην ιστορική εμπειρία αναχαίτισης της αυθαίρετης κρατικής ισχύος.

Κατά τη σημερινή 60η συνεδρία, η κα Κωνσταντοπούλου προχώρησε σε μνημονική ανάκληση, χρονική ανακατασκευή, αντιπαραβολή καταθέσεων και στάθηκε στο γεγονός ότι έστω και μια μικρή φράση μάρτυρα παραμένει ενεργή μέχρι να ελεγχθεί απέναντι σε έγγραφο, τεχνικό δεδομένο, προηγούμενη κατάθεση ή διαφορετική εκδοχή του ίδιου περιστατικού.

Η κα Κωνσταντοπούλου προχώρησε στο ζήτημα ενδεχόμενης τηλεφωνικής παρακολούθησης του Σήφη Βαλυράκη και στη σημασία της τελευταίας επικοινωνίας του.

Επέμεινε σε αντιφάσεις, αξιολογήσεις αξιοπιστίας, αποδεικτικά κενά και προχώρησε σε μια ισχυρή πιθανολόγηση καταδικαστικής βεβαιότητας, αφήνοντας το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων να παραμένει ακέραιο μέχρι την ετυμηγορία, παρά την εισαγγελική πρόταση περί ενοχής τους.

Η υπόθεση Βαλυράκη απέκτησε ακριβώς αυτή τη διάσταση μετά την αρχική αρχειοθέτηση και τη μακρά δικαστική διαδρομή που τελικά την οδήγησε στη σημερινή ακροαματική διαδικασία.

Ακολουθεί ολόκληρη η ανάρτηση του Μάνου Λαμπρακη:

Πολλά από όσα νομίζουμε ότι γνωρίζουμε για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου αποδεικνύονται ανεπαρκή όταν τη βλέπεις να εργάζεται επί ώρες μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Σήμερα, στην 60η συνεδρία δίκη για την δολοφονία του Σήφη Βαλυράκη, άρχισε την αγόρευσή της από έναν χρόνο φαινομενικά ξένο προς το αποδεικτέο αντικείμενο της συγκεκριμένης ποινικής διαδικασίας.

Άνοιξε το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής για τη Siemens του 2011, της οποίας προήδρευσε ο Βαλυράκης, και ανέσυρε αποσπάσματα χωρίς να καταφύγει σε αναδρομική συναισθηματοποίηση.

Το 2015, ως Πρόεδρος της Βουλής και της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, είχε επαναφέρει η ίδια τη Siemens στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και είχε καλέσει επανειλημμένα τον Βαλυράκη. Εκείνος προσήλθε τρεις φορές, μεταφέροντας το πραγματολογικό και πολιτικό υπόλοιπο μιας έρευνας που δεν θεωρούσε εξαντλημένη και μιας θεσμικής λογοδοσίας που παρέμενε ανοιχτή.

Έντεκα χρόνια αργότερα, η ίδια γυναίκα άνοιγε ξανά το πόρισμά του, αυτή τη φορά ως συνήγορος της οικογένειάς του ενώπιον Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου. Η χρονική απόσταση σχεδόν κατέρρεε, καθώς ο κοινοβουλευτικός Βαλυράκης επέστρεφε μέσα στην ποινική δίκη όχι ως πολιτικό σύμβολο, αλλά ως το πρόσωπο πίσω από τη δικογραφική ιδιότητα του θύματος.

Πολύ πριν από τη Siemens, ο Βαλυράκης είχε γνωρίσει τον Νίκο Κωνσταντόπουλο ως πολιτικό κρατούμενο της δικτατορίας, όταν η κρατική ισχύς είχε αποδεσμευθεί από κάθε ουσιαστικό δικαιοκρατικό αυτοπεριορισμό. Στις φυλακές της Κέρκυρας ανήκει και η ιστορία της καρτ ποστάλ που, κατά τη δημόσια αφήγηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, είχε μεταφέρει η μητέρα της, Λίνα Αλεξίου. Ο Βαλυράκης την αξιοποίησε για την κατοπτεία του χώρου πριν από την απόδρασή του, μια λεπτομέρεια αρκετά ισχυρή ώστε να μη χρειάζεται καμία μεταγενέστερη μυθοποίηση. Μισόν αιώνα αργότερα, ο παλιός συγκρατούμενος βρίσκεται νεκρός και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος παρίσταται μαζί με την κόρη του για την οικογένεια εκείνου που μοιράστηκε μαζί του τον εγκλεισμό.

Η βιογραφική αυτή διαδρομή δεν παράγει αποδεικτικό προνόμιο, φωτίζει όμως μια καταγωγική σχέση με το Δίκαιο ως μηχανισμό αναχαίτισης της αυθαίρετης κρατικής ισχύος.

Εξηγεί ίσως και γιατί στη δικηγορία της Κωνσταντοπούλου η δυσπιστία απέναντι στην έτοιμη θεσμική βεβαιότητα δεν εμφανίζεται ως περιστασιακή στρατηγική, αλλά ως σταθερή μέθοδος.

Μέσα στο ακροατήριο διακρίνεται γρήγορα ό,τι η τηλεοπτική αναπαράσταση αποκόπτει συστηματικά από την ένταση της δημόσιας εικόνας της, την εξαιρετικά πυκνή τεχνική υποδομή αυτής της δικηγορίας. Κατοχή της δικογραφίας, μνημονική ανάκληση, χρονική ανακατασκευή, αντιπαραβολή καταθέσεων και ικανότητα εντοπισμού της μικρής πραγματολογικής ασυνέχειας που μπορεί να αποσταθεροποιήσει μια φαινομενικά συμπαγή αφήγηση. Μια φράση μάρτυρα παραμένει ενεργή μέχρι να ελεγχθεί απέναντι σε έγγραφο, τεχνικό δεδομένο, προηγούμενη κατάθεση ή διαφορετική εκδοχή του ίδιου περιστατικού.

Πρόκειται για σπάνια εργασία πάνω στη μικροσκοπική περιοχή όπου η ένδειξη διεκδικεί να γίνει απόδειξη και η πιθανότητα επιχειρεί να αποκτήσει την ποιότητα δικανικής πεποιθήσεως. Εκεί απαιτούνται αξιολόγηση αξιοπιστίας, εσωτερική και εξωτερική συνοχή, αιτιώδης συνάφεια και αποκλεισμός ανταγωνιστικών εκδοχών πριν η πραγματολογική ανακατασκευή μπορέσει να στηρίξει ασφαλή υπαγωγή.

Η Κωνσταντοπούλου είναι εξαιρετικά ισχυρή ακριβώς σε αυτή την περιοχή, επειδή αρνείται να χαρίσει στην επανάληψη το κύρος που μόνο η απόδειξη δικαιούται να παράγει.

Η κατάθεση του Αντώνη Σαμαρά τον περασμένο Ιούνιο έδειξε καθαρά αυτή τη μέθοδο, καθώς απέναντί της βρέθηκε ένας μάρτυρας με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος και προσωπική γνώση του Βαλυράκη. Ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε ότι είχε συνομιλήσει μαζί του λίγες ώρες πριν από τον θάνατό του και εξέφρασε την κατάπληξή του για την αρχική αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η Κωνσταντοπούλου προχώρησε στο ζήτημα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, στη δική του παρακολούθηση και στην πιθανή ερευνητική σημασία της τελευταίας επικοινωνίας με τον Βαλυράκη. Κανένας αιτιώδης σύνδεσμος δεν έχει αποδειχθεί μεταξύ παρακολουθήσεων και θανάτου, επομένως η μετατροπή της ερευνητικής υπόθεσης σε βεβαιότητα θα παραβίαζε την ίδια αποδεικτική πειθαρχία που απαιτείται από το δικαστήριο. Το ενδιαφέρον βρισκόταν ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο μια πιθανή ερευνητική κατεύθυνση παρέμενε ανοιχτή χωρίς να μεταμφιέζεται σε ήδη αποδεδειγμένο πραγματικό γεγονός. Και ο πρώην πρωθυπουργός, παρά το πολιτικό του εκτόπισμα, παρέμενε εκεί αυτό που οφείλει να είναι κάθε μάρτυρας ενώπιον ανεξάρτητης δικαιοδοτικής κρίσεως, φορέας ελεγχόμενης αποδεικτικής πληροφορίας.

Η Κωνσταντοπούλου γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη δημόσια διχοτομία θαυμασμού και αποστροφής που επί χρόνια οργανώνει την πρόσληψη του πολιτικού της προσώπου. Αντιλαμβάνεται την ποινική διαδικασία ως καθεστώς ελεγχόμενης γνωστικής αβεβαιότητας, όπου το ιστορικό συμβάν ανακατασκευάζεται εκ των υστέρων από ίχνη που υπόκεινται σε κανόνες αποδεικτικής νομιμότητας.

Το γεγονός όπως συνέβη, το γεγονός όπως μπορεί νομίμως να αποδειχθεί και το γεγονός όπως τελικά αποτυπώνεται στη δικαστική αιτιολογία δεν ταυτίζονται αναγκαστικά. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται δικαιώματα υπερασπίσεως, αντιφάσεις, αξιολογήσεις αξιοπιστίας, αποδεικτικά κενά και η απαγόρευση μετατροπής μιας ισχυρής πιθανολόγησης σε καταδικαστική βεβαιότητα. Γι’ αυτό το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων παραμένει ακέραιο μέχρι την ετυμηγορία, παρά την εισαγγελική πρόταση περί ενοχής τους.

Η ίδια δικαιοκρατική αρχιτεκτονική επιβάλλει όμως αποτελεσματική διερεύνηση ενός βίαιου θανάτου και επαρκή αιτιολόγηση κάθε απόφασης που αποκλείει μια ουσιώδη ερευνητική κατεύθυνση.

Η υπόθεση Βαλυράκη απέκτησε ακριβώς αυτή τη διάσταση μετά την αρχική αρχειοθέτηση και τη μακρά δικαστική διαδρομή που τελικά την οδήγησε στη σημερινή ακροαματική διαδικασία. Η οικογένεια και οι συνήγοροί της μιλούν για συγκάλυψη, έναν βαρύ ισχυρισμό που δεν πρέπει να συγχέεται με γεγονός ήδη διαπιστωμένο από δικαστική απόφαση.

Πολύ σημαντικότερο είναι το πρόβλημα που βρίσκεται από κάτω, η εξουσία ενός κρατικού μηχανισμού να κηρύσσει επαρκή τη γνώση που συγκέντρωσε και να περατώνει θεσμικά την αναζήτησή της.

Η αρχειοθέτηση δεν είναι ουδέτερη τεχνική πράξη, αφού αποκλείει ερευνητικές δυνατότητες, κατανέμει αξιοπιστία και εγκαθιστά μια συγκεκριμένη εκδοχή του πραγματικού στην κανονιστική μνήμη της πολιτείας. Η αμφισβήτησή της αποτελεί συνεπώς λειτουργία των ίδιων των διορθωτικών εγγυήσεων που το κράτος δικαίου κατασκευάζει απέναντι στην πιθανότητα δικής του πλάνης.

Η δικηγορία της Κωνσταντοπούλου γίνεται αναπόφευκτα πολιτική, επειδή μετατρέπει την αμφιβολία από ιδιωτική δυσπιστία σε θεσμικά αρθρωμένη απαίτηση λογοδοσίας.

Η δικηγόροςΚωνσταντοπούλου εξηγεί τελικά την πολιτικό πολύ περισσότερο από όσο η πολιτικός Κωνσταντοπούλου εξηγεί τη δικηγόρο. Η δυσπιστία προς την ανεξέλεγκτη εξουσία, η απαίτηση εξαντλητικής αιτιολογίας και η άρνηση της πρόωρης περάτωσης αποκτούν στο ακροατήριο συγκεκριμένο κανονιστικό και δικονομικό περιεχόμενο. Ακόμη και χαρακτηριστικά που στη δημόσια σφαίρα προσλαμβάνονται ως υπερβολή αλλάζουν μέτρο όταν υποτάσσονται στις απαιτήσεις μιας πολύωρης εξέτασης και στην αμείλικτη επαληθευσιμότητα της δικογραφίας. Εκεί η ρητορική χωρίς γνώση εξαντλείται γρήγορα, επειδή κάθε ισχυρισμός συναντά τελικά ένα έγγραφο, μια κατάθεση, μια ημερομηνία ή μια αντίφαση που απαιτεί ακριβή απάντηση. Η πολιτική της συγκρότηση μοιάζει τότε λιγότερο με ιδεολογικό πρόγραμμα και περισσότερο με συγκεκριμένη θεωρία δημοκρατικής νομιμοποίησης, σύμφωνα με την οποία καμία εξουσία δεν αυτονομιμοποιείται απέναντι στον έλεγχο.

Πρόκειται για θέση απαιτητική και συχνά συγκρουσιακή, αλλά βρίσκεται βαθιά μέσα στην αντιπλειοψηφική λογική του κράτους δικαίου, όπου η διαδικαστική εγγύηση υπάρχει ακριβώς για να δυσκολεύει την ισχύ.

Σήμερα, λοιπόν, δεν κράτησα μια «δυνατή εμφάνιση» της Ζωής Κωνσταντοπούλου, έκφραση υπερβολικά μικρή για να περιγράψει αυτό που μπορεί να σημαίνει η μαχόμενη δικηγορία στην πλήρη ανάπτυξή της. Κράτησα την πειθαρχία μιας νομικού που γνωρίζει ότι η δικανική αλήθεια δεν δωρίζεται από την ηθική πεποίθηση, αλλά κατασκευάζεται επώδυνα μέσα από απόδειξη, αντίκρουση και αιτιολογία. Κράτησα επίσης ένα πολιτικό πρόσωπο του οποίου η βαθύτερη ιδιοσυστασία γίνεται καθαρότερη όταν επιστρέφει στην πρωταρχική επαγγελματική του ιδιότητα και υποβάλλεται στους αυστηρούς περιορισμούς της.

Η Κωνσταντοπούλου δεν χρειάζεται μέσα στο δικαστήριο ούτε τον μύθο ούτε την πολιτική της εικόνα, επειδή διαθέτει κάτι πολύ δυσκολότερο να κατασκευαστεί επικοινωνιακά, πραγματική δικηγορική συγκρότηση. Και αυτό αξίζει να το δει κάποιος, έστω μία φορά, πριν αποφασίσει αν την αγαπά, την αντιπαθεί, συμφωνεί ή συγκρούεται πολιτικά μαζί της.

Και τότε καταλαβαίνει ότι πίσω από την οξύτητα βρίσκεται μια πολύ συγκεκριμένη αξίωση περί Δημοκρατίας, καμία εξουσία να μη δικαιούται την τελευταία λέξη πριν υποχρεωθεί να αποδείξει ότι άκουσε όλες τις προηγούμενες.

Όλο το πόρισμα του 2011 εδώ:

https://docs.google.com/file/d/0B67g1ijgatpKMG9LbWZ1bFV6Njg/edit?pli=1&resourcekey=0-9VQZQIoQ6Ov441UqPyRmpQ

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Τζέφρι Σακς: Ο Πόλεμος της Ουκρανίας θα μπορούσε να τερματιστεί εύκολα μόνο με μια δήλωση… “Η Ουκρανία δεν θα γίνει μέλος του ΝΑΤΟ”

Διαπρεπής Αμερικανός —εβραϊκής καταγωγής— οικονομολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια...