20.7 C
Chania
Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου, 2026

Διαχρονικό έθνος ή ιστορική ρήξη; Η μετωπική σύγκρουση Κοντογιώργη – Μαργαρίτη στα Χανιά για την αρχαιότητα, τον ναζισμό, το ρωμαϊκό δίκαιο και τη δημοκρατία

Ημερομηνία:

Στο επίκεντρο ενός πυκνού επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου που διεξήχθη στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, υπό την αιγίδα της Εταιρείας Κρητικών Σπουδών – Ιδρύματος Καψωμένου και της Περιφέρειας Κρήτης, αναμετρήθηκαν δύο θεμελιωδώς διαφορετικές αντιλήψεις για την εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών, τη συγκρότηση της συλλογικής ταυτότητας και τη φύση της δημοκρατίας.

Με αφετηρία τη στρογγυλή τράπεζα με θέμα «Η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα στην τροχιά του 21ου αιώνα», ο ομότιμος καθηγητής και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, Γιώργος Κοντογιώργης, ανέπτυξε το θεωρητικό οικοδόμημα της «κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας», προτείνοντας μια ριζική επανεξέταση της σχέσης κράτους και κοινωνίας.

Η ανάλυσή του, η οποία αποδομεί το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα της νεωτερικότητας και επαναπροσδιορίζει τον ιστορικό ρόλο του ελληνικού κόσμου ως πρωτοπορίας της καθολικής ελευθερίας, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του καθηγητή Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γιώργου Μαργαρίτη, ανοίγοντας ένα ευρύ μέτωπο αντιπαράθεσης γύρω από τα όρια της ιστορικής συνέχειας και τις υλικές προϋποθέσεις των πολιτικών θεσμών.

Το ιστορικό σκηνικό στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων και το διακύβευμα του 21ου αιώνα

Η αίθουσα εκδηλώσεων του Πνευματικού Κέντρου Χανίων αποτέλεσε το βήμα μιας συζήτησης με έντονο θεωρητικό και πολιτικό ενδιαφέρον. Σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική επιτάχυνση και οι γεωπολιτικοί αναδασμοί πιέζουν τις παραδοσιακές δομές του κράτους-έθνους, το ερώτημα της πολιτισμικής συνοχής και των μορφών σύγχρονης ηγεμονίας αναδύεται με πρωτόγνωρη οξύτητα.

Παρουσιάζοντας τον κεντρικό εισηγητή, το προεδρείο της εκδήλωσης υπογράμμισε ότι η παρέμβαση του κ. Κοντογιώργη δεν εστιάζει σε μια συγκυριακή καταγραφή της πολιτικής επικαιρότητας, αλλά επιχειρεί να θεμελιώσει μια εναλλακτική μεθοδολογική προσέγγιση: την «κοσμοσυστημική γνωσιολογία». Στόχος της είναι η ερμηνεία της ιστορικής τροχιάς της ανθρωπότητας πέρα από τους συνήθεις κοινωνικοοικονομικούς αναγωγισμούς, φωτίζοντας τον τρόπο με τον οποίο η πολιτισμική ταυτότητα μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο απέναντι στην οικονομική και πολιτική κυριαρχία των κυρίαρχων κέντρων ισχύος, διερευνώντας παράλληλα τη δυνατότητα μετάβασης από τον κυρίαρχο ατομοκεντρισμό σε έναν ουσιαστικό κοινωνιοκεντρισμό.

Λαμβάνοντας τον λόγο, ο Γιώργος Κοντογιώργης έθεσε άμεσα το μεθοδολογικό του πλαίσιο, απορρίπτοντας τη στενή, συγχρονική θεώρηση των φαινομένων:

«Εάν θέλουμε να κατανοήσουμε το σήμερα, πρέπει όχι να το δούμε με γνώμονα το σήμερα και τέλος το σήμερα, αλλά με την εγκατάστασή του στο σύνολο της κοσμοϊστορίας. Αυτό σημαίνει ότι ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα που έχει κανείς να αντιμετωπίσει είναι να αποκωδικοποιήσει, πέραν των κοινωνικο-οικονομικών και άλλων φαινομένων, αυτό που συγκροτεί την έννοια της ταυτότητας».

Σύμφωνα με τον ομιλητή, η αποκωδικοποίηση αυτή οδηγεί αναπόδραστα στο ιστορικό ιδίωμα του ελληνικού κόσμου, το οποίο ταυτίζεται με την ανάδειξη της ελευθερίας και την εξελικτική της διαδρομή μέσα στον κοσμοχρόνο.

Επικαλούμενος τη διατύπωση του ιστορικού Νίκου Σβορώνου για τον «αντιστασιακό χαρακτήρα των Ελλήνων», ο κ. Κοντογιώργης υποστήριξε ότι η συλλογική ταυτότητα του ελληνισμού δεν συνιστά απλώς μια μουσειακή παρακαταθήκη, αλλά μια εξελικτική πρόταση προόδου που υπερβαίνει τα όρια της σύγχρονης αντίληψης και προοιωνίζεται τις μελλοντικές αναγκαιότητες της ανθρωπότητας.

Η ανατομία της συλλογικής ταυτότητας: Από την «εθνότητα» της δεσποτείας στο «έθνος» της ελευθερίας

Για να αποσαφηνίσει τη λειτουργία του ταυτοτικού φαινομένου, ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου διέκρινε τρία διαδοχικά επίπεδα ανάγνωσης της συλλογικής ταυτότητας.

Το πρώτο επίπεδο συνιστά η πολιτισμική ταυτότητα υπό στενή έννοια, η οποία συγκροτεί τη συνείδηση του «συνανήκειν» σε μια διακριτή πολιτισμική κοινότητα. Η συλλογικότητα αυτή, στην καθαρή της μορφή, ορίζεται ως εθνότητα. Κατά τον κ. Κοντογιώργη, η εθνότητα αποτελεί ένα διαρκές φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία, καθώς διαμορφώνεται πάνω σε σταθερά πολιτισμικά χαρακτηριστικά, όπως η κοινή γλώσσα, η θρησκεία, οι κληρονομημένες παραστάσεις, οι νοοτροπίες και ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής.

Η ποιοτική μεταβολή συντελείται στο δεύτερο επίπεδο, όπου στα παραπάνω στοιχεία προστίθεται το αίτημα της ελευθερίας:

«Το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης της συλλογικής ταυτότητας είναι εκείνο στο οποίο προστίθεται εκτός από τα παραπάνω στοιχεία και η ελευθερία. Τότε στην ελευθερία επιμετράται το αίτημα η πολιτισμική συλλογικότητα να αποκτήσει δική της πολιτική φωνή, χειραφέτηση ή αλλιώς δικό της κράτος».

Εδώ εδράζεται η θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα στην απλή συλλογικότητα της εθνότητας και στην πολιτική συγκρότηση του έθνους:

  • Η εθνότητα στις δεσποτικές και φεουδαλικές δομές: Στις κοινωνίες αυτές, το άτομο δεν απολαμβάνει προσωπική ελευθερία και κατά συνέπεια εκφράζεται πολιτικά αποκλειστικά μέσω του ηγεμόνα του. Όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά ο ομιλητής, εάν κάποιος ρωτούσε έναν δουλοπάροικο του δυτικού Μεσαίωνα πού ανήκει, εκείνος θα υπέδειχνε τον φεουδάρχη του, ελλείψει αυτόνομης πολιτικής υπόστασης.

  • Το έθνος ως ανθρωποκεντρική κατάκτηση: Αντίθετα, το άτομο που έχει συγκροτηθεί ως ελεύθερη οντότητα στο πεδίο της προσωπικής του ζωής στοχάζεται την ένταξή του στο σύνολο όχι μέσω της υποταγής σε έναν κυρίαρχο, αλλά με μήτρα την ελευθερία. Ο σύγχρονος Γάλλος, Ιταλός ή Έλληνας προσδιορίζει ως σημείο αναφοράς την εθνική του κοινότητα και όχι το πρόσωπο του πρωθυπουργού ή του προέδρου του.

Συνεπώς, το έθνος, σε πλήρη αντίθεση με την εθνότητα, αποτελεί ένα μη διαρκές φαινόμενο στην ιστορία, καθώς γεννάται μόνο ως συνακόλουθο του «ανθρωποκεντρισμού» — των κοινωνιών δηλαδή που θεμελιώνονται στην ελευθερία, σε αντιδιαστολή προς τις φεουδαλικές ή δεσποτικές τάξεις πραγμάτων.

Κατά την ιστορική εκτίμηση του κ. Κοντογιώργη, η εθνική ταυτότητα πρωτοεμφανίζεται ιστορικά στους Έλληνες, ακριβώς επειδή εκείνοι συγκρότησαν για πρώτη φορά κοινωνίες ελεύθερων πολιτών.

Επικαλούμενος τα υπομνήματα του Ιωάννη Καποδίστρια προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις στις αρχές του 19ου αιώνα, υπενθύμισε τη διαπίστωση του πρώτου Κυβερνήτη ότι ο ελληνισμός συγκροτούσε αδιάπτωτα έθνος, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά κράτη της εποχής, και για τον λόγο αυτόν εδικαιούτο πλήρους πολιτικής ελευθερίας.

Μετά την πτώση της Ρώμης και την είσοδο της Δύσης στον μακρύ Μεσαίωνα, ο ελληνικός κόσμος παρέμεινε η μοναδική πολιτισμική οντότητα που διατήρησε αδιάλειπτα την εθνική της διάσταση, λειτουργώντας ως ένας διαρκής πολιτισμός της ελευθερίας.

Η θεσμική ευθύνη του έθνους: Το «έθνος του κράτους» απέναντι στο «έθνος της κοινωνίας»

Το τρίτο επίπεδο ανάγνωσης της συλλογικής ταυτότητας αγγίζει, κατά τον κ. Κοντογιώργη, τον σκληρό πυρήνα της πολιτικής εξουσίας: το ζήτημα του «ευθύνειν» του έθνους. Ποιος αποφασίζει για το περιεχόμενο, τον προσανατολισμό και τη μοίρα της κοινωνικής συλλογικότητας;

Στο ερώτημα αυτό, η δυτική νεωτερικότητα διακινεί, σύμφωνα με τον εισηγητή, μια μονοσήμαντη και δογματική απάντηση: την αποκλειστική ευθύνη του έθνους την έχει το κράτος και ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας, είτε πρόκειται για εκλεγμένο πρόεδρο και πρωθυπουργό είτε για μονάρχη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία τελεί «υπό δικαστική αντίληψη», αποστερημένη από θεσμική βούληση. Όταν δε αποπειράται να αντιλέξει στις κρατικές αποφάσεις, αντιμετωπίζεται υποτιμητικά ως «τυραννική», «αυθάδης» ή ως «ετερόκλητος όχλος».

Ο κ. Κοντογιώργης εντόπισε στη δυτική πολιτική θεωρία ένα βαθύ αξιακό αξίωμα:

«Τι υφέρπει στο δόγμα αυτό; Ότι το ατομικό ευρίσκεται σε αντιμαχία με το συλλογικό, καθώς αυτό το συλλογικό αποτελεί εξίσου μεγάλο κίνδυνο για την ατομική ελευθερία όσο και η απολυταρχία ή ο ολοκληρωτισμός. Τούτο σημαίνει ότι είναι φύσει αδύνατο το ατομικό να συγκροτήσει το συλλογικό χωρίς να καταλύσει την ελευθερία του ατομικού — να το καθυποτάξει δηλαδή στη δεσποτεία του. Με άλλα λόγια, εάν το πολιτικό σύστημα που νομοθετεί και κυβερνάει το ενσαρκώσει η κοινωνία αντί του κράτους […] θα υποβάλει τα μέλη της στο καθεστώς της δουλείας ή της ολοκληρωτικής καταπίεσης. Ο δήμος, η θέσμιση δηλαδή της κοινωνίας ως πολιτικού θεσμού, εξισώνεται με τον Χίτλερ ή τον Λουδοβίκο».

Αυτή η συλλογιστική γραμμή, η οποία διατρέχει τη δυτική σκέψη από τον Μοντεσκιέ, τον Καντ και τον Χέγκελ μέχρι και τον Μαρξ, παρακάμπτει μια ουσιώδη θεσμική πραγματικότητα: στη δημοκρατία δεν υφίσταται υποκείμενο κυριαρχίας. Σε μια δημοκρατική πολιτεία, ο δήμος κατέχει την καθολική πολιτική αρμοδιότητα, καταργώντας τη διάκριση μεταξύ ενός κυρίαρχου κράτους και μιας κοινωνίας-ιδιώτη, όπως συμβαίνει στην «εκλόγιμη μοναρχία» των σύγχρονων κοινοβουλευτικών καθεστώτων.

Η γενεαλογία των κλιμάκων: Γιατί η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται «προσολώνια»

Η ανάλυση του κ. Κοντογιώργη επεκτάθηκε σε μια συνολική αναθεώρηση της θέσης της νεωτερικότητας στην παγκόσμια ιστορία. Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι το δυτικό παράδειγμα αποτελεί έναν ανώτερο, πρωτόγνωρο πολιτισμό, υποστήριξε ότι η νεωτερικότητα αντιστοιχεί δομικά στην πρώιμη, προσολώνια φάση του αρχαιοελληνικού ανθρωποκεντρισμού, καθώς υπολείπεται της κλασικής, της οικουμενικής και της βυζαντινής περιόδου.

Η διαφορά κλίμακας —το γεγονός ότι η νεωτερικότητα αναπτύχθηκε στο πεδίο της μεγάλης κλίμακας του κράτους-έθνους με ισχυρή τεχνολογική βάση, ενώ ο ελληνικός κόσμος οργανώθηκε αρχικά στη μικρή κλίμακα της πόλης— δεν αναιρεί την ποιοτική υστέρηση των θεσμών της. Κατά τον ομιλητή, η Δύση θεμελίωσε το αξίωμα ότι η ατομική ελευθερία είναι ασύμβατη με την πολιτική ελευθερία, επιλέγοντας να περιχαρακώσει τον πολίτη στην ιδιωτεία και να εκχωρήσει τη συλλογική βούληση στο κράτος-ηγεμόνα.

Στον αντίποδα, ο ελληνικός κόσμος απέδειξε ότι η εξέλιξη της ελευθερίας είναι σωρευτική: η ατομική ελευθερία συμπληρώνεται από την κοινωνική και ολοκληρώνεται στην πολιτική ελευθερία, όπου το άτομο μετέχει άμεσα στη διαμόρφωση της συλλογικότητας χωρίς να αλλοτριώνει την αυτονομία του.

Επιπλέον, διασαφήνισε τα δομικά χαρακτηριστικά του ελληνικού παραδείγματος:

  1. Κοσμοσυστημική συγκρότηση: Ο ελληνισμός δεν συγκροτήθηκε ιστορικά ως ένα ενιαίο, συγκεντρωτικό έθνος-κράτος, αλλά ως ένα πολυπολικό κοσμοσύστημα πόλεων-κρατών, ενωμένων μέσω κοινής πολιτισμικής και εθνικής συνείδησης, ιερών και πανελλήνιων αγώνων, όπου η ελευθερία του έθνους ταυτιζόταν, κατά τον Πολύβιο, με την ελευθερία των επιμέρους πόλεων.

  2. Η μετάβαση στην Οικουμένη και την Κοσμόπολη: Στη μετακρατοκεντρική φάση (από τον Αλέξανδρο και τους ελληνιστικούς χρόνους έως το Βυζάντιο), η ελληνική ταυτότητα μετεξελίχθηκε θεσμικά στην «Κοσμόπολη». Πρόκειται για μια συμπολιτειακή τάξη υπό την ηγεσία της μητρόπολης-βασιλεύουσας πόλης, όπου οι επιμέρους πόλεις διατήρησαν το δημοκρατικό τους καθεστώς, ενώ η κεντρική εξουσία ασκούσε αρμοδιότητες έννομης επιστασίας.

Η Κοσμόπολη, όπως υπογράμμισε ο κ. Κοντογιώργης, υπήρξε η κορυφαία θεσμική κατάκτηση του ελληνικού πολιτισμού —σαφώς διακριτή από την απολυταρχία ή τη θεοκρατία με τις οποίες συχνά συγχέεται από νεωτερικούς στοχαστές— και διατήρησε ζωντανή τη δημοκρατική αρχή των αυτόνομων κοινοτήτων ακόμη και κατά τους σκοτεινούς αιώνες της Οθωμανοκρατίας.

Η εκκλησία του δήμου, η γλώσσα και το «βαυαρικό εμφύτευμα» του 1832

Εμβαθύνοντας στην ιστορική διάσταση της κοσμοσυστημικής του θεώρησης, ο Γιώργος Κοντογιώργης επιχείρησε να αποδομήσει δύο κεντρικά στερεότυπα της νεωτερικής ιστοριογραφίας: τον τρόπο πρόσληψης του χριστιανισμού και την προέλευση των θεσμών του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Για τον ομιλητή, η επικράτηση της νέας θρησκείας στην ανατολική Μεσόγειο δεν αποτέλεσε μια θεοκρατική οπισθοδρόμηση, αλλά τη μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής πολιτειακής εμπειρίας σε οικουμενικό επίπεδο.

Όπως υποστήριξε, ο χριστιανισμός συγκροτήθηκε ιστορικά ως η ελληνική εκδοχή του θρησκεύεσθαι, αποσπώμενος ριζικά από τη δεσποτική μήτρα της ιουδαϊκής παράδοσης:

«Ο χριστιανισμός είναι η ελληνική εκδοχή του θρησκεύεσθαι. Μία θρησκεία που οικοδόμησε εξαρχής ο ελληνισμός και, σε αντίθεση με την ιουδαϊκή θρησκεία, γνωσιολογικά με τη φιλοσοφία της θεολογίας, θεσμικά στη βάση της εκκλησίας του δήμου των πιστών και θεμέλια κοινωνία την πόλη, και ως τρόπο θρησκεύεσθαι τον ελληνικό ιστορικό τρόπο. […] Δεν είναι ίσως γνωστό ότι το Βυζάντιο υπήρξε ο γεννήτορας της νεωτερικότητας και όχι η κλασική αρχαιότητα. Από αυτό μετακενώθηκαν στη Δύση οι προϋποθέσεις της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού».

Κατά τον κ. Κοντογιώργη, η ζωντανή αυτή παράδοση αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, η οποία εμπλουτίστηκε εννοιολογικά ακριβώς επειδή ο ελληνικός κόσμος κλήθηκε να ονομάσει πρωτογενώς τα θεσμικά και πολιτειακά του δημιουργήματα — από τη δημοκρατία και την κοσμόπολη έως το θέατρο και τη φιλοσοφία. Αντίθετα, η σύγχρονη λεξιλογική και νοηματική συρρίκνωση που παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία ερμηνεύτηκε ως άμεσο σύμπτωμα πολιτισμικής οπισθοδρόμησης, αποτέλεσμα της πρόσδεσης της χώρας στο δυτικό δεσποτικό πρότυπο.

Η κρισιμότερη καμπή αυτής της έκπτωσης εντοπίστηκε στην εγκαθίδρυση της μοναρχίας του Όθωνα το 1832. Ο ομιλητής χαρακτήρισε το νεοσύστατο ελλαδικό κράτος ως ένα «αεθνικό, απολυταρχικό εμφύτευμα», σχεδιασμένο από τις προστάτιδες δυνάμεις για να εξυπηρετήσει γεωπολιτικές σκοπιμότητες και να αποτρέψει την ανασύσταση του μείζονος ελληνισμού στη βάση των ιστορικών του παραδόσεων:

«Η εμφύτευση της δεσποτικής απολυταρχίας στη μήτρα του ελληνισμού έφερε μια ασύμμετρη ρήξη με τη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού. […] Ο ελληνικός κόσμος δεν περιήλθε ποτέ στον Μεσαίωνα. Δεν έγινε ποτέ φεουδαρχία ή απολυταρχία. Παρέμεινε ακόμη και στην Τουρκοκρατία ανθρωποκεντρικός. Επομένως, το επιχείρημα ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα οφείλονται στο ότι δεν πέρασε από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό δεν ευσταθεί, διότι η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός αντιπροσωπεύουν στάδια εξόδου της Δύσης από τη φεουδαρχία».

Σύμφωνα με τον κ. Κοντογιώργη, το βαυαρικό καθεστώς εκθεμελίωσε το ιστορικό υπόβαθρο της αυτοκυβέρνησης, αντικαθιστώντας τις τοπικές κοινότητες με έναν συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό μηχανισμό.

Παράλληλα, διαμόρφωσε μια μεταπρατική άρχουσα τάξη, η οποία εσωτερίκευσε μια αποικιακού τύπου ενοχή απέναντι στο παρελθόν της και μετέτρεψε την κοινωνία σε παθητικό θεατή των κρατικών αποφάσεων.

Η παρέμβαση από το ακροατήριο: Πατερναλισμός, κρατισμός και η απαίτηση πολιτικής οντότητας

Η ολοκλήρωση της εισήγησης του Γιώργου Κοντογιώργη άνοιξε τον κύκλο των παρεμβάσεων από το κοινό, μεταφέροντας τον προβληματισμό από το πεδίο της ιστορικής αναδρομής στις άμεσες αγωνίες του παρόντος. Τον λόγο έλαβε ο παριστάμενος φιλόλογος και πολιτικός επιστήμονας κ. Θεοδωράκης, ο οποίος, απευθυνόμενος στον πρώην καθηγητή του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έθεσε το ζήτημα της πρακτικής αξιοποίησης της πολιτισμικής ταυτότητας μέσα στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον.

Ο ερωτών παρατήρησε ότι το ισχύον θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονο κρατισμό, πατερναλιστικές δομές και μια βαθιά πολιτισμική κρίση, στοιχεία που λειτουργούν ανασταλτικά για την αυτενέργεια των πολιτών:

«Για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στην ελληνική πολιτισμική ταυτότητα και να την αξιοποιήσουμε, μήπως θα έπρεπε να αποκτήσουμε μεγαλύτερη πολιτική οντότητα; Αναφέρομαι κυρίως στο αν πρέπει να είμαστε πιο ενεργοί πολίτες, να συμμετέχουμε περισσότερο στα κοινά και ταυτόχρονα να έχουμε μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη, διότι το όλο πλαίσιο το οποίο διαμορφώνεται σήμερα δεν είναι τόσο βοηθητικό. Επομένως, μήπως μια αφύπνιση της πολιτικής μας συνείδησης θα οδηγήσει αποφασιστικά στο να μπορέσουμε να υπηρετήσουμε αυτό που λέγεται αξιοποίηση της ελληνικής πολιτικής ταυτότητας;».

Επικαλούμενος το πρόσφατο συγγραφικό έργο του κ. Κοντογιώργη σχετικά με την «εκλόγιμη μοναρχία», ο κ. Θεοδωράκης ζήτησε να αποσαφηνιστεί ο ρόλος που οφείλει να διαδραματίσει ο πολίτης απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα το οποίο μονοπωλεί τη λήψη των αποφάσεων και απονευρώνει τη λαϊκή βούληση.

Η απάντηση Κοντογιώργη: Ο πολίτης ως εταίρος και η κατάργηση των κοινών

Απαντώντας στο ερώτημα, ο Γιώργος Κοντογιώργης απέρριψε τη συμβατική αντίληψη περί πολιτικής συμμετοχής, διαχωρίζοντας κατηγορηματικά την εργαλειακή κινητοποίηση των πολιτών από τη θεσμική τους κατοχύρωση ως κυρίαρχων συντελεστών της πολιτείας.

Κατά τον ομιλητή, η νεωτερικότητα εγκλωβίζει τον πολίτη στον ρόλο της «μάζας» που καλείται περιοδικά να επικυρώσει προειλημμένες αποφάσεις ή να συμμετάσχει σε κομματικά καθοδηγούμενες διαδηλώσεις. Αντίθετα, η αυθεντική δημοκρατική αρχή απαιτεί τη μετάβαση στον «πολίτη-εταίρο»:

«Όταν ήρθε ο Όθωνας, οι Βαυαροί στην Ελλάδα, όπως και οι μαυροκορδατικοί της περιόδου της Επανάστασης, αυτό που διεκδικούσαν ήταν η κατάργηση της θεσμικής συμμετοχής — όχι της συμμετοχής μέσω πρόσκλησης κομμάτων ή αυτοκλήτως σε διαδηλώσεις, αλλά της εταιρικής συμμετοχής, ως θεσμός μέσα στην πολιτεία. Το πρώτο που αξίωσαν ήταν να καταργηθεί η θέσμιση της κοινωνίας. […] Όταν έρχεται ο Όθωνας, καταργεί τα κοινά με ένα διάταγμα που λέει αιτιολογικά: δεν είναι νοητό αυτός ο αγράμματος, ο ιδιοτελής λαός να θέλει να ασκεί την πολιτική διοίκηση της χώρας».

Ο κ. Κοντογιώργης υπενθύμισε ότι κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, οι αποκαλούμενοι «συνταγματικοί» που πολέμησαν τον Καποδίστρια επικαλούνταν το βρετανικό πρότυπο, σε μια εποχή όπου μόλις το 7% του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού στη Βρετανία διέθετε δικαίωμα ψήφου. Στηλιτεύοντας τη σημερινή απαξίωση της κοινωνίας από το πολιτικό προσωπικό, επανέφερε την αριστοτελική διάκριση για το κοινό συμφέρον:

«Τι λέει ο δύστυχος ο Αριστοτέλης, που ζει τη δημοκρατία και έχει μελετήσει όλα τα πολιτεύματα; Αυτός που εκφράζει πιο ολοκληρωμένα και πιο παραδειγματικά το κοινό συμφέρον —προσέξτε, όχι το γενικό, αλλά το κοινό συμφέρον— είναι η κοινωνία. Ούτε ο ένας, ούτε οι ολίγοι. […] Άρα λοιπόν, σήμερα, όταν μιλάμε για συμμετοχή, πρέπει να διακρίνουμε τη συμμετοχή ως μάζα που μας καλούν να χειροκροτήσουμε ή να διαδηλώσουμε, από τη συμμετοχή ως εταίροι, συμμέτοχοι της πολιτείας».

Το κεντρικό πρόταγμα, κατέληξε, δεν είναι η καθημερινή παρουσία στους δρόμους υπό την καθοδήγηση κομματικών μηχανισμών, αλλά η ριζική μεταρρύθμιση του πολιτεύματος ώστε η κοινωνία να καταστεί θεσμικός εντολέας, επεκτείνοντας τη δημοκρατική αρχή τόσο στη νομοθετική εξουσία όσο και στη λειτουργία του οικονομικού συστήματος.

Ο αντίλογος του ιστορικού: Ο Γιώργος Μαργαρίτης και ο «τρόμος της διαχρονικότητας»

Η θεωρητική κατασκευή του Γιώργου Κοντογιώργη περί αδιάπτωτης συνέχειας του δημοκρατικού ανθρωποκεντρισμού προκάλεσε την άμεση και σφοδρή αντίδραση του καθηγητή Ιστορίας του ΑΠΘ, Γιώργου Μαργαρίτη, ο οποίος ζήτησε τον λόγο για να διατυπώσει μια σειρά θεμελιωδών μεθοδολογικών και ιστορικών ενστάσεων.

Τοποθετούμενος από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού, ο κ. Μαργαρίτης εξέφρασε την κατηγορηματική του άρνηση απέναντι σε υπεριστορικές αναγωγές, υποστηρίζοντας ότι η επίκληση αναλλοίωτων σχημάτων ακυρώνει την ίδια την επιστήμη της Ιστορίας:

«Θέλω απλά να καταθέσω μερικές ενστάσεις, οι οποίες σχετίζονται με την ιδιότητά μου ως ιστορικού και, κατ’ επέκταση, με το γεγονός ότι μου προκαλεί τρόμο η λέξη “διαχρονικότητα”. Διότι η διαχρονικότητα καταργεί την ιστορία, άρα καταργεί κι εμένα, άρα καταργεί πάρα πολλά πράγματα. Ο κόσμος αλλάζει, τα πράγματα αλλάζουν και δεν είναι ίδια».

Για να καταδείξει το αγεφύρωτο χάσμα που χωρίζει τις ιστορικές εποχές, ο κ. Μαργαρίτης επέλεξε ως πρώτο παράδειγμα τη ριζική μεταβολή της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και την εκρηκτική δημογραφική εξέλιξη του πλανήτη:

  • Η δημογραφική και οικολογική μετατόπιση: Όπως ανέφερε, σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους ο παγκόσμιος πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τα 200 εκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 3% έως 5% της συνολικής βιομάζας των θηλαστικών στη Γη.

  • Η σημερινή πραγματικότητα: Στον 21ο αιώνα, η ανθρωπότητα αγγίζει τα 9 δισεκατομμύρια και οδεύει ταχέως προς τα 13 δισεκατομμύρια. Το ανθρώπινο είδος αποτελεί πλέον περίπου το 25% του συνολικού βάρους των θηλαστικών, ενώ ένα επιπλέον 50% έως 60% αντιστοιχεί στα εκτρεφόμενα ζώα που συντηρούνται αποκλειστικά για τη διατροφή του.

Η μεταβολή αυτή, τόνισε ο ιστορικός, καθιστά τη σύγχρονη κοινωνία απολύτως εξαρτημένη από την τεχνική και τη βιομηχανική παραγωγή:

«Έχει αλλάξει τελείως ο κόσμος αυτή τη στιγμή. Έτσι και πάθει ένα κακό η χημική βιομηχανία, θα γίνει η μεγαλύτερη γενοκτονία που έχουμε δει ποτέ. Θα πεθάνουμε από την πείνα πάρα πολύ απλά, διότι με τεχνικούς τρόπους διατηρείται η διατροφή μας. Λοιπόν, αυτό είναι το ένα: ότι ο κόσμος αλλάζει και οι σκέψεις μας πρέπει να αλλάζουν μαζί του. Να είναι πρακτικές, να βλέπουμε την πραγματικότητα».

Υπό αυτό το πρίσμα, ο κ. Μαργαρίτης υποστήριξε ότι κάθε απόπειρα σύγκρισης της αρχαίας πόλης με τη σύγχρονη δημοκρατία αποτελεί ένα μεθοδολογικό σφάλμα ολκής, καθώς εξισώνει κοινωνίες με εντελώς ανόμοιους υλικούς όρους παραγωγής, διαφορετική κλίμακα και ασύμβατες κοινωνικές αντιθέσεις.

Η απομυθοποίηση της αρχαίας πόλης και η υπεροχή του ρωμαϊκού δικαίου

Συνεχίζοντας την κριτική του παρέμβαση, ο καθηγητής Γιώργος Μαργαρίτης εστίασε στην αποδόμηση αυτού που θεώρησε ως έναν εξιδανικευμένο αναχρονισμό: την προβολή της αθηναϊκής δημοκρατίας ως οικουμενικού και διαχρονικού προτύπου για τον σύγχρονο κόσμο. Μεθοδολογικά, υπογράμμισε ότι οι πολιτικοί θεσμοί δεν αιωρούνται στο κενό των ιδεών, αλλά συναρτώνται άρρηκτα με τον εκάστοτε τρόπο παραγωγής και τις υλικές σχέσεις ιδιοκτησίας.

Στη βάση αυτή, ο κ. Μαργαρίτης χαρακτήρισε την κλασική πόλη-κράτος ως ένα ιστορικά περιορισμένο και εγγενώς αντιφατικό μόρφωμα:

«Η Αρχαία Πόλη είχε μια μορφή δημοκρατίας, η οποία δεν έχει τίποτα το κοινό και δεν θα μπορούσε να έχει με τη σημερινή δημοκρατία. Πάρα πολύ απλά, γιατί βασίζεται σε έναν τρόπο παραγωγής πολύ συγκεκριμένο —τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία— και ιστορικά, αν θέλετε, είναι ένα εξαιρετικά βραχύβιο φαινόμενο στην ιστορία. Κράτησε πολύ λίγες δεκαετίες και κατέρρευσε κάτω από το βάρος των εσωτερικών της αντιθέσεων. Δεν χρειάστηκε καν εισβολή. Η σημερινή δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει με αυτά τα πρότυπα για λόγους μεγεθών. Κατ’ επέκταση, είναι ολότελα λάθος η σύγκριση με την αρχαία δημοκρατία».

Κατά την ιστορική εκτίμηση του κ. Μαργαρίτη, η πραγματική θεσμική τομή που σφράγισε την πορεία του δυτικού πολιτισμού δεν προήλθε από την Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., αλλά από τη Ρώμη. Ενώ η κλασική Αθήνα υπήρξε αναμφισβήτητα πιο ανεπτυγμένη και ισχυρή πόλη από τη σύγχρονή της πρώιμη Ρώμη, ήταν τελικά το ρωμαϊκό οικοδόμημα εκείνο που κατόρθωσε να επιβληθεί και να διαμορφώσει τις νομικές δομές της νεωτερικότητας.

Παράλληλα, ο ιστορικός δεν δίστασε να αναδείξει τον βαθύτατα αποκλειστικό και ταξικό χαρακτήρα της αθηναϊκής πολιτείας, συνδέοντας τα κριτήρια της αρχαίας ιθαγένειας με σύγχρονες μορφές φυλετικού διαχωρισμού:

«Η μεγάλη επανάσταση του αρχαίου κόσμου —η οποία πιθανόν να μη μας αρέσει, αλλά έτσι είναι— υπήρξε το ρωμαϊκό δίκαιο. […] Η εποχή μας έχει σφραγιστεί από το ρωμαϊκό δίκαιο πολύ περισσότερο από τον αρχαίο ελληνικό κλασικό πολιτισμό. Ο ναζισμός, στην αρχική του διακήρυξη το 1920, αναγγέλλει την κατάργηση του ρωμαϊκού δικαίου. Αντίθετα, παίζει πάρα πολύ με την κλασική ελληνική αρχαιότητα, γιατί μοιράζεται με αυτήν ένα πρόβλημα: τον ρατσισμό. Η αθηναϊκή δημοκρατία μπορεί να είναι κλασική, αλλά πρέπει να είναι και οι δύο γονείς σου Αθηναίοι για να είσαι πολίτης. Αν δεν είσαι, είσαι παρακατιανός, δευτερεύων. Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Αθήνας τον 4ο αιώνα, ο τραπεζίτης Πασίων, δεν έχει κανένα πολιτικό δικαίωμα γιατί είναι δούλος. Έχει το λαμπρότερο σπίτι, αλλά είναι δούλος· δεν μπορεί να μιλάει».

Αυτή η θεσμοποιημένη ανισότητα, κατέληξε ο κ. Μαργαρίτης, αποδεικνύει ότι η αρχαία πόλη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα υπεριστορικό καταφύγιο καθολικής ελευθερίας, αλλά ως μια σκληρή ταξική κοινωνία που στηρίχθηκε στον δομικό αποκλεισμό της συντριπτικής πλειονότητας των κατοίκων της.

Η κατάρρευση των βυζαντινών κοινοτήτων, η έλευση της Ούμα και το τραύμα του 1922

Διευρύνοντας την ιστορική του κριτική στη μεσαιωνική και νεότερη εποχή, ο Γιώργος Μαργαρίτης αμφισβήτησε ευθέως την εικόνα ενός αδιατάρακτου βυζαντινού κοινοτισμού. Όπως εξήγησε, η ισχύς της κεντρικής διοίκησης και ο στρατολογικός μηχανισμός της αυτοκρατορίας βασίστηκαν αρχικά στα υπολείμματα των αρχαίων αγροτικών κοινοτήτων. Ωστόσο, η σταδιακή επικράτηση των φεουδαλικών σχέσεων παραγωγής και η ενίσχυση της γαιοκτητικής αριστοκρατίας (των «δυνατών») οδήγησαν στην αποσάρθρωση αυτών των ελεύθερων κοινοτήτων, με αποκορύφωμα την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών.

Η κατάρρευση αυτή, υποστήριξε ο ιστορικός, δημιούργησε ένα τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό κενό στην Ανατολή, το οποίο διευκόλυνε την ταχύτατη εξάπλωση του Ισλάμ:

«Το αποτέλεσμα είναι το τεράστιο κενό, το οποίο καταλαμβάνει το Ισλάμ και κυριαρχεί. Γιατί; Διότι το Ισλάμ προσφέρει ένα υποκατάστατο αυτών των κοινοτήτων. Προσφέρει την πολιτική έννοια της “Ούμα” —της αδελφότητας, θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε— η οποία, αν θέλετε, έχει και την πολιτική αποτελεσματικότητα ενός μαζικού αντιστασιακού κινήματος, όπως το ΕΑΜ, απέναντι στη δυτική αποικιοποίηση τα επόμενα χρόνια. […] Και αν θέλετε, το Ισλάμ βοήθησε πολύ περισσότερο να διασωθεί η κλασική ελληνική παράδοση απ’ ό,τι το ίδιο το Βυζάντιο».

Περνώντας στον 19ο και 20ό αιώνα, ο κ. Μαργαρίτης απέρριψε την αντίληψη μιας αρμονικής σύμπτωσης μεταξύ του ελληνικού έθνους και του ελλαδικού κράτους. Υπενθύμισε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα υπήρχε μια διαρκής αντίφαση: οι Έλληνες εκτός των συνόρων ήταν σαφώς πολυπληθέστεροι, λειτουργώντας ως οργανικά και δομικά στοιχεία πολυεθνικών αυτοκρατοριών (της Οθωμανικής, της Αυστροουγγρικής, της Ρωσικής). Ο ευρύτερος αυτός ελληνισμός κατέρρευσε οριστικά μόνον όταν διαλύθηκαν οι ίδιες οι αυτοκρατορίες στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Καταλήγοντας στην τοποθέτησή του, ο ιστορικός συνέδεσε την πνευματική αναγέννηση του Μεσοπολέμου με το βίαιο τραύμα του ξεριζωμού:

«Μιλάμε για τον ελληνισμό σαν να ήταν ενιαίος. Τον 19ο αιώνα ο ελληνισμός αντιμάχεται την Ελλάδα και η Ελλάδα αντιμάχεται τον ελληνισμό, γιατί οι Έλληνες είναι σαφώς περισσότεροι έξω από τα σύνορα παρά μέσα σε αυτά. Και ο ελληνισμός εκτός συνόρων χάνεται όταν χάνονται οι αυτοκρατορίες. Γιατί ο Μεσοπόλεμος είναι τόσο παραγωγικός πνευματικά; Γιατί οι Έλληνες αναζητούν έναν καινούργιο εαυτό. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνισμού, Έλληνες και Ελλάδα γίνονται το ίδιο και το αυτό πράγμα μετά το 1924 και την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των πληθυσμών. Αυτό το πρόβλημα ταυτότητας παράγει τη μεγάλη πνευματική κίνηση της Γενιάς του ’30 και οδηγεί στην τρομερή δεκαετία του 1940-1950. Ας ασχοληθούμε, λοιπόν, λίγο και με την πραγματική ιστορία».

Η ανταπάντηση Κοντογιώργη: Το «μερικό» της νεωτερικότητας έναντι του «καθολικού» της επιστήμης

Η αντίδραση του Γιώργου Κοντογιώργη στις ενστάσεις του συναδέλφου του υπήρξε άμεση και μεθοδολογικά αδιάλλακτη. Λαμβάνοντας εκ νέου τον λόγο, υποστήριξε ότι η κριτική του κ. Μαργαρίτη αναπαράγει πιστά την κυρίαρχη νεωτερική ιστοριογραφία, η οποία πάσχει από ένα δομικό επιστημολογικό έλλειμμα: εγκλωβίζεται στη μελέτη του «μερικού» και αδυνατεί να συλλάβει τη συνολική νομοτέλεια του κοινωνικού φαινομένου.

«Αγαπητέ Γιώργο, υπάρχει μία ανισότητα στη δυνατότητά μου να απαντήσω, στο ότι έδωσες μία αντίληψη της ιστορίας και της ερμηνείας των γεγονότων η οποία είναι η κλασική και καθιερωμένη που κυριαρχεί παντού στη σημερινή πραγματικότητα. Τι κάνει αυτή; Προσεγγίζει την ιστορία με βάση το μερικό. Το μερικό δεν μπορεί να δώσει επιστήμη του καθολικού. Και έτσι, ούτε τον εαυτό της θα κατανοήσει η νεωτερικότητα, ούτε την ιστορία. Υπάρχει μια τεράστια τομή μεταξύ του ελληνικού κόσμου και της νεωτερικότητας, που έγκειται στην κλίμακα: από την πόλη στο κράτος-έθνος, από τη μικρή στη μεγάλη κλίμακα. Αυτή χρειάζεται μία ερμηνεία που να συνδυάζεται με τη βιολογία του κοινωνικού φαινομένου».

Απαντώντας σημείο προς σημείο στα επιχειρήματα Μαργαρίτη, ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου προχώρησε σε καίριες διευκρινίσεις:

  1. Αρχαιότητα, ναζισμός και δημοκρατία: Απέρριψε κατηγορηματικά τον συσχετισμό της αρχαίας πόλης με τον ρατσιστικό ολοκληρωτισμό, τονίζοντας ότι ο ναζισμός οικειοποιήθηκε επιλεκτικά την αισθητική και τη μορφολογία της κλασικής αρχαιότητας, αλλά πολέμησε με λύσσα τη δημοκρατική της ουσία. “Ο ναζισμός επικαλέστηκε την αρχαιότητα αλλά όχι τη Δημοκρατία”, είπε χαρακτηριστικά.

  2. Η διαρκής αρχή της δημοκρατίας: Αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι η δημοκρατία υπήρξε ένα βραχύβιο επεισόδιο λίγων δεκαετιών που έσβησε με το τέλος της κλασικής Αθήνας. Επικαλέστηκε το εκτενές ερευνητικό του έργο του 1982 —ένα πόνημα 700 σελίδων βασισμένο σε πρωτογενείς πηγές— για τα κοινά της Τουρκοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι η δημοκρατική συγκρότηση στη βάση της τοπικής αυτοδιοίκησης επιβίωσε αδιάπτωτα επί αιώνες, ακόμη και υπό τις πιο σκληρές συνθήκες δουλείας.

  3. Η κατάργηση της δουλείας και η οικονομική δημοκρατία: Υπογράμμισε ότι στη μακρά ιστορική της εξέλιξη, η δημοκρατία των πόλεων κατάφερε να υπερβεί τον θεσμό της δουλείας. Κατά τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο, η δημοκρατική αρχή δεν περιορίστηκε στο πολιτικό πεδίο, αλλά εφαρμόστηκε και στο οικονομικό σύστημα μέσω της εταιρικής οργάνωσης της εργασίας.

  4. Η απομυθοποίηση της Ρώμης: Χαρακτήρισε το ρωμαϊκό δίκαιο ως μια ολιγαρχική μεταγραφή του προγενέστερου ελληνιστικού δικαίου. Η Ρώμη κατέρρευσε εσωτερικά έπειτα από μόλις τέσσερις αιώνες κυριαρχίας ακριβώς επειδή δεν διέθετε το εξελικτικό ανθρωποκεντρικό βάθος του ελληνικού κόσμου, παραδίδοντας τη σκυτάλη της οικουμενικής συνέχειας στην Κωνσταντινούπολη.

Στρέφοντας τα βέλη του κατά της μαρξιστικής θεώρησης των κοινωνικών αγώνων, ο κ. Κοντογιώργης κατέληξε σε μια καίρια πολιτειολογική διάκριση:

«Όσες φορές επεχείρησε η ταξική πάλη να δημιουργήσει τους όρους της κυριαρχίας της κοινωνίας της εργασίας, απέτυχε. Γιατί πέτυχε η δημοκρατία; Διότι όποιος κατέχει την πολιτεία —με τους όρους της αυθεντικής πολιτειακής τυπολογίας και όχι της σημερινής εκλόγιμης μοναρχίας— αποφασίζει και για την αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος. Αυτό είναι που αρνείται η νεωτερικότητα: αισθάνεται αποτροπιασμό και απέχθεια στην ιδέα ότι η κοινωνία θα θεσμιστεί πολιτικά και θα πάρει την πολιτεία από το κράτος για να την κάνει δική της».

Η μάχη των χειρογράφων και το πρόταγμα του μέλλοντος

Το τελικό μέρος της αντιπαράθεσης μεταφέρθηκε στο πεδίο της διάσωσης και μεταλαμπάδευσης της κλασικής γραμματείας, με τον Γιώργο Κοντογιώργη να αντικρούει με συγκεκριμένα ποσοτικά δεδομένα τη θέση του κ. Μαργαρίτη περί καθοριστικού ρόλου του αραβικού κόσμου στην πνευματική αφύπνιση της Ευρώπης.

Παραθέτοντας τα στοιχεία της ιστορικής καταγραφής των χειρογράφων, ο ομιλητής παρουσίασε τη στατιστική πραγματικότητα της φιλολογικής παράδοσης:

  • Βυζαντινή χειρόγραφη παράδοση: Περισσότερα από 8.400 σωζόμενα κλασικά ελληνικά κείμενα διασώθηκαν και παραδόθηκαν στη Δύση απευθείας στην πρωτότυπη ελληνική γραφή τους μέσα από τα βυζαντινά μοναστικά και κρατικά αρχεία.

  • Αραβικές μεταφράσεις: Τα κείμενα που προήλθαν από τον αραβικό κόσμο στην αραβική γλώσσα ανέρχονται σε περίπου 1.300, αφορούν σχεδόν αποκλειστικά εξειδικευμένα ιατρικά και επιστημονικά έργα, ενώ τα μισά εξ αυτών διασώζονταν παράλληλα και στο πρωτότυπο από τους Βυζαντινούς.

Η πολιτισμική όσμωση που οδήγησε στην Αναγέννηση, υποστήριξε ο κ. Κοντογιώργης, υπήρξε κατά βάση υπόθεση του χριστιανικού κόσμου. Η Καθολική Εκκλησία είχε υψώσει συμπαγή δογματικά τείχη απέναντι στις ισλαμικές επιρροές, με αποτέλεσμα οι γόνιμες ανταλλαγές να διεξαχθούν με άξονα την Κωνσταντινούπολη —όπως αποδεικνύει η επαφή των Γερμανών αυτοκρατόρων της Οθωνικής περιόδου με το Βυζάντιο—, καθιστώντας τον μεσαιωνικό ελληνισμό τον αδιαμφισβήτητο τροφοδότη του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.

Η σύγκρουση στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων κατέστησε σαφές ότι η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα στον 21ο αιώνα δεν αποτελεί μια άγονη ακαδημαϊκή διένεξη γύρω από το παρελθόν. Αντιπροσωπεύει τη θεμελιώδη αναμέτρηση δύο αντίπαλων φιλοσοφικών παραδειγμάτων απέναντι στα αδιέξοδα της σύγχρονης δημοκρατίας.

Από τη μία πλευρά, ο ιστορικός υλισμός του Γιώργου Μαργαρίτη υπενθυμίζει με αυστηρότητα τα αμείλικτα όρια της δημογραφίας, της παραγωγικής βάσης και των ιστορικών ρήξεων, προειδοποιώντας ότι καμία κοινωνική συνταγή δεν μπορεί να επιβιώσει έξω από τις συγκεκριμένες υλικές της συνθήκες.

Από την άλλη πλευρά, η κοσμοσυστημική θεωρία του Γιώργου Κοντογιώργη προτάσσει την ανάγκη μιας ριζικής εννοιολογικής επανάστασης, καλώντας την κοινωνία να ανακτήσει τη μακρά ανθρωποκεντρική της παράδοση, ώστε να μεταβεί από το καθεστώς της εκλογικής ανάθεσης και της ιδιωτείας σε μια θεσμικά κατοχυρωμένη πολιτεία ελεύθερων πολιτών-εταίρων.

Στο μεταίχμιο αυτών των δύο προσεγγίσεων διακυβεύεται, τελικά, η δυνατότητα του σύγχρονου ανθρώπου να πάψει να ετεροκαθορίζεται ως παθητική μάζα και να καταστεί εκ νέου ο συνειδητός διαμορφωτής της ιστορικής του μοίρας.

 

Το ξέρουμε…

Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.

Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:

  1. - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
  2. - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ