Σε μια εκτενή και βαθύτατη συζήτηση με τον δημοσιογράφο Έζρα Κλάιν, ο διακεκριμένος Ισραηλινός ιστορικός και στοχαστής Γιουβάλ Νόα Χαράρι αναλύει τις ηθικές και ψυχολογικές προεκτάσεις της τρέχουσας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται ένα ιδιαίτερα κρίσιμο φαινόμενο: η έντονη δυσκολία της ισραηλινής κοινωνίας να αναγνωρίσει, έστω και σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, τα βάσανα του παλαιστινιακού πληθυσμού στη Γάζα. Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική κριτική, αλλά συνδέεται άμεσα με μια βαθύτερη υπαρξιακή κρίση που, κατά τον Χαράρι, απειλεί να ανατρέψει δύο χιλιάδες χρόνια εβραϊκής παράδοσης, σκέψης και πολιτισμού, μετατρέποντας μια ιστορική κουλτούρα μάθησης και ανοχής σε ένα σύστημα που βασίζεται αποκλειστικά στην ωμή ισχύ.
Το ψυχολογικό φράγμα απέναντι στο ανθρώπινο μαρτύριο της Γάζας
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο κ. Χαράρι εστίασε με έμφαση στον τρόπο με τον οποίο οι συμπατριώτες του διαχειρίζονται συναισθηματικά και επικοινωνιακά τις επιπτώσεις του πολέμου. Όπως παρατηρεί, ενώ οι Ισραηλινοί γνωρίζουν διανοητικά τι συμβαίνει, σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να το αντικρίσουν στην πραγματικότητα. Αντιμέτωποι με τις ανθρωπιστικές συνέπειες των στρατιωτικών επιχειρήσεων, επιστρατεύουν μηχανισμούς άρνησης ή άμεσης μετάθεσης της ευθύνης.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ισραηλινός στοχαστής:
«Αν τους δείξεις εικόνες ενός παιδιού που λιμοκτονεί στη Γάζα, θα πουν: “Αυτά είναι ψεύτικες ειδήσεις”. Ή θα εκτρέψουν αμέσως τη συζήτηση σε κάτι άλλο: “Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της Χαμάς”».
Από την πλευρά του, ο Έζρα Κλάιν επισημαίνει ότι ο εθνικός μηχανισμός αφήγησης ιστοριών λειτουργεί ως ασπίδα για την προστασία της ομάδας. Σύμφωνα με τον Κλάιν, η εβραϊκή κοινότητα στο Ισραήλ τείνει να εκλογικεύει τα παλαιστινιακά βάσανα, θεωρώντας τα είτε ως δίκαιη συνέπεια συλλογικής ευθύνης για τις πολιτικές επιλογές και τη διακυβέρνησή τους, είτε ως μια αναγκαία συνθήκη για την εγχώρια ασφάλεια, απορρίπτοντας ως αφελείς όσους διαφωνούν.
Ωστόσο, ο Χαράρι επιμένει ότι το πρόβλημα ξεπερνά την πολιτική επιχειρηματολογία, αγγίζοντας τα όρια της πλήρους απώλειας ενσυναίσθησης. Ακόμη και σε ένα υποθετικό σενάριο όπου το Ισραήλ θα είχε απόλυτο δίκαιο, η άρνηση παραμένει στερεά. Όπως δηλώνει:
«Μπορείς ακόμα και να τους πεις: “Το Ισραήλ έχει 100% δίκιο, το 100% του φταιξίματος για όσα συμβαίνουν στη Γάζα ανήκει στη Χαμάς, και ό,τι κάνει το Ισραήλ είναι 100% σωστό”. Εφόσον είναι τόσο σωστό και τόσο δίκαιο, θα έπρεπε να είναι εύκολο για εσάς να παρατηρήσετε τις συνέπειες της τέλειας δικαιοσύνης σας εδώ. Απλώς κοιτάξτε αυτή την εικόνα. Κι όμως, τόσοι πολλοί άνθρωποι απλώς δεν μπορούν να το κάνουν».
Η ιστορική μετάβαση από την πνευματικότητα στην ωμή ισχύ
Η αδυναμία αυτή να αναγνωριστεί ο πόνος του «άλλου» συνδέεται δομικά με μια ευρύτερη μεταβολή των αξιών εντός του Ιουδαϊσμού. Ο κ. Χαράρι υπενθυμίζει ότι ιστορικά, μετά την καταστροφή του Δεύτερου Ναού το 70 μ.Χ. από τις ρωμαϊκές λεγεώνες του Βεσπασιανού, ο Ιουδαϊσμός αποδεσμεύτηκε από τα αιματηρά τελετουργικά και τους ιερείς, μεταβαίνοντας σε μια θρησκεία μελέτης και μάθησης, με απαρχή το κέντρο που ίδρυσε ο Γιοχανάν μπεν Ζακάι στη Γιάβνε.
Για δύο χιλιάδες χρόνια, οι Εβραίοι ανά τον κόσμο πρέσβευαν ότι είναι αποδεκτό να είσαι διαφορετικός και να μειοψηφείς, αναπτύσσοντας την ελευθερία της σκέψης ως μια ανίσχυρη μειοψηφία. Σήμερα, όμως, η προσέγγιση της πολιτικής ηγεσίας υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται να ανατρέπει αυτή την κληρονομιά, υιοθετώντας το μοντέλο των αρχαίων διωκτών τους.
«Αν μετά από 2.000 χρόνια, οι Εβραίοι γίνουν απλώς οι Ρωμαίοι, ποιο ήταν το νόημα; Γιατί σπαταλήσατε 2.000 χρόνια; […] Αυτό ακυρώνει το σύνολο της εβραϊκής ιστορίας», προειδοποιεί ο Χαράρι.
Αναγνωρίζει δε ότι αν και ο πρώιμος Σιωνισμός επεδίωξε να δημιουργήσει έναν «Νέο Εβραίο» ικανό να αμυνθεί και να καλλιεργεί τη γη, η πλήρης υποταγή στους πειρασμούς της εξουσίας αποδεικνύεται ιστορικά καταστροφική.
Το ιδεολογικό σχίσμα της διασποράς και η ψευδαίσθηση της απόλυτης ασφάλειας
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση αντανακλάται και στο βαθύ σχίσμα που αναδύεται μεταξύ των Αμερικανοεβραίων και των Ισραηλινών. Όπως σημειώνει ο Έζρα Κλάιν, η εβραϊκή διασπορά στην Αμερική στηρίχθηκε ιστορικά στις αρχές του σύγχρονου φιλελευθερισμού, του πλουραλισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να παραμείνει ασφαλής. Αντίθετα, στο εσωτερικό του Ισραήλ εδραιώνεται μια ολοένα και πιο εθνοεθνικιστική κατεύθυνση, η οποία στρέφεται προς τον βιβλικό Ιουδαϊσμό —μια θρησκεία που ο Χαράρι χαρακτηρίζει ιστορικά ως «βίαιη, ανελεύθερη και εξαιρετικά μισαλλόδοξη» σε σύγκριση με την ανεκτικότητα του αρχαίου πολυθεϊστικού κόσμου, όπως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Στο επιχείρημα ότι η σκληρή πραγματικότητα της περιοχής και το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου επιβάλλουν τη χρήση ωμής βίας για την επιβίωση, ο Χαράρι απαντά ότι η ισχύς δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική διέξοδο, καθώς μια τέτοια λογική νομοτελειακά οδηγεί στην ανάγκη κατάκτησης ολόκληρου του κόσμου. Επισημαίνει μάλιστα ότι μετά την 7η Οκτωβρίου, οι περιφερειακές ειρηνευτικές συμφωνίες του Ισραήλ με την Αίγυπτο, την Ιορδανία και τα κράτη του Κόλπου άντεξαν, όπως άντεξαν οι συμφωνίες ασφαλείας με την Παλαιστινιακή Αρχή, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ παρέμεινε πιστή στη χώρα, προσφέροντας ιατρικές υπηρεσίες στα νοσοκομεία.
Η ανάγκη για μια εναλλακτική χρήση της ισχύος
Η αντοχή αυτών των συμφωνιών αποδεικνύει ότι η στρατιωτική ισχύς αποτελεί μόνο τη μισή εξήγηση για την ασφάλεια. Ο Χαράρι τονίζει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι η ύπαρξη του στρατού, αλλά ο τρόπος αξιοποίησης της ισχύος. Φέρνοντας ως παράδειγμα τη διαχείριση των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη —οι οποίοι δεν επιτέθηκαν στο Ισραήλ την 7η Οκτωβρίου— υποστηρίζει ότι οι εκεί ενέργειες στερούνται δικαιολογίας ασφαλείας και υπονομεύουν μακροπρόθεσμα κάθε προοπτική ειρήνευσης.
Η αδυναμία αναγνώρισης του πόνου του παλαιστινιακού πληθυσμού, σε συνδυασμό με την αποκλειστική επίκληση της στρατιωτικής υπεροχής, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ηθική υπόσταση του κράτους. Η διαμόwbrωση μιας μακροχρόνιας σταθερότητας στην περιοχή απαιτεί μια θεμελιώδη υπέρβαση αυτού του ψυχολογικού φράγματος. Η ισχύς ενός οργανωμένου κράτους δεν αποδεικνύεται μόνο από την ικανότητά του να καταστρέφει, αλλά πρωτίστως από τη βούλησή του να χρησιμοποιεί αυτή την ισχύ για τη δημιουργία συνθηκών δικαιοσύνης, ανοχής και αμοιβαίας αναγνώρισης της ανθρώπινης οδύνης, διασφαλίζοντας ότι η επιδίωξη της ασφάλειας δεν θα οδηγήσει στην πλήρη απώλεια των ανθρωπιστικών αξιών.