Η κινητικότητα για τους πιθανούς ελληνικούς υδρογονάνθρακες και το διεθνές επενδυτικό ενδιαφέρον δημιουργούν νέες προσδοκίες για την έρευνα και εκμετάλλευση στον ελλαδικό χώρο, ένα θέμα το οποίο είχε «παγώσει» για αρκετά χρόνια. Η προσέλκυση επενδύσεων στον κλάδο αποτελεί μια θετική εξέλιξη για πολλαπλασιαστικά οφέλη και αναμένεται να λειτουργήσουν ως πόλος έλξης επενδύσεων και σε άλλους τομείς καθώς το πετρέλαιο ακόμη και ως ιδέα είναι πάντα κάτι που «πουλάει».

Οι επενδύσεις όμως στο πετρέλαιο, οι έρευνες και η ενδεχόμενη παραγωγή είναι διαδικασίες που απαιτούν χρόνο.

Οι έρευνες απαιτούν χρόνο

Τα σεισμικά και οι έρευνες για τις απαιτούμενες άδειες (μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων κλπ) απαιτούν δύο με τρία χρόνια. Στο τέλος της συγκεκριμένης διαδικασίας, η επιχείρηση λαμβάνει την τελική απόφαση για το αν θα προχωρήσει στην επένδυση συνυπολογίζοντας πολλούς παράγοντες για το αν είναι συμφέρουσα (τιμή πετρελαίου τη δεδομένη στιγμή, γεωπολιτικό σκηνικό κλπ).

Η παραγωγή πετρελαίου

Ακόμη και αν γίνει ανακάλυψη κάποιου κοιτάσματος για να περάσουμε από στην πρώτη παραγωγή απαιτούνται δύο ή τρία χρόνια. Επομένως, απαιτείται αρκετός χρόνος από την ανακοίνωση ότι βρέθηκε πετρέλαιο μέχρι τη στιγμή που θα αντληθεί και θα είναι εκμεταλλεύσιμο. Από τον όγκο του πετρελαίου που θα διαπιστωθεί μόνο το 30% είναι αυτό που μπορούν οι εταιρείες «να τραβήξουν» και το υπόλοιπο παραμένει στο πέτρωμα.

Η απόσβεση της επένδυσης

Η απόσβεση της επένδυσης για τις πετρελαϊκές που ασχολούνται με έρευνα και εξόρυξη απαιτεί πέντε με 10 χρόνια και εξαρτάται από το κοίτασμα, την παραγωγή, τις δυσκολίες που θα εμφανίσει, τις δυνητικές αποδόσεις κλπ.

Το οικονομικό όφελος από την έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην Ελλάδα

Με βάσει όσα προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο, τα έσοδα για το κράτος από μια εκμετάλλευση δεν μπορεί να είναι λιγότερο από το 4% των συνολικών εσόδων του κοιτάσματος. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των 100 εκατ. βαρελιών για διάστημα 25 ετών δεν θα είναι παραπάνω από 170-200 εκατομμύρια το χρόνο για το δημόσιο. Επομένως, για να πούμε ότι η Ελλάδα θα γίνει ένα «Ελ Ντοράντο» θα πρέπει να υπάρξουν περιοχές με πολύ μεγαλύτερα κοιτάσματα από αυτά που έχουμε συνηθίσει να ακούμε ή αρκετά αυτού του μεγέθους.

Ποιες περιοχές παρουσιάζουν ενδιαφέρον στην Ελλάδα

Νέοι γύροι παραχωρήσεων με αναθεωρημένα και πλούσια δεδομένα αναμένονται για τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες με πρωταγωνιστές διεθνείς και εγχώριους «παίχτες» της αγοράς και το ενδιαφέρον να συγκεντρώνεται εκτός από την Δυτική Ελλάδα και την Κρήτη στην Μακεδονία και τη Θράκη.

Η πρόσφατη ανακάλυψη του Ζορ από μια μεγάλη ευρωπαϊκή εταιρεία στην Αίγυπτο περίπου στα σύνορα με την Κύπρο έδωσε «θετικά σήματα» και τώρα πια η βιομηχανία πιστεύει, έχει την απόδειξη, ότι υπάρχει και ένα δεύτερο πετρελαϊκό σύστημα το οποίο δεν είναι κλαστικό αλλά ασβεστολιθικό, το οποίο πρέπει να είναι εκτεταμένο στη Μεσόγειο. Η δυτική Ελλάδα όπως και η περιοχή νότια από την Κρήτη (η οποία υπάγεται στη λεκάνη του Ηροδότου, μια βαθειά περιοχή της Μεσογείου ανάμεσα στην Κύπρο, την Κρήτη και την Αίγυπτο) είναι μέρος αυτού του συστήματος. Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για να έρθει η βιομηχανία και να καταθέσει αιτήσεις.

Σύμφωνα με την ΕΔΕΥ η επόμενη τριετία θα είναι αρκετά δραστήρια καθώς θα υπάρχουν νέα σεισμικά δεδομένα με στόχο να υπάρξει ένας πλούσιος αδειοδοτικός γύρος μέχρι το 2022.

Προς αυτή την κατεύθυνση η εταιρεία θα διενεργήσει νέες σεισμικές έρευνες ενώ ήδη προχωρά στην επανεπεξεργασία των παλαιών, εξετάζει την αξιολόγηση του δυναμικού υδρογονανθράκων στη χώρα, παρακολουθεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υπάρχουσες συμβάσεις και δουλεύει για τη βελτίωση των όρων που θα ισχύσουν μελλοντικά για την έρευνα, ανάπτυξη και εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων.

Στο τέλος του 2017 αναμένεται ότι θα έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον για το 30% της συνολικής έκτασης στη δυτική Ελλάδα, το οποίο ουσιαστικά θα καλύψει το 61% από την έκταση που είχε προσφερθεί κατά τον γύρο παραχωρήσεων του 2014.