Η τρέχουσα πολεμική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν φέρνει στο προσκήνιο μια βαθύτερη συζήτηση για τη φύση της αμερικανικής ισχύος στον 21ο αιώνα. Ο Στίβεν Γουόλτ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στη Σχολή Kennedy του Χάρβαρντ, υποστηρίζει σε πρόσφατη ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy ότι η Ουάσιγκτον υιοθετεί πλέον συμπεριφορές που προσιδιάζουν σε «κράτος-παρία» (rogue state). Σύμφωνα με τον καθηγητή, η στρατηγική των ΗΠΑ, αν και παραμένουν η ισχυρότερη δύναμη παγκοσμίως, διολισθαίνει σε μια τακτική που αποδυναμώνει τη διεθνή της θέση, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη συμμάχων και εταίρων.
Τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και η «ερασιτεχνική» διπλωματία
Ο καθηγητής Γουόλτ επισημαίνει ότι ο πόλεμος με το Ιράν αναδεικνύει πρωτίστως τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής. Παρόλο που οι ΗΠΑ διαθέτουν την ικανότητα να καταστρέφουν υποδομές μεγάλης κλίμακας, η ισχύς αυτή δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε επιθυμητά πολιτικά αποτελέσματα. Η κρίση, όπως αναφέρει, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ικανότητα της αμερικανικής ηγεσίας να ασκεί εξωτερική πολιτική με συγκροτημένο σχέδιο.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κρίσης αποτελεσματικότητας υπήρξαν οι πρόσφατες συνομιλίες στο Ισλαμαμπάντ. Ο διεθνής Τύπος σχολίασε τη δομική δυσαναλογία των δύο αντιπροσωπειών: ενώ η Τεχεράνη εκπροσωπήθηκε από έμπειρους διπλωμάτες και ακαδημαϊκούς με διδακτορικούς τίτλους, η αμερικανική πλευρά αποτελούνταν από τον Αντιπρόεδρο, έναν μεγιστάνα των ακινήτων και τον γαμπρό του Προέδρου Τραμπ. Αυτή η «ερασιτεχνική διπλωματία», κατά τον Γουόλτ, οδήγησε σε παταγώδη αποτυχία, καθώς οι σύνθετες γεωπολιτικές κρίσεις δεν επιλύονται μέσα σε λίγες ώρες από πρόσωπα χωρίς την ανάλογη εμπειρία.
Στρατηγικοί υπολογισμοί και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ
Η προετοιμασία για τη σύγκρουση χαρακτηρίστηκε από τον καθηγητή ως «ασυνάρτητη». Η αμερικανική ηγεσία φαίνεται πως υποτίμησε την πιθανότητα να κλείσει το Ιράν τα Στενά του Ορμούζ, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις της Τεχεράνης. Η υπόθεση ότι το καθεστώς θα κατέρρεε σε λίγες ημέρες και ο πόλεμος θα τελείωνε γρήγορα αποδείχθηκε λανθασμένη, προκαλώντας τεράστιο οικονομικό κόστος σε παγκόσμια κλίμακα.
Στην πράξη, η συμπεριφορά των ΗΠΑ παρουσιάζει πλέον στοιχεία που στο παρελθόν η Ουάσιγκτον απέδιδε σε κράτη όπως η Βόρεια Κορέα ή η Λιβύη του Καντάφι: αδιαφορία για τους διεθνείς κανόνες, έναρξη παράνομων πολέμων και στοχευμένες δολοφονίες πολιτικών ηγετών. Αυτή η «θηρευτική» (predatory) προσέγγιση δεν στρέφεται μόνο κατά αντιπάλων, αλλά επεκτείνεται και προς τους συμμάχους, μέσω επιθετικών δασμολογικών πολιτικών ή ακόμη και με δηλώσεις για εξαγορά περιοχών όπως η Γροιλανδία, που παραπέμπουν σε άλλες εποχές.
Η γεωπολιτική μετατόπιση προς την Κίνα
Οι επιπτώσεις αυτής της συμπεριφοράς είναι ήδη ορατές στο διεθνές στερέωμα. Σύμμαχοι εντός του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, τηρούν πλέον αποστάσεις από την Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας να μην ταυτιστούν με έναν πόλεμο που θεωρούν παρορμητικό και αποτυχημένο.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια τάση «απεξάρτησης» (de-risking) από την αμερικανική επιρροή. Πολλές χώρες αναζητούν νέους εμπορικούς εταίρους και στρέφονται προς την Κίνα, η οποία προβάλλεται πλέον ως ένας πιο «υπεύθυνος» παίκτης στο διεθνές σύστημα. Η απώλεια της αμερικανικής αξιοπιστίας ενδέχεται να οδηγήσει σε μια μόνιμη αναβάθμιση του πολιτικού κύρους του Πεκίνου.
Η πρόκληση της επόμενης ημέρας και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης
Η κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράν περιπλέκεται περαιτέρω, καθώς η στρατιωτική πίεση οδήγησε τον πληθυσμό σε συσπείρωση γύρω από την κυβέρνηση, παρά τη φθορά που αυτή παρουσίαζε πριν από τον πόλεμο. Επιπλέον, η εξόντωση της ηγεσίας ανέδειξε ακόμη πιο σκληροπυρηνικά στοιχεία στην ιεραρχία της Τεχεράνης, καθιστώντας κάθε μελλοντική πολιτική διευθέτηση εξαιρετικά δυσχερή.
Η αποκατάσταση της αμερικανικής εικόνας μετά το 2028 θα αποτελέσει ένα τιτάνιο έργο. Ο Στίβεν Γουόλτ υποστηρίζει ότι η εμπιστοσύνη δεν θα ανακτηθεί εύκολα, δεδομένου ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη δύο φορές. Απαιτείται μια «εκκαθάριση» στο κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής και απόδοση ευθυνών για τα λάθη που διαπράχθηκαν. Μόνο αν η επόμενη κυβέρνηση αποδείξει έμπρακτα ότι σέβεται το διεθνές δίκαιο και τους συμμάχους της, θα μπορέσει να ανακόψει τη διολίσθηση των ΗΠΑ προς την απομόνωση.
Ποιοι θεωρείτε ότι είναι οι κρισιμότεροι παράγοντες που θα καθορίσουν αν η Ευρώπη θα παραμείνει προσδεδεμένη στο άρμα των ΗΠΑ ή αν θα επιλέξει μια αυτόνομη στρατηγική πορεία τα επόμενα χρόνια;



