Το πόσο σύνθετο και αβέβαιο είναι το εγχείρημα να μετατραπεί η Ελλάδα σε παραγωγό πετρελαίου ή φυσικού αερίου καταδείχθηκε μέσα σε λίγα μόλις 24ωρα. Δύο αντικρουόμενες κινήσεις από την πλευρά των πετρελαϊκών κολοσσών ήρθαν να υπενθυμίσουν ότι ο ενεργειακός σχεδιασμός δεν καθορίζεται στις τηλεοπτικές αίθουσες, αλλά στα αυστηρά οικονομικά και τεχνικά επιτελεία των επενδυτών.
Στις 21 Μαΐου, η κοινοπραξία των ExxonMobil και HELLENiQ Energy διεμήνυσε στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), μέσω της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ), ότι εγκαταλείπει οριστικά το θαλάσσιο «οικόπεδο» δυτικά της Κρήτης.
Η διάψευση των «υψηλών προσδοκιών»
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη δυσαρμονία με το κλίμα που καλλιεργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν Νοέμβριος του 2022 όταν ο τότε υπουργός ΠΕΝ, Κώστας Σκρέκας, μιλώντας στην κρατική τηλεόραση, δήλωνε χαρακτηριστικά ότι «το κοίτασμα το οποίο πιθανολογούμε ότι υπάρχει νοτιοδυτικά της Κρήτης και της Πελοποννήσου ίσως είναι η τελευταία ελπίδα που έχει η εξορυκτική βιομηχανία για να βρει μεγάλο κοίτασμα φυσικού αερίου στην περιοχή της ανατολικής Ευρώπης», προβλέποντας μάλιστα την έναρξη της παραγωγής για τη διετία 2027-2028. Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 2023, ο ίδιος επανερχόταν κάνοντας λόγο για «υψηλές προσδοκίες» από τις έρευνες στη θαλάσσια περιοχή της Κρήτης.
Τελικά, το «οικόπεδο» δυτικά της Κρήτης, το οποίο εντάχθηκε έντονα στο πολιτικό αφήγημα της επιτάχυνσης των ερευνών, επιστράφηκε στο Ελληνικό Δημόσιο πριν καν προχωρήσει στη φάση των τρισδιάστατων (3D) σεισμικών καταγραφών. Η απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητική ρητορική και την τελική επενδυτική απόφαση αποδείχθηκε, για άλλη μια φορά, χαοτική.
Η στρατηγική στροφή στο Ιόνιο
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του ΥΠΕΝ, η κοινοπραξία των ExxonMobil και HELLENiQ Energy στάθμισε τα δεδομένα και επέλεξε να μην δαπανήσει περαιτέρω πόρους για νέες σεισμικές έρευνες δυτικά της Κρήτης —μια διαδικασία που θα απαιτούσε επιπλέον δύο με τρία χρόνια μέχρι τη λήψη απόφασης για γεώτρηση. Αντίθετα, προτίμησε να στρέψει τα κεφάλαιά της άμεσα προς το Βορειοδυτικό Ιόνιο και συγκεκριμένα στο «Block 2».
Σημειώνεται ότι ήδη από τις 19 Μαρτίου, η ΕΔΕΥΕΠ είχε γνωστοποιήσει ότι η κοινοπραξία Energean (ως διαχειριστής), ExxonMobil και HELLENiQ Energy, ως συμμισθωτές της υπεράκτιας παραχώρησης του «Block 2», προχωρά στην έναρξη της δεύτερης φάσης ερευνών, η οποία περιλαμβάνει πλέον και ερευνητική γεώτρηση.
Εν ολίγοις, η κοινοπραξία εγκατέλειψε τη θαλάσσια ζώνη δυτικά της Κρήτης για τον απλούστατο λόγο ότι τα μέχρι τώρα στοιχεία δεν έδειξαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι έρευνες υδρογονανθράκων παραμένουν μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία και οι διθυραμβικές πολιτικές διακηρύξεις πέφτουν στο κενό όταν ο τελευταίος λόγος ανήκει αποκλειστικά στα επιστημονικά ευρήματα.
Οι αντιδράσεις και η τοπική κοινωνία
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση γύρω από το ενεργειακό μέλλον της Κρήτης δεν μπορεί να διεξάγεται ερημήν της κοινωνίας. Δεν πρέπει να αμελούνται οι έντονες αντιδράσεις που εκδηλώνονται από μερίδα πολιτών και περιβαλλοντικών φορέων.
Οι ανησυχίες εστιάζουν τόσο στο μεγάλο τεχνικό ρίσκο που συνεπάγονται οι έρευνες σε τόσο μεγάλα θαλάσσια βάθη, όσο και στο θεμελιώδες ερώτημα για το αν και κατά πόσο υπάρχουν τελικά πραγματικά οφέλη για την τοπική κοινωνία από την εξορυκτική δραστηριότητα τη στιγμή μάλιστα που οι συνέπειες από ένα ατύχημα για έναν τόπο που εξαρτάται από τον τουρισμό είναι τεράστιες.
Το ζήτημα της Κρήτης αποδεικνύει ότι η ενεργειακή πολιτική απαιτεί σοβαρότητα, μετριοπάθεια, ρεαλισμό, πάντα σε συνεννόηση με την τοπική κοινωνία, μακριά από επικοινωνιακά πυροτεχνήματα που διαψεύδονται με την πρώτη αναδίπλωση των αγορών.



