ΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ 2085

1 Σχόλιο

"Sponsored links"

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

 

«… “Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη;”

“Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!”

 Σκύβω κι αφουγκράζομαι  την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου.»

Νίκος Καζαντζάκης

 

Την επόμενη μέρα ξεκινάμε με τον Αμερικάνο φίλο μας για την κατάβασή μας στον κάτω κόσμο. Κρατάμε και οι τρεις τα όπλα μας. Ο Τζον κουβαλά και ένα σακίδιο. Μας πληροφορεί  για τα βασικά:

"Sponsored links"

«Η σχέσηΠαριζιάνου και υπογείου ήταν ανέκαθεν ισχυρή.Πάει μακριά αυτή η ιστορία. Ξεκινά στην αρχαιότητα.Ήταν μία σχέση ζωής, καθώς πολλοί Παριζιάνοι δούλευαν εκεί  ή θανάτου, γιατί στον κάτω κόσμο οι Παριζιάνοι στέλνανε τους νεκρούς. Στις  υπόγειες στοές των αρχαίων ορυχείων. Οι μόνοι ζωντανοί στον κάτω κόσμο ήταν οι εργάτες των ορυχείων που βρίσκονταν γύρω και πάνω από τις κατακόμβες. Τον 19ο αι. τα πράματα αλλάζουν κάπως. Οι Παριζιάνοι του 19ου αιώνακατέβαιναν λοιπόν στους υπονόμους κάνοντας ένα είδος υποχθόνιου τουρισμού. Η πρώτη τουριστική διαδρομή εγκαινιάστηκε τον 19ο αι. Κακόμοιροι εργάτες  έσερναν μικρές, πολυτελείς βαρκούλες με αριστοκράτες στις καλοφωτισμένες υπόγειες διαδρομές.»

«Πολύ ενδιαφέρον. Υποχθόνιος τουρισμός…» τόνισε ο Κώστας.

«Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να καταφεύγουν στους υπονόμους και να τους διαμορφώνουν σαν τόπους διαμονής άνθρωποι, που δεν ήθελαν να μπλεχτούν στις συγκρούσεις μεταξύ των Σεχτών. Άποροι και ιδεολόγοι, καλλιτέχνες και απογοητευμένοι μαχητές. Άνθρωποι χωρίς δίψα για εξουσία.»

Καθώς προχωράμε για την καταπακτή, ο Αμερικάνος και ο Κώστας έχουν κάποιες διαφωνίες για φιλοσοφικά θέματα. Είναι και οι δύο πολύ μορφωμένοι και συνεχώς συζητούν… Εγώ δεν παίρνω μέρος στη συζήτηση. Τους βρίσκω κουραστικούς. Σκέφτομαι τον υπόγειο κόσμο που μας περιμένει. Τον λαβύρινθο. Είχα πάει κάποτε σε κάποιον άλλο λαβύρινθο, αλλά είχα πάει σαν καταστροφέας, σαν φονιάς! Δεν  το λέω  σε αυτούς τους δύο φίλους μου, τόσο από ντροπή, όσο και γιατί φοβάμαι μη με πάρουν από φόβο.

Το 2064 είχα πάρει μέρος στη σφαγή  της υπόγειας πόλης της Μαλακόπης στην Καππαδοκία, μίας πόλης βάθους  85 μέτρων. Η υπόγεια πόλη χρησιμοποιείτο αρχικά για να κρύβονται  οι πρώτοι Χριστιανοί, που κατόρθωναν να ξεφύγουν από τη δίωξη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έμεινε αχρησιμοποίητη για αιώνες. Μέχρι που οι απόκληροι άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ξανά. Όπως έγινε και εδώ στο Παρίσι. Κατεβήκαμε με διαταγή από τους διοικητές μας να μην αφήσουμε κανέναν ζωντανό. Σκορπήσαμε θάνατο  μέσα στις υπόγειες σήραγγες. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα τώρα. Τότε κατέβηκα σαν δολοφόνος. Τώρα κατεβαίνω σαν φυγάς. Η άλλη όψη του νομίσματος.

Φτάνουμε στην καταπακτή και ξεκινάμε την κατάβασή μας για δέκα περίπου μέτρα. Φτάνουμε σε ένα πλατύ διάδρομο. Προχωράμε μέσα σε ένα φωτισμένο γκρίζο λαβύρινθο για κάμποση ώρα. Πού και πού περνάμε από δωμάτια. Βλέπω ότι μέσα σε αυτά τα δωμάτια μένουν οικογένειες.

«Πολλά από τα δωμάτια που βλέπεις έχουν τεράστια έκταση. Είναι κάποια από τα παλιά ορυχεία.Ο κόσμος τα μετέτρεψε σε ευρύχωρους χώρους διαμονής.»

Πραγματικά βλέπω ότι δεν τους λείπει τίποτα. Τέτοια άνεση δεν έχω ξαναδεί τα τελευταία χρόνια. Έπιπλα, κρεβάτια κουζίνες κλπ. Παιδιά τρέχουν εδώ και εκεί χαρούμενα. Ο λαβύρινθος που προχωράμε βγάζει προς τα κάτω. Συνεχίζουμε λοιπόν την κατάβασή μας. Τώρα ο διάδρομος στενεύει.Κάποιοι έχουν ζωγραφίσει τους τοίχους, δίνοντας ζωή στο μονότονο γκρίζο.

Προχωράμε κι άλλο. Ο διάδρομος πλαταίνει ξανά. Τα πάντα είναι φωτισμένα. Πριν κυριαρχούσε το απαλό λευκό. Τώρα το γαλάζιο. Τόσα χρώματα δεν είδα ποτέ μου στις «φωτεινές»  περιοχές του δήθεν «πολιτισμένου» κόσμου. Το φως είναι άφθονο και διαχέεταιστον υπόγειο κόσμο. Ρωτάω τονΤζον  πώς και υπάρχει τόσο φως εδώ. Μου εξηγεί ότι οι Σέχτες δε γνώριζαν ότι το “Σκοτεινό Παρίσι” (όπως το αποκαλούσαν αυτές υποτιμητικά)κατάφερε να  βάλει ξανά σε λειτουργία έναν παλιρροϊκό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στα προάστια του Παρισιού.

«Γιατί τότε το επίγειο κομμάτι του ΕλεύθερουΠαρισιού μένει στο σκοτάδι;» ρωτάει ο Κώστας.

«Σκέψου αυτήν την κίνηση  σαν αστικό καμουφλάζ», απαντά ο Τζον. «Αν οι Σέχτες καταλάβαιναν πόσο πολύ έχει προχωρήσει η κατάσταση σε αυτήν την πλευρά της πόλης,  θα επεμβαίνανε  πιο οργανωμένα για να τα καταστρέψουν όλα!». Τρομακτική σκέψη πράγματι.

«Άσε τους να νομίζουν ότι το “Σκοτεινό Παρίσι”  είναι πράγματι σκοτεινό! Άσε τους να πιστεύουν το ίδιο τους το ψέμα», είπα.

«Άσε τους να πέσουν θύματα της προκατάληψής τους. Σκοτεινό Παρίσι, κανίβαλοι, χάος. Άσε τους να πιστεύουν αυτό που θέλουν» συμπλήρωσε σαρκαστικά ο Τζον.

Στα δεξιά μου υπάρχει μία μεγάλη αίθουσα.Φωτίζεται από κόκκινο νέον φως και στο κέντρο κάθονται παρέες και πίνουν καφέ. Από πίσω τους βρίσκεται ένα μπαρ. Ένα καφέ-μπαρ λοιπόν.

«Βλέπω καλοπερνάει ο κόσμος εδώ!» σχολιάζει χαρούμενος ο Κώστας.

Περνάμε μπροστά από μία τεράστια γαλαρία που έχει μετατραπεί σε τεράστιο κήπο. Είναι γεμάτη με πολλά και διαφορετικά φυτά, μικρά περιποιημένα δέντρα, υπέροχα λουλούδια κόκκινα και μπλε. Κάπου ξεχωρίζω και μαύρες τουλίπες.

«Πώς γίνεται αυτό; Είναι αδύνατον! Φυτά σε τέτοιο βάθος και χωρίς το φως του ήλιου;» ρωτάει έκπληκτος ο Κώστας.

«Μία ομάδα καλλιτεχνών γεωπόνων  δημιούργησε ποικιλίες που χρειάζονται ελάχιστο φως για να ευδοκιμήσουν. Με ένα σύστημα κατόπτρων το φως φτάνει μέχρι εδώ, έστω και σε περιορισμένο βαθμό. Τη δουλειά του όμως  την κάνει. Αυτοί οι γεωπόνοι έχουν κάνει θαύματα. Πού να δείτε το δάσος των μανιταριών.»

 Συνεχίζουμε την κατάβαση. Περνάμε μπροστά από μία αίθουσα κινηματογράφου! Είναι απίστευτο… Εκατοντάδες  θεατές παρακολουθούν μία ασπρόμαυρη ταινία,από αυτές που έβγαιναν  150 χρόνια πριν. Καθόμαστε λίγο μπροστά από το τεράστιο άνοιγμα της αίθουσας και χαζεύουμε. Κινηματογράφος; Αλήθεια πόσα χρόνια έχω να δω ταινία;

Ένας τύπος ντυμένοςμε ρούχα μίας άλλης εποχής φιλά παθιασμένα μία όμορφη κοπέλα. Σπάνια βλέπεις ανθρώπους να φιλιούνται με τόσο πάθος στις μέρες μας. Κοιτάμε σαν χαμένοι μία σκηνή από έναν άλλο κόσμο, μία άλλη εποχή. Και προχωράμε προς το παρόν. Προς τα κάτω.

«Τώρα φτάνουμε στις κατακόμβες του Παρισιού. Εδώ φυλάσσονται  οι νεκροί αιώνων.»

Στην είσοδο υπάρχει μια επιγραφή που λέει: «Σταμάτα! Εδώ είναι η αυτοκρατορία του θανάτου!». Περνάμε μέσα από το δαιδαλώδη κόσμο των οστών. Τον κόσμο του θανάτου… Σκέφτομαι με θλίψη τη Μαρία και πόσο θα ήθελε να τα έβλεπε όλα αυτά. Οι μπάσταρδοι της το στέρησαν.

Σκελετοί και νεκροκεφαλές στοιβαγμένοι παντού. Η ατμόσφαιρα νοσηρή και συνάμα γοητευτική. Από κάπου ακούμε ήχους ροκ! Σε μία πλατιά αίθουσα έχουν μαζευτεί κάμποσοι τύποι, ακούνε εκστασιασμένοι μία μπάντα και χτυπιούνται. Απίστευτο! Ο τραγουδιστής κραυγάζει κάτι στα Γαλλικά. Ο Κώστας που ξέρει γαλλικά μεταφράζει: «Ζήτω ο Θάνατος. Ο Θάνατος δεν είναι τόσο κακός, όταν η ζωή είναι μία ψευδαίσθηση, μια παραλλαγή του τρόμου.». Αφήνουμε πίσω τις κατακόμβες και συνεχίζουμε.

 

«Κάπου εδώ ο δρόμος των ορυχείων διασταυρώνεται με το υπόγειο  μετρό. Είναι μία από τις “πόλεις”  του Υπόγειου  Παρισιού. Θα πάθετε πλάκα».

«Ήδη έχουμε πάθει, φίλε μου. Ήδη.» Συγκρίνω τη ζωή εδώ με το τι είδαν τα μάτια μου στο «Φωτεινό Παρίσι». Παντού  κρεμασμένους, πτώματα στους δρόμους, σκουπίδια  και μίσος. Όπως και στην Αθήνα. Όπως και στη Βουδαπέστη. Στη Ρώμη. Όπως  παντού.

Καθώς  βαδίζουμε φτάνουμε σε έναν πλατύ δρόμο,ο οποίος τέμνει κάθετα το δρόμο των ορυχείων, που κάπου εδώ φτάνει στο τέλος του. Καθώς στρίβουμε προς τα δεξιά, καταλαβαίνουμε από τις ράγες ότι έχουμε  μπει σε μετρό.

 «Μη φοβάστε. Ο συρμός είναι νεκρός.»

«Γιατί; Υπήρχε περίπτωση να λειτουργούσε;»

«Κάποιος είναι ανοιχτός, ώστε να μεταφέρονται πράγματα και άνθρωποι από την επιφάνεια. Από σημεία του  Ελεύθερου  Παρισιού. Ο συγκεκριμένος συρμός στο σταθμό-πόλη που πάμε έχει καταργηθεί.»

Προχωράμε για πέντε λεπτά σε αυτόν τον αχνάφωτισμένοδρόμο. Τελικά φτάνουμε σε ένα πολύ φωτισμένο μέρος. Είναι ο υπόγειος σταθμός. Μία ταμπέλα νέον ξεχωρίζει. Η ταμπέλα γράφει, όπως μας εξηγεί ο Αμερικάνος,:«Η πόλη του Πλούτωνα και της Αριάδνης». Τα παλιά γραφεία,δωμάτια και εμπορικά καταστήματα, έχουν μετατραπεί σε ευρύχωρες κατοικίες δεξιά και αριστερά από τις αχρησιμοποίητες ράγες. Υπάρχουν και μαγαζιά που πουλάνε είδη πρώτης ανάγκης. Το μόνο που θυμίζει ότι κάποτε εδώ ήταν υπόγειο μετρό, είναι οι ράγες και οι αχρησιμοποίητες πλέον κυλιόμενες σκάλες. Καθώς ανεβαίνουμε τις σκάλες,φτάνουμε σε αχανείς χώρους, που κάποτε χρησιμοποιούνταν για να βαδίζουν οι χιλιάδες των επιβατών. Τώρα αυτοί οι χώροι φιλοξενούν δεκάδες αυτοσχέδιες (από πλαστικό και ξύλο) κατοικίες. Πρέπει να κατοικούν κοντά στα χίλια άτομα,ίσως και παραπάνω, σ’ αυτήν την πόλη.

Ρωτάω τον Τζον που βρίσκουν τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης αυτοί οι άνθρωποι. Μου απαντά ότι κάποια τρόφιμα παράγονται  υπογείως  χάρη  στις πατέντες των γεωπόνων-καλλιτεχνών,αλλά τα περισσότερα από τα τρόφιμα και τα λοιπά  απαραίτητα προϊόντα έρχονται από την επιφάνεια. Πολλοί μένουν εδώ,αλλά ανεβαίνουν το πρωί πάνω, για να δουλέψουν στις αγροτικές καλλιέργειες. Υπάρχει μία συμβιωτική και αμοιβαία σχέση  μεταξύ της πάνω πόλης και του κάτω κόσμου. Έτσι,οι κάτοικοι του υπογείου κόσμουπρομηθεύουν με υγιέςνερό αυτούςπου ζουν πάνω, καθώς έχουν αναλάβει τον καθαρισμό του υπογείου δικτύου ύδρευσης  και την επιδιόρθωση των  πιθανών βλαβών σε αυτό. «Πιο σημαντικό όμως  είναι  ότι υπάρχει εδώ για όλους ένα ασφαλές καταφύγιο. Πρέπει να δεις το “σκοτεινό” (δηλαδή το πάνω) και  το υπόγειο Παρίσι σαν ένα συμβιωτικό οικοσύστημα.Αυτό που ονομάζουμε Ελεύθερο Παρίσι.  Όσοι ζουν πάνω, χρειάζονται και προστατεύουν τον υπόγειο κόσμο. Είναι η μόνη τους διαφυγή όταν τα πράγματα σκουρύνουν.»

Σιγά σιγά τα πάντα έχουν αρχίσει και αποκτούν νόημα. Το πάζλ στο μυαλό μου έχει αρχίσει να λύνεται. Ένας κόσμος στη μία πλευρά της πόλης που επέλεξε να ζει αθόρυβα και μέσα στο φαινομενικό σκοτάδι για να επιβιώσει. Ένας κόσμος κατασυκοφαντημένος, αλλά τόσο υπέροχος. Πολλά πράματα στη ζωή όμως είναι έτσι.

«Θα κοιμηθούμε σήμερα εδώ, σε ένα πανδοχείο. Αύριο θα πάμε στη σπηλιά των καλλιτεχνών.» Πράγματι, χτυπάει την πόρτα σε ένα πρώην  γραφείο που έχει ταμπέλα HOSTEL. Ανοίγει μία μεσήλικη  γυναίκα. Ο Τζον παίρνει από το σακίδιο  του ένα ουίσκι και της το δίνει. Αυτή είναι η πληρωμή. Το μπουκάλι ουίσκι είναι κάτι δυσεύρετο στις μέρες μας. Πέφτουμε να κοιμηθούμε.

Την επομένη ακολουθούμε έναν υπόνομο. Απ’ ό,τι μας λέει ο Τζον, ο συγκεκριμένος πρέπει να είναι πολύ παλιός.Έχουμε μπει λοιπόν στο παλιό υπόγειο δίκτυο αγωγών. Προχωράμε μέσα σε στενούς  διαδρόμους. Τα νερό κυλάει μαζί μας φτάνοντας σε ύψος μόνο τους πέντε πόντους, αλλά σε κάποια σημεία πρέπει να προσπεράσουμε μεγάλες λακκούβες με βρώμικα νερά και να βρέξουμε τα πόδια μας. Ευτυχώς φοράμε και οι τρεις αρβύλες.

«Το υπόγειο Παρίσι είναι γεμάτο από υπόγειος αγωγούς. Εκατοντάδες χιλιόμετρα από αυτούς αυλακώνουν αυτόν τον κόσμο.»Προχωράμε για μία ώρα με τον ήχο του νερού που κυλάει δίπλα μας να μας υπνωτίζει. Φτάνουμε σε μία υπόγεια λίμνη,όπου στην ακτή μάλιστα υπάρχει και ένας μικρός συνοικισμός. Σταματάμε για λίγο σε ένα μπαρ. Ο φωτισμός εδώ είναι ελάχιστος, αλλά παντού υπάρχουν κεριά και πυρσοί, που κάνουν την κατάσταση υποφερτή. Ήταν πράγματι απίστευτη εμπειρία. Μπορώ να πω ότι ψιλομεθύσαμε. Ρώτησα τον Αμερικάνο πού βρίσκανε το κρασί. Μου εξήγησε ότι στην επιφάνεια το παρασκευάζουνε από μήλα. Τα άλλα ποτά (ουίσκι, βότκα κλπ) είναι πλέον σπάνια. Πίνοντας το ποτό μου, παρατηρούσα τη λίμνη με τα μαύρα νερά της. Μέσα σε έναν κόσμο από σταλακτίτες,όπου άνθρωποι ζούσαν σε σπηλιές,ευτυχισμένοι,παρατηρώντας τα νερά ενός υπόγειου κόσμου,κατανόησα τελικά  ότι ο άνθρωπος έπρεπε να κρυφτεί κάτω από τη γη για να βρει την ησυχία του. Θυμήθηκα κάτι που  μου είχε πει ο Κώστας. Οι άνθρωποι, μέσα από το πέρασμα των αιώνων, έζησαν περισσότερα χρόνια σε σπηλιές και υπόγεια,παρά στην επιφάνεια.

Μισομεθυσμένοι συνεχίσαμε το δρόμο μας. «Αφήνουμε το δίκτυο αγωγών. Μπαίνουμε στην άγρια φύση.»

Κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε ο John. Εδώ ο πολιτισμός δεν έχει βάλει τόσο το χέρι στη διαμόρφωση του τοπίου.Πορευόμαστε καθοδικά μέσα σε έναν φυσικό λαβύρινθο με μικρές και μεγάλες σπήλαια, αλλά και υπόγειες  λίμνες. Υπάρχει κόσμος που κατοικεί διάσπαρτα σε σπηλιές. Πολλοί κυκλοφορούν γυμνοί. Κάτι σαν χίπηδες. Στην ακτή μίας υπόγειας  λίμνης  γίνεται ένα σεξουαλικό όργιο με διάφορους συμμετέχοντες. Μέτρησα καμία δεκαριά άντρες και γυναίκες,χαμένους  μέσα στο χάος της ηδονής.

Προχωράμε χωρίς να θέλουμε να ενοχλήσουμε. Άλλωστε ήταν τόσο απασχολημένοι, που δε νομίζω να μας πρόσεξαν καν. Πορευόμαστε συνεχώς προς τα κάτω… Ο φωτισμός συνεχώς ελαττώνεται.

Επιτέλους φτάνουμε σε μία τεράστια σπηλιά. Η σπηλιά των καλλιτεχνών!  Ο φωτισμός είναι εδώ πολύ έντονος. Υπάρχουν πυρσοί στα τοιχώματα της σπηλιάς που δημιουργούν μια δαιμονισμένη φωταγωγία στο μέρος. Διάσπαρτα γλυπτά  απλώνονται παντού μπροστά μας. Άλλα είναι τρομακτικά, άλλα παιδικά. Άλλα γλυπτά είναι σουρεαλιστικά, άλλα γκροτέσκο  ενώ  άλλα μοιάζουν με αρχαία ελληνικά αγάλματα. Η θεματολογία είναι τεράστια: ξωτικά, μινώταυροι, ρομπότ, άνθρωποι κλπ.Ένα τεράστιο λιοντάρι μου τραβά την προσοχή.Θυμάμαι αμέσως τα λιοντάρια στη      Θεσσαλονίκη. Ένα από αυτά είχε γυρίσει και με είχε κοιτάξει. Ήταν το 2065.Αυτή η κίνηση του λιονταριού ήταν το πρώτο παραφυσικό και παρανοϊκό συμβάν που μου συνέβη. Από τότε το παράλογο έγινε ο κανόνας. Τα λιοντάρια ήταν κάποτε σύμβολα της Ε.Ε. Γι’ αυτό άλλωστε και τα αγάλματα λιονταριών στόλιζαν όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις. Χαριτολογώντας, ρώτησα τον Αμερικάνο αν ο δημιουργός του λιονταριού ήταν νοσταλγός της Ε.Ε. Ο  John απάντησε γελώντας: «Δεν νομίζω. Δεν μπορεί η Ε.Ε. να κατοχυρώσει ένα ζώο. Θα ήταν γελοίο. Για τον συγκεκριμένο  καλλιτέχνη, το λιοντάρι που δημιούργησε, συμβολίζει  κάτι διαφορετικό από αυτό που σημαίνει  το λιοντάρι σαν σύμβολο της Ε.Ε. Άλλωστε ένα λιοντάρι είναι ένα λιοντάρι, τίποτα παραπάνω. Δεν φταίει αυτό για το συμβολισμό και την αξία που του δίνουμε εμείς  οι άνθρωποι.»

Μεταξύ των ανθρώπινων δημιουργημάτων παρεμβάλλονται τα φυσικά δημιουργήματα, οι εντυπωσιακοί δηλαδή  σταλαγμίτες του σπηλαίου. Κάποιοι  απ’ αυτούς φτάνουν σε μεγάλο ύψος, σχεδόν το διπλάσιο από το δικό μας. Λίγος κόσμος περιφέρεται και χαζεύει τα έργα τέχνης και τους σταλαγμίτες.

Στους τοίχους του τεράστιου σπηλαίου υπάρχουν σκαλισμένες παραστάσεις. Άλλες μικρές και άλλες μεγάλες.Μία όμως ξεχωρίζει. Κάποιος έχει ζωγραφίσει έναν τεράστιο ήλιο που καλύπτει όλο το τοίχωμα στη μία πλευρά της σπηλιάς. Φωτισμένος από τους πυρσούς  αυτός ο ήλιος,δίνει ένα υπέροχο θέαμα. Οι ζωγραφισμένοι πέτρινοι όγκοι του τοιχώματος, που προεξέχουν μυτερά προς τα έξω,μοιάζουν με πύρινες γλώσσες , έτοιμες να ξεφύγουν από τον ήλιο  και να μας κάψουν όλους.

«Υπόγειος ήλιος» τόνισε ο Κώστας, «συμβολίζει κάτι; ‘Ίσως  ότι την απουσία ήλιου σε τέτοια βάθη την αντικατάστησε η ανθρώπινη  δημιουργικότητα; Η τέχνη και η επιστήμη; Αυτά είναι ο υπόγειος ήλιος που φωτίζει τις ζωές των ανθρώπων πλέον…»

«Πάμε κάπου που είναι ακόμα καλύτερα!» είπε ο John.

Ακολουθήσαμε τον Αμερικάνο, καθώς μπήκαμε σε μία στενή σήραγγα που βρίσκεται  στην άκρη της σπηλιάς. Προχωράμε σχεδόν μπουσουλώντας καθώς το ύψος της δε  ξεπερνά τη μέση μας, ενώ είμαστε ακόμα ψιλομεθυσμένοι. Σε κάποια στιγμή η ανάσα μου κόβεται. Μια νυχτερίδα περνά ξυστά από το πρόσωπό μου. Συνεχίζουμε αυτή την ιδιόμορφη πορεία για δέκα λεπτά. Βλέπουμε φως επιτέλους. Ένα μαγικό μωβ φως έρχεται από το τέλος αυτής της στενής φυσικής σήραγγας. Πεταγόμαστε σε μία άλλη τεράστια σπηλιά.

Το φως κυριαρχεί εδώ απόλυτα. Ένα σαρωτικό μωβ χρώμα που μας υπνωτίζει. Μπροστά μας απλώνεται μία τεράστια αποικία μεγάλων μανιταριών!  Φτάνουν σε ύψος τα δύο μέτρα. Αυτά τα μανιτάρια λοιπόν,φωσφορίζουν μωβ σε τόση  μεγάλη ένταση, που το φυσικό σκοτάδι της  σπηλιάς  έχει εξαφανιστεί. Μία περίεργη μυρωδιά κυριαρχεί παντού. Αρχίζουμε να βαδίζουμε μέσα από τα μωβ φωσφορίζοντα μανιτάρια. Κάτω από πολλά μανιτάρια υπάρχουν άνθρωποι  που κοιμούνται μακάρια. Προχωράμε χαζεύοντας έτσι για πέντε λεπτά, αλλά δεν είδαμε ούτε έναν ξύπνιο. Γιατί άραγε;

OΤζον μαςλέει: «Οι καλλιτέχνεςγεωπόνοι! Δείτε τι έφτιαξαν ! Το απόλυτο έργο τέχνης. Μανιτάρια γίγαντες.»

Έχω αρχίσει ήδη να ζαλίζομαι. «Κάτι δεν πάει καλά» λέει ο Κώστας. Χάνομαι ξαφνικά σε μία υπέροχη ζαλάδα. Πέφτω να ξαπλώσω κάτω από ένα μανιτάρι. Ε τον μαλάκα τον Αμερικάνο, σκέφτηκα. Ήθελε να έρθει εδώ για να μαστουρώσει. Έπρεπε να μας το έλεγε. Αυτή η περίεργη μυρωδιά… Προφανώς είναι η μυρωδιά των μανιταριών και έχει ναρκωτική δράση. Οι καλλιτέχνες γεωπόνοι κατασκεύασαν αυτό το δάσος μανιταριών για να μαστουρώνουν; Ποιος ξέρει. Προς το παρών με κατακλύζουν μόνο θετικές σκέψεις. Αφήνω το όπλο δίπλα μου και κλείνω τα μάτια μου. Βυθίζομαι σε έναν υπέροχο και βασανιστικό μωβ ύπνο.

Ξύπνησα ζαλισμένος. Κάθομαι  σε έναν καναπέ. Το φως είναι περιορισμένο και έρχεται από κεριά στο τραπέζι μπροστά μου. Στους τοίχους υπάρχουν πράσινες ταπετσαρίες με περίεργα και σκοτεινά σύμβολα. Με είχαν αιχμαλωτίσει. Δίπλα μου, σε έναν άλλο καναπέ ήταν ο Κώστας, που εκείνη τη στιγμή ξυπνούσε κι εκείνος. Αμέσως κάποιος εμφανίστηκεμπροστά  μας. Το σοκ είναι  μεγάλο. Δεν μπορούσε να είναι αλήθεια. Ήταν νεκρός.

Ήταν κοντά στα 50, με μαλλί μακρύ και βαμμένο γαλάζιο. Φορούσε ένα μαύρο χιτώνα πάνω στον οποίο υπήρχαν κάτι περίεργα σύμβολα. Ήταν ολόιδιος με έναν από τους μάγους της Θεσσαλονίκης, με εξαίρεση τις ρυτίδες.

Με κοιτούσε γαλήνια για λίγο και επιτέλους μίλησε :

«Είστε Έλληνες. Το κατάλαβα γιατί παραμιλούσατε στη γλώσσα μου.»

«Δεν μπορεί μπάσταρδε. Είσαι νεκρός!»

Με κοίταξε συνοφρυωμένος και είπε:

«Προφανώς εννοείς τον αδερφό μου. Βλέπω είσαι γνώστης.»

«Γνώστης και αρχίδια. Ώστε είχες δίδυμο αδερφό αυτό το μπουμπούκι!»

«Μα βέβαια φτωχό μυαλό. Ήμουν και εγώ μέλος και μαχητής. Ήμουν και εγώ ένας από τους “Μάγους’’. Πίστεψα στο όνειρο. Θέλαμε να πεθάνει η Ε.Ε. και ο καπιταλισμός.»

«Είδα τον αλήτη τον αδερφό σου να πεθαίνει από τα δημιουργήματά του στη Θεσσαλονίκη!»

Ο  «Μάγος»  συνέχισε χωρίς να  δώσει σημασία στην προσβολή μου: «Θέλαμε μία κοινωνία όπου η μαγεία θα επέστρεφε. Η πεφωτισμένη ελίτ θα κυριαρχούσε και οι κατώτεροι θα γίνονταν δούλοι. Όμως οι άνθρωποι δεν άκουγαν. Ήθελαν κάτι άλλο. Τους μισώ. Θέλω μόνο το κακό τους. Μας πρόδωσαν. Εμάς, που θυσιαστήκαμε γι’ αυτούς. Τους μισώ!»

«Νόμιζα ότι όλοι είχατε ψοφήσει!»

«Μόνο εγώ ζω. Μετά τη συντριβή μας επιβιώσαμε τρεις. Οι άλλοι δύο αυτοκτόνησαν. Έχω αποτραβηχτεί εδώ στον υπόγειο κόσμο. Έφτιαξα μία βίλα. Εδώ σε μία υπόγεια λίμνη. Ζω μόνο με δύο υπηρέτες. Μετακινούμαι στον υπόγειο κόσμο με ένα ειδικό όχημα. Το ονομάζω “Μπάροουζ”. Είναι ένα όχημα εκσκαφής, που με μεταφέρει, ανοίγοντας υπόγεια λαγούμια όπου θέλω. Είναι αποτέλεσμα του κολλήματός μου με την ανεκμετάλλευτη τεχνολογία, που περιγράφεται στα αριστουργήματα της επιστημονικής φαντασίας. Πάντα ήθελα να αποδείξω ότι τα πάντα είναι δυνατά. Ακόμα και αυτά, που οι μικροαστοί θεωρούσαν αδύνατα Είχα άφθονο καιρό να ασχοληθώ με το χόμπι  μου  μετά την ήττα μας το 2075. Ήμουν ο πιο διάσημος επιστήμονας τον καιρό της Ε.Ε. Μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, αρκεί να το θελήσω. Έτσι έφτιαξα αυτό το μαγικό μηχάνημα, που κανείς άλλος δεν αποτόλμησε να φανταστεί. Ένα μηχάνημα που φτάνει ταχύτατα μέσα στα βάθη της γης και με τρομερή ευκολία.

Η μόνη μου χαρά είναι όμως η εκδίκηση. Ό,τι κατασκευάζω αποσκοπεί  εκεί. Έχω κι ένα άλλο παιγνίδι… Κατασκεύασα το holodeck.Πετάω μέσα ηλίθιους και παίζω. Η μόνη ηδονή που μου απέμεινε. Τους βρίσκω στο δάσος της μαστούρας. Στο δάσος των μανιταριών. Βαθιά ναρκωμένους,τους φέρνω εδώ τους χαμένους και παίζω!»

«Κατάλαβα. Εμείς έχουμε σειρά…»

«Τι είναι το Holodeck;» ρώτησε τρομαγμένος ο Κώστας.

«Πάντα ήμουν οπαδός των Startrek. Με εκνεύριζε βέβαια η θετική ενέργεια της σειράς αυτής. Τέλος  πάντων, από παντού μπορείς να παίρνεις ιδέες και να τις χρησιμοποιείς για τους δικούς σου σκοπούς! Το  holodeck  ήταν ένας  χώρος στα μεγάλα διαστημόπλοια , όπου  πραγματικότητα γίνονταν οι δικές σου επιθυμίες. Πιο συγκεκριμένα, ήταν  ένα κλειστό δωμάτιο, στο οποίο  οι άνθρωποι  έβλεπαν  αυτό που ήθελαν, μύριζαν αυτό που θελαν, ζούσαν αυτό που ήθελαν  χωρίς να υπάρχει. Προσομοιωμένη  πραγματικότητα. Επέλεγες μία ιστορική περίοδο και το κενό δωμάτιο γινόταν αυτό που επέλεξες. Μπορούσες να επιλέξεις την Άγρια Δύση ή τη Βικτωριανή Αγγλία. Την Αρχαία Ελλάδα ή  το Μεσαίωνα. Τα έβαζες με αντιπάλους που φαινόταν αληθινοί και το κομπιούτερ τους δημιουργούσε, όπως εσύ το επιθυμούσες. Όλα φαινόταν τόσο αληθινά.Αλλά ήταν όλα ψεύτικα. Ε, λοιπόν μπορείς να παίρνεις ιδέες από παντού. Το holodeck υπήρχε μέσα σε διαστημόπλοια. Εγώ το δημιούργησα κάτω από τη γη! Στο holodeck του StarTrekoι καλοί κερδίζουν. Εδώ πάντα χάνουν. Στο holodeck του StarTrek κανείς δεν πεθαίνει, γιατί αποσκοπεί στη ψυχαγωγία.Εδώ σχεδόν κανείς δεν επιβιώνει». Το γέλιο του αντήχησε  παρανοϊκό.

«Ο αγώνας λοιπόν χάθηκε. Έμεινε μόνο η εκδίκηση;»

«Ακριβώς. Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω ποιος είσαι. Ήσουν στη Θεσσαλονίκη και είδες τον αδερφό μου να πεθαίνει. Εσύ θα πρέπει  λοιπόν να είσαι ο γελοίος, ο Έκτορας. Δήθεν σκότωσες μάγους. Δήθεν ήρωας.»

«Ναι, πράγματι είμαι ο γελοίος Έκτορας. Όλοι χάσαμε. Δε γυρνάω όμως  να κλέβω ανθρώπους και να παίζω μαζί τους.»

«Ο καθένας όπως τη βρίσκει. Η εκδίκησή μου θέλει  αίμα!»

«Αναρωτιόμουν  κάτι  για τη φύση της παλαβής ομάδας σου. Έχω καταλήξει κάπου. Έχει σχέση με τα η φύση των μέσων που χρησιμοποιούσατε. Ήταν μαγεία ή επιστήμη καμουφλαρισμένη σε μαγεία για πολιτικούς λόγους; Έχω καταλήξει στο δεύτερο. Αφού θα πεθάνω σύντομα νομίζω ότι δικαιούμαι να ξέρω.»

Ο Κώστας δίπλα, ξαπλωμένος στον καναπέ, έχει αρχίσει να ιδρώνει. Ίσως κάπου εδώ τελειώνει η εκδρομή μας στην ελευθερία. Το έχει συνειδητοποιήσει.

«Κοίταξε, καιρός να το παραδεχτούμε. Ναι ήταν επιστήμη! Κλεμμένα όπλα της Ε.Ε. Για παράδειγμα ο  “Λυκανθρωπισμός”  ήταν όπλο της Ε.Ε.  για τη δημιουργία του απόλυτου στρατιώτη. Τον λύκο-άνθρωπο!»

Ναι, σκέφτομαι, αυτό που πίστευε και η  Μαρία. «Πάλι όμως υπήρχαν πράγματα που δεν μπορούν να εξηγηθούν. Όπως αγάλματα που μπορούν να περπατάνε. Το είδα στη Θεσσαλονίκη. Πώς είναι δυνατόν;»

Ο «Μάγος» με κοίταξε με εκείνα τα γαλήνια μάτια. Χωρίς να πει τίποτα. Απλά χαμογέλασε αινιγματικά. Μπήκαν άλλοι δύο. Κρατούσαν όπλα λέιζερ  και μας σημάδευαν. Οι υπηρέτες.

Καθώς προχωράμε ο Κώστας φωνάζει  στον Μάγο: «Την εποχή του Ολοκληρωτικού Kαπιταλισμού, πριν την επανάστασή σας, ομάδες πλουσίων  αντρών και γυναικών πολιτών, έμπαιναν στα γκέτο, απήγαγαν φτωχούς νέους και νέες και τους βασάνιζαν σεξουαλικά μέχρι θανάτου. Ήταν το παιχνίδι “ΝτεΣαντ”. Έτσι το λέγανε. Οι κατώτεροι δεν είχαν καμία αξία. Εσύ γελοίε δεν αγωνίστηκες για κάτι διαφορετικό; Δεν κάνεις τώρα το ίδιο μεαυτούς  που πολέμησες;»

Ο «Μάγος» γύρισε και έδωσε μία δυνατή μπουνιά στον Κώστα. «Αυτή ήταν η απάντηση μου στη δίκαιη κατηγορία σου!» Ο  Κώστας σηκώθηκε και συνέχισε να περπατά μαζί μας. Άλλωστε το όπλο του ενός υπηρέτη, κολλημένο στην πλάτη του, δεν του άφηνε και πολλές επιλογές. Φτάνουμε στην είσοδο μίας μεγάλης αίθουσας. Στα δεξιά μας και μπροστά από την είσοδο, υπάρχει ένας υπολογιστής. Ο «Μάγος» κάθεται μπροστά του για πέντε λεπτά. Κάτι προγραμματίζει. Τελικά σηκώνεται και μας απευθύνει το λόγο.

«Η περιπέτεια αρχίζει και η ζωή σας τελειώνει. Θα ξεκινήσω από εσένα  Έκτορα. Ταξίδι πίσω στην Τροία.Η αναδημιουργία της μάχης της Τροίας βασίζεται στην Ιλιάδα. Έχω εισάγει τα  δεδομένα, ώστε να δημιουργηθεί ένας κόσμος  μαγείας και βίας, όπως τον οραματίστηκε ο Όμηρος. Γδύσου.»

Μου κάνει μία ένεση. «Με αυτήν την ένεση σου χορηγώ πληροφορίες, γνώσεις και ικανότητες, ώστε να αντεπεξέλθεις στο παιχνίδι. Όλες αυτές οι ικανότητες και οι γνώσεις έχουν υπόσταση μόνο μέσα στο holodeck.Εκεί μέσα θα είσαι δύο άνθρωποι σε έναν. Θα είσαι ο Έκτορας της αρχαιότητας μαζί με αυτό που είσαι πραγματικά Αν επιβιώσεις, που σου εγγυώμαι  πως  αποκλείεται, θα γίνεις όπως πριν. Ένας μίζερος  με το ψευδώνυμο Έκτορας. Εκεί μέσα όμως,είσαι επίσης  ο τρομερός ομηρικός Έκτορας, ο σοφός και δίκαιος φονικός μαχητής. Εκμεταλλεύσου το θάρρος του, γιατί σκοπός του παιχνιδιού είναι η ταπεινωτική θανάτωση σου! »  Με σπρώχνουν απότομα μέσα στην αίθουσα.

 

Βρίσκομαι κάτω από έναν μαγικό ήλιο. Τα τείχη απλώνονται κυκλώπεια από πίσω μου. Πράγματι η ένεση είχε σκοπό τη μετάδοση γνώσεων. Γνωρίζω τα πάντα για τον Τρωικό Πόλεμο. Ο Αχιλλέας έχει πολεμήσει  με θεούς και ανθρώπους και έχει νικήσει. Καταδίωξε τους Τρώες μέχρι τα τείχη τους. Έχει σφάξει άπειρους. Θέλει εκδίκηση για το νεκρό φίλο του, που σκότωσε ο  Έκτορας, δηλαδή εγώ. Οι Τρώες κατέφυγαν στην πόλη, εκτός από ’μένα  που παρέμεινα στο πεδίο της μάχης για να τον αντιμετωπίσω.

Η θάλασσα μπροστά μου γεμάτη από τα αχαϊκά  πλοία. Ο Αχιλλέας οργισμένος για το χαμό του φίλου του. Ακούω  τις φωνές των δικών μου από τα τείχη. Με παρακαλούν  να μπω μέσα. Ο Αχιλλέας θα με σφάξει. Όμως δε προλαβαίνω. Βλέπω τον Αχιλλέα πάνω στο άρμα. Τρομερός! Μπροστά στη θέα  αυτού του φοβερού αντιπάλου που με  πλησιάζει, το βάζω τελικά στα πόδια.« Που έμπλεξα πάλι» σκέφτομαι. Τα θυμάμαι όλα. Την Τροία, τον Πάρη,το Δία και την Ανδρομάχη. Κοιτάζω πάνω στα τείχη. Βλέπω την Ανδρομάχη με τον Πρίαμο. Με κοιτάνε με τρόμο. Θυμάμαι ότι αγαπούσα την Ανδρομάχη. Θυμάμαι πώς κάναμε έρωτα. Θυμάμαι την ΩραίαΕλένη και τις κλεφτές ματιές που μου έριχνε, πίσω από την πλάτη του αδερφού μου Πάρη. Και βέβαια, τον ημίτρελο, ερωτιάρη αδερφό μου. Τον ορισμό του κηφήνα.Μα κι εγώ δεν ήμουν άγιος. Ήμουν ο γιος του Βασιλιά. Είχαμε τον πλούτο και την εξουσία. Ζούσαμε εις βάρος των φτωχών Τρώων. Αυτά ξέχασε να τα γράψει ο Όμηρος.

 Θυμάμαι που είχα πει :«Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι  περί  πάτρης» στους συντρόφους μου, που ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια. Τελικά μείνανε και συντρίψαμε τους Αχαιούς. Αλλά μετά ο θάνατος ήρθε με τα φτερωτά πόδια του Αχιλλέα. Τρέχω συνέχεια από τότε. Ο τρόμος έχει κατακλύσει τη ψυχή μου.

Τρέχω για τη ζωή μου.« Πού πήγε το θάρρος μου» σκέφτομαι. Θυμάμαι ξανά τα λόγια μου: «Ένα είναι το καλύτερο σημάδι, να πολεμάς για την πατρίδα σου».Μόνο λόγια ήμουν λοιπόν; Ντροπή.Πώς θα αντικρύσω την Ανδρομάχη, αν επιβιώσω; Αλλά από την άλλη πόσο πιθανό είναι πλέον να επιβιώσω;Κυνηγημένος κάνω τρεις φορές το γύρο των τειχών της Τροίας. Ο Αχιλλέας μοιάζει, εξαιτίας της πανοπλίας του, με χρυσαφένιο  θεό. Είμαι δύο πρόσωπα. Ένας πρώην πεζοναύτης του 21ου αι. και ο θρυλικός Έκτορας. Ένα ψευδώνυμο που μου κόλλησαν άλλοι, τελικά σημάδεψε τη ζωή μου. Και απ’ ό,τι φαίνεται σφραγίζει το θάνατό μου.  Θα πεθάνω, σκέφτομαι, μέσα σε μία αίθουσα κάτω από τη γη. Και όμως ο ήλιος με καίει. Ξαφνικά εμφανίζεται ο αδερφός μου, ο Δηίφοβος. «Αδερφέ μου δε θα σε πούλαγα ποτέ. Μαζί θα τον πολεμήσουμε.»

Ανακουφίζομαι. Ας έρθει τώρα ο μπάσταρδος. Κάθε σκέψη για φυγή εξαφανίστηκε. Ο Αχιλλέαςμας  πλησιάζει με σατανικό βήμα, έχοντας αφήσει το άρμα του. Γυρίζω να κοιτάξω το Δηίφοβο. Αυτός εξαφανίζεται. Μία φλόγα μένει να τρεμοσβήνει στη θέση του. Κοιτάζω το θέαμα φοβισμένος.Μια φωνή επιβλητική έρχεται από τη φλόγα. «Σε κορόιδεψα  Έκτορα. Είναι θέλημα των Θεών. Πρέπει να μείνεις να πολεμήσεις». Είναι η φωνή της Αθηνάς, της θεάς που με μισεί. Πήρε τη μορφή του αγαπημένου μου αδερφού για να με ξεγελάσει και να μείνω  να πολεμήσω. Η φλόγα σβήνει οριστικά με ένα σατανικό θεϊκό γέλιο. Πρέπει λοιπόν να πεθάνω γιατί είναι θέλημα των παλαβών θεών. Θα μπορούσα να είχα κάνει αυτό που μου είχε πει η Ανδρομάχη. Θα μπορούσα να είχα δειλιάσει. Να μην έμπαινα πάντα μπροστάρης. Άλλωστε γιατί να πεθάνω; Για την Ωραία Ελένη; Όχι δεν πεθαίνω για την Ωραία Ελένη.Πεθαίνω για τους Τρώες.Για να μη γίνουν δούλοι των Αχαιών. Για να μην καεί αυτή η πόλη.Τoθάρρος του πραγματικού Έκτορα με κατακλύζει. Γίνεται οργή και γέλιο απέναντι στους θεούς. Πεθαίνω για τους δικούς μου. Αλλά κυρίως πεθαίνω για ’μένα. Για να μην τολμήσει να πει κανείς ότι δείλιασα. Θα μείνω στους αιώνες έτσι. Ο Έκτορας είναι αυτός που πολέμησετον Αχιλλέαέχονταςκόντρα τους  θεούς και ας ήξερε ότιθα πεθάνει.

Καταλαβαίνω πως η ώρα του θανάτου έχει σημάνει. Θα πέσω μαχόμενος. Θα γίνω αθάνατος. Θα ζω μέσα στα μυαλά και τα όνειρα των μελλοντικών. Βγάζω μία κραυγή και ορμάω στον εχθρό. Θέλω να τον σκοτώσω, όπως έκανα σε τόσους εχθρούς στο παρελθόν. Πολεμάω  με λύσσα. Διαπιστώνω  ότι η ένεση μου  χορήγησε τις ικανότητες του θρυλικού αρχαίου πολεμιστή. Σκέφτομαι τι ωραίο θέαμα  είμαι για το «Μάγο». Αλλά ποιος νοιάζεται για εκείνον τον κακομοίρη. Αυτόν που έχει  τη ψευδαίσθηση ότι είναι θεός στο δικό του κόσμο. Σε αυτό το holodeck. Σκέφτομαι τις όμορφες στιγμές που έζησα με τη Μαρία, τη φυγή με τον Κώστα, το υπέροχο Ελεύθερο Παρίσι και ναι είμαι έτοιμος να πεθάνω, ευτυχισμένος, όπως πέθανε και ο Έκτορας πριν χιλιάδες χρόνια. Γιατί άξιζε να πεθάνω για να τα ζήσω αυτά. Είμαι ο Έκτορας, είμαι και ο Τάκης. Μέσα μου υπάρχουν η Τροία και το Παρίσι, ο Κώστας και ο  Πάρης, η Ανδρομάχη και η Μαρία. Αξίζει να πεθάνω γι’ αυτά που έζησα.

Ο χορός των σπαθιών, ο χορός του θανάτου συνεχίζεται γύρω από μία αρχαία πόλη που δεν υπάρχει πραγματικά. Όμως ο Αχιλλέας είναι πιο δυνατός. Θέλω να τον σκοτώσω, αλλά αυτός είναι ένα ξανθό τέρας,που με σφυροκοπά με το σπαθί του με λύσσα. Έχει και τη βοήθεια  των θεών. Πέφτω κάτω. Από τα τείχη ακούγεται η κραυγή χιλιάδων  Τρώων. Αιώνια ο Έκτορας πρέπει να πεθαίνει από τον Αχιλλέα γιατί είναι θέλημα των παλαβών θεών. Ο Αχιλλέας ετοιμάζεται για το τελειωτικό χτύπημα. Κοιτάζω με τρόμο το τέλος.

Ξαφνικά τα πάντα εξαφανίζονται. Ο ήλιος, ο Αχιλλέας, η Τροία. Βρίσκομαι σε ένα θεοσκότεινο δωμάτιο. Σηκώνομαι όρθιος. Είμαι γυμνός, όπως μπήκα. Το holodeck δε λειτουργεί πια. Η πόρτα ανοίγει. Μπαίνει ενθουσιασμένος ο Κώστας με τον Αμερικάνο φίλο μας. Ακολουθούν πέντε τύποι που κρατάνε όπλα. Είναι δικοί μας όμως.

Με βγάζουν έξω καθώς είμαι σοκαρισμένος. Από τον τρόμο δεν μπορώ να περπατήσω. Πριν λίγα δευτερόλεπτα ήμουν σχεδόν νεκρός. Στην αίθουσα, έξω από το holodeck, ο μάγος και ένας υπηρέτης του είναι νεκροί. «Τι έγινε ρε παιδιά;» ρωτάω, καθώς έχω αρχίσει να συνέρχομαι.

«Όταν βρισκόμασταν στο δάσος των  μανιταριών μας πήρε ο ύπνος σε διαφορετικά σημεία. Όταν ξύπνησα προσπάθησα να σας βρω  αλλά πουθενά. Τότε άρχισα να ψυλλιάζομαι. Είχα ακούσει για κάποιον σαδιστή που απαγάγει  κόσμο από το δάσος των μανιταριών. Είχα θεωρήσει, όπως και οι περισσότεροι,πως επρόκειτο για αστικό μύθο. Κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Έψαξα στην άκρη της σπηλιάς και βρήκα μία πρόσφατα ανοιγμένη  σήραγγα. Ο παρανοϊκός  σαδιστής σας απήγαγε χρησιμοποιώντας ένα υπερσύχρονο όχημα-τρυπάνι. Ξύπνησα και άλλους κοιμισμένους και ήρθαμε εδώ, στην υπόγεια λίμνη αυτού του πλούσιου  καθικιού. Αρνήθηκε να βοηθήσει. Έτσι τον εκτελέσαμε, όπως και τον έναν υπηρέτη του. Ο άλλος ήταν πιο συνεργάσιμος. Και έκλεισε το πρόγραμμα λίγο πριν πεθάνεις.» Αμέσως σήκωσε το όπλο του και σκότωσε  τον υπηρέτη. «Έτσι στους εχθρούς της ελευθερίας μας!»

Του εξήγησα ποιος ήταν ο παρανοϊκός αυτός μάγος. Και τι ζημιά είχε κάνει. Ο Κώστας είπε τότε: «Καθώς ξεψυχούσε είπε στα ελληνικά: Φεύγω  ευτυχισμένος. Έκανα πολύ ζημιά στους ανθρώπους!» . Βγήκαμε έξω από το κτίριο. Ήταν κτισμένο στην άκρη μίας τεράστιας σπηλιάς.Στην ουσία επρόκειτο για μία  βίλα. Ήταν ένα υπόγειο νεοκλασικό  κτίριο που παρέπεμπε στη Βικτωριανή Εποχή, όπως τόνισε ο  Κώστας, που ήξερε απ’ αυτά. Το όνομα της βίλας,όπως έγραφε η ταμπέλα αυτού του κτιρίου, ήταν «Ιούλιος Βερν». Άλλο ένα δάνειο του παλαβού από τον κόσμο της φαντασίας. Μόνο που ο Βερν είχε πολύ θετική ενέργεια. Όπως και το StarTrek. Τι ψάχνεις; Αφού κατεβήκαμε τα σκαλιά, φτάσαμε μπροστά σε  ένα τεχνικά κατασκευασμένο δρόμο, όπου το όχημα- τρυπάνι ήταν  παρκαρισμένο.

 Ήταν τεράστιο. Τα δύο τρίτα του μήκους του καλύπτονταν από ένα ατσάλινο τρυπάνι. Πίσω από το τρυπάνι και σε υψωμένη θέση, (ώστε προφανώς να υπάρχει καλή ορατότητα) βρισκόταν ένας γυάλινος θόλος που προοριζόταν για πιλοτήριο. Το πίσω μέρος του γιγάντιου οχήματος  είχε ορθογώνιο σχήμα και ήταν τεθωρακισμένο. Αυτός ήταν ο  χώρος μεταφοράς ανθρώπων και αντικειμένων. Εκεί μας είχε βάλει προφανώς και ο μάγος όταν μας απήγαγε. Υπολογίζω την έκταση αυτού του οχήματος στα 15 μέτρα! Πάνω στο πιλοτήριο λοιπόν, που στεκόταν υπερυψωμένο μεταξύ του ατσάλινου τρυπανιού και του πίσω ορθογώνιου τμήματος, υπήρχε μία ταμπέλα που έγραφε στα αγγλικά  «Μπάροουζ». Προφανώς  το όνομα του τερατώδους οχήματος.

Ο τεχνικός  δρόμος  που το όχημα αυτό βρισκόταν, κατέληγε, σε απόσταση  ενός  χιλιομέτρου, στην άκρη τις σπηλιάς. Εκεί το τρυπάνι φαίνεται ότι είχε διανοίξει διάφορα λαγούμια, τόσο στη  βάση  της σπηλιάς, όσο και σε αρκετό  ύψος πάνω στα τοιχώματά της. Έκανα αμέσως την υπόθεση ότι το όχημα αυτό μπορεί να πετάξει ή έστω να αιωρηθεί σε κάποιο ύψος. Πιο πέρα υπήρχε μία υπόγεια λίμνη που κάλυπτε τη μισή έκταση της σπηλιάς.

Ξανακοιτάζοντας την υπόγεια βίλλα αναρωτήθηκα «Πώς γίνεται να έφτιαξε ένα τέτοιο αριστούργημα κάτω από τη γη;Είναι αδύνατο.»

Ο Αμερικάνος απάντησε στο ερώτημα μου «Ο παλαβός μετέφερε σίγουρα  τα υλικά με  αυτό το τεράστιο όχημα από την επιφάνεια. Μη ξεχνάς ότι ήταν πάμπλουτος. Σίγουρα έφερε εργάτες, επιστήμονες και άλλο προσωπικό να δουλέψει εδώ. Όποιος έχει χρήμα κάνει ό,τι θέλει. Έφτιαξε έναν υπόγειο παράδεισο, για να παρενοχλεί τον απλό κόσμο, που ζει φτωχικά, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Ο μπάσταρδος πήρε ό,τι του άξιζε. Όσο για τη βίλα του, θα χρησιμεύσει ως κατοικία για ανθρώπους που το έχουν ανάγκη.»

Αυτό ήταν το οριστικό τέλος των «Μάγων». Δεν έμεινε κανείς από ’κείνους που πριν είκοσι χρόνια γονάτισαν την Ευρωπαϊκή  Αυτοκρατορία. ΟJohn περιεργαζόταν το όχημα τρυπάνι. «Πηγαίνετε  με τους άλλους. Εγώ θα μείνω  να περιεργαστώ αυτό το όχημα. Είναι σαν να έχει βγει από βιβλίο του 19ου αι. Είμαι μεγάλος οπαδός της επιστημονικής φαντασίας. Μου κάνει εντύπωση και  με  εκνευρίζει  που αυτός ο μπάσταρδος πήρε τα μηνύματά της  και  τα αντέστρεψε! Όπως και να έχει, πρέπει να μάθω πώς λειτουργεί . Θα είναι πολύ χρήσιμο για την κοινότητα.» Μας έδειξε τις τρύπες στα τοιχώματα της σπηλιάς. «Το τρυπάνι άνοιγε καινούργιους δρόμους σε αυτόν τον υπόγειο κόσμο. Έτσι ο Μάγος μπορούσε να εξερευνήσει νέες περιοχές. Πέρα από αυτό, μπορούσε να μας αιφνιδιάσει. Να βρεθεί εκεί που δεν τον περιμέναμε. Σας λέω ότι τούτο το κατασκεύασμα αξίζει χρυσάφι.»  Μίλησε με τους Γάλλους για λίγο και φάνηκε ότι συμφώνησαν. «Θα σας πάνε τα παιδιά, ακολουθώντας τη σήραγγα και μέσω της σπηλιάς των μανιταριών στην “ Πόλη της υπόγειας ουτοπίας”. Θα έρθω να σας βρω εκεί το βράδυ. Να προσέχετε αδέρφια και όλα θα πάνε καλά.»

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

“Υπάρχουν χιλιάδες Αυγές που δεν γλυκοχάραξαν ακόμη”

Νίτσε

 

Μπήκαμε σε ένα από τα λαγούμια, που το τρυπάνι είχε δημιουργήσει σε κάποιο από  τα σαφάρι  του  «Μάγου». Φτάσαμε στη σπηλιά των μανιταριών. Στη συνέχεια αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προς τα πάνω. Περπατούσαμε μέσα σε στενές  και σκοτεινές σήραγγες  για αρκετή ώρα. Σιγά  σιγά οι ελάχιστοι  πυρσοί που φώτιζαν την πορεία μας, δώσανε  τη θέση τους σε  λάμπες. Ο φωτισμός πάλι  ήταν δύσκολος,  καθώς οι λάμπες αυτές  ήταν  λίγες και  βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση η μία από την άλλη. Όσο ανεβαίναμε πάντως, ο φωτισμός γινόταν πιο έντονος. Μέχρι που φτάσαμε στον “πολιτισμό”. Από τη στενή σήραγγα ξεπηδήσαμε σε μία τεράστια αίθουσα με πολλούς ανθρώπους να περπατάνε γύρω μας. Μπήκαμε σε μία άλλη αίθουσα και μετά σε άλλη. Κατάλαβα από την πληθυσμιακή πυκνότητα ότι ήταν κάτι σαν πόλη. Ο Κώστας  συνεννοούνταν  με τους Γάλλους  που μας συνοδεύανε, καθώς γνώριζε λίγα γαλλικά. Έτσι με ενημέρωσε.

« Είναι η πόλη της υπόγειας ουτοπίας. Ένα παλιό  τεράστιο ορυχείο. Οι αίθουσες έχουν μετατραπεί σε σπίτια. Έχει τρεις ορόφους. Θα ανέβουμε στον τρίτο όροφο όπου θα φιλοξενηθούμε. Είναι υπέροχη πόλη.»

Πράγματι η πόλη ήταν φωτισμένη με  ποικιλία από νέον φώτα: γαλάζια, κόκκινα, μπλε κλπ. Η υπέροχη πανδαισία αυτού του φωτισμού, έκανε την πόλη αυτήτο πιο υπέροχο πράγμα που είχα δει στη ζωή μου.Σε κάθε τεράστια αίθουσα υπήρχαν δεξιά και αριστερά  δωμάτια, όπου  ζούσαν άνθρωποι με σχετική άνεση. Είχαν μεταφέρει από την επιφάνεια διάφορα χρήσιμα αντικείμενα όπως  καναπέδες,κρεβάτια, βιβλιοθήκες, ψυγεία κλπ. Κάποια από αυτά τα χωμάτινα σπίτια ήταν κλειστά, δηλαδή περιφραγμένα  από ξύλινους ή  πλαστικούς τοίχους. Προφανώς οι ένοικοι των σπιτιών αυτών επιζητούσαν ησυχία.

Άλλα  σπίτια ήταν ορθάνοιχτα. Ανοιχτή ήταν και η είσοδος κάποιων χώρων  που προοριζόταν για κοινωφελή χρήση, όπως καφετέριες, θέατρα κλπ. Καθώς ανεβαίναμε τους ορόφους, υπολόγισα τον πληθυσμό σε πέντε  χιλιάδες περίπου. «Ο Γάλλος μου είπε ότι η πόλη αυτή φτιάχτηκε πριν χρόνια από ναραχικούς και αμεσοδημοκράτες. Ο πληθυσμός της έχει αυξηθεί τώρα τελευταία,από τους πρόσφυγες που ήρθαν από τονυπόγειο κόσμο που βρισκόταν κάτω από το “Φωτεινό Παρίσι”, μετά το βομβαρδισμό του από χημικά αέρια. Όσοι επιβίωσαν πήγαν ή πολύ βαθιά κάτω ή ήρθαν εδώ.»

Φτάσαμε στο δωμάτιό μας. Δεν ήταν κάτι  σπουδαίο, αλλά είχε κάποια κρεβάτια που προορίζονταν  για φιλοξενούμενους της κοινότητας. Ο Κώστας συνεννοήθηκε με τους Γάλλους και μου είπε:

«Οι φίλοι μας λένε πως εδώ μπορούμε να κοιμηθούμε το βράδυ. Αλλά αν θέλουμε, καλό είναι να παρευρεθούμε στη συνέλευση της πόλης, που θα γίνει σε λίγο. Το θέμα μας αφορά όλους. Έχει να κάνει με την επικείμενη εισβολή των Ευρωπαίων.»

Βράδυ ή μέρα. Είχα αρχίσει να χάνω το μέτρημα. Ποια μέρα ήταν σήμερα; Ήταν μήπως νύχτα; Τέλος πάντων.

 «Πες τους ότι θα πάμε. Το θέμα μας αφορά όλους!»

«Πολίτες του κάτω κόσμου. Κάτοικοι της πόλης της υπόγειας ουτοπίας! Οι Ευρωπαίοι επέστρεψαν. Θέλουν το κακό μας. Θέλουν να σκορπίσουν θάνατο και σαπίλα. Ξέρουμε τι περιμένει το υπόγειο Παρίσι αν η Ε.Ε. νικήσει. Ό,τι φτιάξαμε θα καταστραφεί. Τα όνειρα μας θα γίνουν στάχτη. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.» Βρισκόμαστε σε μία μεγάλη αίθουσα όπου γίνονται οι συνελεύσεις. Εγώ δε καταλαβαίνω γαλλικά, αλλά ευτυχώς ο Κώστας μου μεταφράζει. Περίπου δυο χιλιάδες άνθρωποι παίρνουν μέρος σε αυτήν την κρίσιμη συνέλευση. Ο ένας μετά τον άλλο παίρνει το λόγο.

Ο επόμενος φωνάζει: «Στα όπλα να τους τσακίσουμε.».

Ενώ ο επόμενος: «Πριν, κοντά διακόσια χρόνια, οι επαναστάτες συντρίφθηκαν από το Γαλλικό  στρατό. Ήταν το 1871.Η ήττα, για όποιον ξέρει ιστορία, σήμανε  το τέλος της ελευθερίας για τους Παριζιάνους και την απαρχή της Ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας, που σήμερα λέγεται Ε.Ε.! Μάχες το 1871 δε γίνανε μόνο στην πόλη, αλλά και εδώ στα υπόγεια κανάλια και στις κατακόμβες. Εμείς θα φανούμε λιγότεροι από τους προγόνους μας;Όχι! Πίσωρουφιάνοι! Εμείς θα νικήσουμε! Θα τους ανατινάξουμε!».

 Όλοι οι παρευρισκόμενοι ξεσπούν σε ζητωκραυγές. Ακολουθεί μια κοπέλα που σχεδόν κλαίγοντας φωνάζει σπαρακτικά : «Είναι δολοφόνοι και έρχονται για εμάς!».

Το αίμα του κόσμου παγώνει στιγμιαία. Κάποιος παίρνει το λόγο και εμψυχώνει τον κόσμο. Τον διαδέχεται άλλος  και έτσι συνεχίζεται η κατάσταση για πολύ ώρα με ομιλίες, προτροπές, διαφωνίες, ερωτήματα και απαντήσεις από τους συμμετέχοντες. Αφού μιλά πολύ κόσμος, ακολουθεί ψηφοφορία για το αν θα πολεμήσουν. Το αποτέλεσμα δε κάνει εντύπωση. Όλοι ψηφίζουν πόλεμο. Στη συνέχεια,αποφασίζουν να στείλουν έναν αντιπρόσωπο στη μεγάλη γενική συνέλευση του «Σκοτεινού Παρισιού». Εκεί λοιπόν, σε αυτή τη συνέλευση θα καταστρωθεί το σχέδιο αντίδρασης, που θα ακολουθήσουν οι κάτοικοι του «Σκοτεινού  Παρισιού»  και του υπόγειου κόσμου.Ο πόλεμος ξεκίνησε.

Καθώς γυρνάμε στο  χώρο φιλοξενίας μας, λέω στον Κώστα: «Φίλε μου μάλλον κάπου εδώ θα πεθάνουμε. Είμαστε παγιδευμένοι σαν ποντίκια. Δεν υπάρχει διαφυγή. Από την άλλη δε με νοιάζει. Θέλω να πεθάνω για κάτι που να αξίζει. Πρώτη φορά βρήκα κάτι στη ζωή μου που να βγάζει νόημα. Αξίζει να το προασπιστούμε. Τι λες; Δε θα σε κατηγορήσω αν φύγεις. Ο καθένας βάζει τις προτεραιότητές του.»

Ο Κώστας με κοιτά φοβισμένος. Το σκέφτεται λίγο. Δεν τον κατηγορώ. Η ζωή είναι γλυκιά.

«Θα μείνω Έκτορα. Πρέπει όμως να κάνω κάτι  πριν πεθάνω. Κάτι που δεν έκανα ποτέ. Γύρνα στο σπίτι, ξεκουράσου και θα έρθω και εγώ αργότερα». Φεύγει για κάπου στην  πόλη. Που; Ποιος ξέρει;Tι ψάχνει; Ποιος ξέρει; Γυρνάω να κοιμηθώ. Αποκοιμιέμαι  υπό τους ήχους του σαξοφώνου που κάποιος παίζει στη διπλανή αίθουσα.

Βρίσκομαι απότομα σε ένα λιβάδι καταπράσινο. Μια ομάδα λύκων έρχεται προς τα ’μενα. Το ίδιο όνειρο που με καταδιώκει χρόνια τώρα. Το είχα πρωτοδεί στο Μιλάνο, πριν αναχωρήσω για τη Θεσσαλονίκη το 2065. Δε φοβάμαι  αρχικά τους λύκους που με πλησιάζουν. Το ίδιο λάθος κάνω χρόνια σ’ αυτό το όνειρο. Κάθε φορά που το βλέπω, καταλήγω φαγωμένος από τους λύκους. Κάθε φορά το ίδιο μοτίβο. Κάθε φορά το ίδιο λάθος επαναλαμβάνεται: νομίζω ότι είμαι άνθρωπος και όχι πρόβατο.Τελικά είμαι πάντα πρόβατο. Όταν το συνειδητοποιώ είναι αργά. Ο τρόμος με κατακλύζει. Θα το ξαναζήσω τώρα, σκέφτομαι.Δε μπορώ να πάω πουθενά, καθώς οι λύκοι με έχουν περικυκλώσει.Σκέφτομαι ότι το μοτίβο θα επαναληφθεί και θα διαπιστώσω ότι είμαι πρόβατο και πάλι. O μεγαλύτερος λύκοςμε πλησιάζει και με κοιτάζει με τα κόκκινα μάτια γεμάτα μίσος. Μίσος μαζί με φόβο;

Φόβο για το πρόβατο; Όχι! Είμαι άνθρωπος. Κοιτάζω  τα πόδια και τα χέρια μου.Άνθρωπος και όχι πρόβατο. Άνθρωπος!Ξυπνάω.Κλαίω από χαρά.Επιτέλους απελευθερώθηκα. Είμαι άνθρωπος και όχι πρόβατο. Σκέφτομαι ότι δεν είναι τυχαίο που είδα αυτό το υπέροχο όνειρο,σε αυτό το χρόνο, σε αυτόν  τον τόπο. Φυγάς από την Ε.Ε., αλλά ελεύθερος.  Εδώ,σε μία πόλη κάτω από τη γη. Το όνειρο μου έδειξε το πιο βασικό, αυτό που μου έλειπε χρόνια. Είμαι ελεύθερος. Πέφτω και κοιμάμαι ξανά. Μέσα στον ύπνο ακούω τον Κώστα μεθυσμένο να τραγουδά. Είναι κι αυτός ευτυχισμένος. Πέφτει για ύπνο.Τον ακούω να λέει: «Επιτέλους τα κατάφερα.».

‘Όταν ξυπνήσαμε τον ρώτησα πώς πέρασε.

«Υπέροχα Έκτορα. Υπέροχα…»

«Έγινες λιώμα, έτσι;»

«Ναι, με αυτό το υπέροχο κρασί μήλου που παράγουν στην επιφάνεια. Χόρεψα στο μπαρ σαν να ήταν το τελευταίο βράδυ της ζωής μου. Έχω καταλάβει ότι ο χρόνος τελειώνει. Κακά τα  ψέματα, πάντα ήμουν φλώρος. Έχασα πολλές εμπειρίες. Τώρα, που το τέλος πλησιάζει,καταλαβαίνω ότι ήμουν λάθος. Αλλά είναι αργά για δάκρυα. Επίσης ποτέ δεν είναι αργά για δράση. Ήθελα να κάνω κάτι πριν πεθάνω.»

«Επιτέλους τα κατάφερα. Έτσι είπες χτες πριν κοιμηθείς. Τι εννοούσες;»

«Ότι επιτέλους  γάμησα!»

Τον κοίταξα σοκαρισμένος. Καλά είναι δυνατόν;

«Σε βλέπω ξαφνιασμένο… και όμως είναι αλήθεια. Είμαι κοντά στα σαράντα και ήταν μαλακία  να φύγω παρθένος. Πολλά λάθη στη ζωή μου. Λάθη που με έφεραν εδώ. Πολύ ρομαντισμός  σε  έναν κόσμο σάπιο την εποχή της Ε.Ε. Και μετά πού καιρός για έρωτα ή απλά σεξ…Κάποτε στην Αθήνα όμως ερωτεύτηκα μία κοπέλα. Περίμενα την κατάλληλη ώρα. Ο χρόνος περνούσε. Μια μέρα υπήρξε παράπλευρο θύμα μιας σύγκρουσης. Από τότε έφυγε η χαρά από τη ζωή μου. Έτσι ήταν η ζωή μου, μία διαρκής αναβολή. Χτες όμως,πήγα στο μπαρ της πόλης  και την έπεσα σε όλες. Επιτέλους, κάπου χρησίμευσε η άχρηστη πολυμάθειά μου και η γνώση γαλλικών. Τελικά λοιπόν μου έκαστε μία Παριζιάνα, και  ξέρεις το καλύτερο; Ήταν  η πιο όμορφη.»

Πήρα τον Κώστα αγκαλιά και του είπα: «Χαίρομαι για ’σένα φίλε μου. Και εγώ είμαι ευτυχισμένος για τους δικούς μου λόγους. Είμαι ελεύθερος. Βρήκα ένα μέρος, έναν  τόπο σαν κι αυτόν των παιδικών χρόνων της Μαρίας.  Δε με πειράζειανθα πεθάνω. Θα πεθάνω για το μόνο τόπο που αγάπησα. Υπάρχει και κάτι άλλο.»

«Κάπου πάει το μυαλό μου.»

«Θυμάσαι τα λόγια του ΕντΓουντ; Ετοιμάζουν το απόλυτο ηλεκτρομαγνητικό όπλο. Ένα όπλο που στοχεύει στον εγκέφαλο. Σε λίγο θα έχουν τη δυνατότητα ναπαρακολουθούν όλους  τους ανθρώπους και τις σκέψεις τους. Οι δυνατότητες αυτού του όπλου είναι πολλές.Όποιος σκέφτεται διαφορετικά, θαεντοπίζεται χωρικά και θα φακελώνεται. Έτσι οι διαφορετικοί, μέσω του γεωγραφικού τους στίγματος, θα παρακολουθούνται  συνεχώς. Την κατάλληλη στιγμή, θα έμπαιναν στο στόχο οι ακριβείς γεωγραφικές συντεταγμένες, που εκείνοι θα βρίσκονται.Τότε, το απόλυτο ηλεκτρομαγνητικό όπλο θα διαχυθεί στην ατμόσφαιρα.  Αν κατάλαβα καλά τα λόγια του ΕντΓουντ, το όπλο αυτό είχε τεράστιο βεληνεκές. Όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο! Δεν μπορούμε να κρυφτούμε πουθενά.

Τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα θα εξαπολυθούν προς τους στόχους με σκοπό νασκοτώσουνμόνο αυτούς που σκέπτονται διαφορετικά. Ακόμα κι αν ο διαφορετικός βρίσκεται ανάμεσα σε πιστούςΕυρωπαίους, τα κύματα θα καταστρέψουν μόνο τον εγκέφαλο του διαφορετικού, ενώ οι εγκέφαλοι των άλλων δε θα πειραχθούν. Το ηλεκτρομαγνητικό αυτό όπλο είναι κατασκευασμένο για να διαλύει  μόνο τους αντιδραστικούς εγκεφάλους.

Αυτά είναι όσα έχω καταλάβει για το απόλυτο όπλο.Ίσως όλα είναιένα ψέμα.Ίσως, ακόμα και αν είναι αλήθεια, το όπλο για διάφορους λόγους να μην ολοκληρωθεί ποτέ. Την προηγούμενη φορά που μιλήσαμε για το απόλυτο όπλο ήμουν καθησυχαστικός. Εσύ ήσουν πιο ανήσυχος. Το ξανασκέφτηκα. Κιαν είναι αλήθεια;Θα κυνηγήσουν και θα εξοντώσουν καθετί διαφορετικό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Άρα, ακόμα και αν την κοπανήσουμε, πράγμα όχι και πολύ τίμιο, καθώς θαεγκαταλείψουμε τους μόνους ανθρώπους που μας φέρθηκαν καλά, κάποτε αυτό τοηλεκτρομαγνητικό όπλο θα μας ψάξει. Πόσο βαθιά πρέπει να πάμε για να ξεφύγουμε; Όχι ,δεν υπάρχει διαφυγή. Εδώ πρέπει να πολεμήσουμε. Πρέπει όμως να ετοιμαστούμε. Οι μπάσταρδοι έρχονται. Είναι δολοφόνοι. Πάμε στην πόλη. Ας πάρουμε και τα όπλα μας. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την εισβολή.»

«Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράμα από το να πεθαίνεις για την ελευθερία σου» μου είπε ο Κώστας, κοιτάζοντάς με στα μάτια αποφασιστικά.

 Πήραμε τα όπλα μας και φύγαμε. Παντού υπήρχε αναβρασμός. Όλοι ετοιμάζονταν. Από τα μεγάφωνα, μας κάλεσαν όλους στην αίθουσα συνελεύσεων. Η ώρα ήρθε.

 

Ο Χουάν, ο Ραμόν, η Σούζαν και  πολλοί άλλοι Ευρωπαίοι πεζοναύτες περπατάνε περήφανοι, σε άψογο στρατιωτικό βηματισμό, μέσα στο παλιό και εγκαταλειμμένο  μετρό. Είναι ένα τάγμα δύο χιλιάδων πεζοναυτών. Δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Είναι σίγουροι ότι πρόκειται για  περίπατο. Άλλωστε, τους ενημέρωσε για την κατάσταση σε αυτήν την υπόγεια χώρα και ο θρυλικός στρατηγός ΕντΓουντ. Οι αντίπαλοι είναι βάρβαροι τρωγλοδύτες,χωρίς όπλα και στρατηγική. Θα σφαγιαστούν για το καλό της ανθρωπότητας. «Ζήτω η Ευρωπαϊκή Ένωση» κραυγάζουν. Κρατάνε πανίσχυρους φακούς που μετατρέπουν το σκοτάδι σε φως. Φοράνε όλοιαντιασφυξιογόνες μάσκες. Έχουν τα πιο φονικά όπλα. Χημικά, φλογοβόλα και ακτίνες λέιζερ. Το συγκεκριμένο τάγμα έχει μέχρι και όπλα που μπορούν να προκαλέσουν σεισμούς  κάτω από τη γη των αντιπάλων. Η νίκη είναι σίγουρη.

Ξαφνικά ένας ήχος ακούγεται. Κάτι έρχεται με μεγάλη ταχύτητα.Βρίσκονται σε ένα μακρύ και στενό  συρμό μονής κατεύθυνσης.« Δε μπορεί να είναι δυνατόν»ψιθυρίζει η Σουζάν. Ο ήχος όμως δεν τη ξεγελά. Ο Ραμόνκοιτάζει αυτό που έρχεται με κομμένη την ανάσα. Δε μπορεί, αναρωτιέται κιαυτός. Δε γίνεται να σκέφτονται τόσο περίπλοκα και να χρησιμοποιούν τεχνολογία.Είναι βάρβαροι και τρωγλοδύτες, άμυαλοι και κανίβαλοι. Έτσι του είχαν πει για τους εχθρούς και το είχε πιστέψει. Το ίδιο και η Σούζαν. Και όμως είχαν άδικο.

 Οι πεζοναύτες αρχίζουν να τρέχουν, αλλά δεν έχουν που να πάνε. Σαν ποντίκια που πιάστηκαν στη φάκα. Ο συρμός είναι πολύ μακρύς και το τρένο πιο γρήγορο. Η στενότητα του χώρου επίσης, δεν επιτρέπει σε κανένα ναπροφυλαχθεί  δεξιά  ή αριστερά του συρμού και το τρένο να  τους προσπεράσει.Είναι τόσο στενό αυτό το λαγούμι, που το τρένο τους ακουμπάει όλους, έστω  και λίγο. Με τέτοια ταχύτητα,ένα άγγιγμα από το θηριώδη αυτό τρένο,είναι αρκετό να οδηγήσει στο θάνατο.Το τρένο προσκρούει στο τάγμα με  υπερταχύτητα και τα συντρίβει όλα.Όλοι σχεδόν πολτοποιούνται.

Οι μόνοι τυχεροί είναι αυτοί που χώνονται στις ελάχιστες μικρές κοιλότητες,           (τεχνικά κατασκευασμένες  εσοχές  ή  προϊόντα φθοράς του χρόνου) δεξιά και αριστερά του συρμού. Δε γλυτώνουν έτσι παρά πέντε πεζοναύτες. Ο Ραμόν πεθαίνει ακαριαία.Λίγο πριν πεθάνει η Σούζαν, σκέφτεται με πίκρα,ότι οι βάρβαροι δεν ήταν και τόσο βάρβαροι. Οι πεζοναύτες ήρθαν κάτω να κάνουν περίπατο.Ο αιφνιδιασμός τους όμως  ήταν τέλειος.Σε μία εσοχή, χωμένος ένας πεζοναύτης, παρακολουθεί το φρικαλέο θέαμα. Αν δε φορούσε αντιασφυξιογόνα μάσκα, θα φαινόταν το πρόσωπο του παγωμένο από φρίκη και δέος.

 

Στη γενική συνέλευση της πόλης βρίσκουμε τον Αμερικάνο. Αγκαλιές και φιλιά. «Τρελέ που είσαι; Μας έλειψες. Τι θα κάνουμε; Θα χύσουμε ευρωπαϊκό αίμα;»

«Έχω νέα παιδιά. Την πάνω πόλη την πήρανε χωρίς αντίσταση. Έτσι αποφάσισε  η μεγάλη γενική συνέλευση του Ελεύθερου  Παρισιού. Η ήττα πάνω ήταν σίγουρη άλλωστε. Δίνουμε χώρο και τους παραπλανούμε, τους τραβάμε στα κολασμένα βάθη.  Η αντίσταση θα γίνει εδώ, στον υπόγειο λαβύρινθο. Πιο συγκεκριμένα,θα ξεκινήσει από αυτήν εδώ  την πόλη. Στα πιο πάνω επίπεδα του υπόγειου Παρισιού,  η αντίσταση θα ήταν μάταιη. Τα κανάλια  από πάνω  μας έχουν γεμίσει δηλητηριώδη αέρια, που τα διοχετεύουν από τις καταπακτές και από άλλες εισόδουςστην επιφάνεια. Η γενική συνέλευση το πρόβλεψε και αυτό. Σε τέτοιο βάθος όμως  που βρίσκεται αυτή η πόλη, είναι δύσκολο να φτάσουν αυτά τα χημικά.

Και ξέρετε το καλύτερο; Ήδη είχαμε νίκες. Έχουν στείλει τρία τμήματα από δυο χιλιάδες φαντάρους το καθένα. Τα δύο δεν υπάρχουν πια. Το ένα μπήκε  από ένα νεκρό σταθμό της επιφάνειας. Ακολούθησε το συρμό που οδηγούσε σε σταθμό του υπόγειο μετρό. Από εκεί θα εξαπλώνονταν ακόμα πιο κάτω.Μέχρι εδώ όλα καλά για εκείνους .Η ατμόσφαιρα από τα χημικά ήταν αβάσταχτη. Αυτοί φορούσαν αντιασφυξιογόνες  μάσκες και ήταν έτοιμοι για τη σφαγή. Λες και είμαστε ποντίκια. Νόμιζαν λοιπόν ότι κανένα τρένο, επίγειο ή υπόγειο δε λειτουργεί. Δεν μπορούσαν να ξέρουν οι ηλίθιοι, ότι ένα τουλάχιστον τρένο είναι  ακόμα σε λειτουργία. Αυτό που ενώνει το μόνο σταθμό της επιφάνειας που λειτουργεί  με την “Πόλη των σκοτεινών ξωτικών”. Ευτυχώς προλάβαμε χτες νακαμουφλάρουμε σαν κατεστραμμένο το  σταθμό  αυτόν στην επιφάνεια,  ώστε να μην υποψιαστεί κανείς τίποτα.

Οι πεζοναύτες  δε συναντούσαν αντίσταση. Σχεδόν όλοι οι δικοί μας λοιπόν,είχαν  κατέβει στα πιο κάτω  επίπεδα, ώστε να μην πεθάνουν από τα χημικά αέρια. Όμως  κάποιοι,φορώντας  αντιασφυξιογόνες μάσκες, περίμεναν την κατάλληλη ώρα. Ένας τέτοιος ήταν και ο οδηγός.Όταν ήρθε η ώρα,φούλαρε τις μηχανές του τρένου…Σφαγή! Τους έκανε μαρμελάδα.»

Με τον Κώστα χοροπηδούσαμε δεξιά και αριστερά από τη χαρά μας

«Το άλλο τμήμα πώς τοξεκάναμε;» ρώτησε ο Κώστας.

«Και εκεί με παγίδα που κατάστρωσε η μεγάλη γενική συνέλευση. Όταν πέρναγαν  κάτω από ένα υδραγωγείο γεμάτο με νερό μία έκρηξη πλημμύρησε τα υπόγεια λαγούμια τα οποία οι Ευρωπαίοι πεζοναύτες προσπαθούσαν να διαβούν. Πνίγηκαν όλοι.

Η  συνέλευση έφραξε όλες τις  μεγάλες  εισόδους, απ’  όπου μπορούσαν να κατέλθουν μαζικά  οιστρατιωτικές μονάδες του εχθρού.  Όλες εκτός από τρεις. Τρεις σταθμούς του μετρό… Οι δύο οδηγούσαν στις παγίδες που σας περιέγραψα. Οι Ευρωπαίοι πιάστηκαν κορόιδα! Από εδώ παιδιά περνά ο τρίτος δρόμος που ήταν ελεύθερος για τον Ευρωπαϊκό Στρατό. Εσείς πρέπει να τους νικήσετε. Εδώ σε αυτή την πόλη!»

«Εσύ;»

«Αδέρφια ανέλαβα κάτι σημαντικό. Θυμάστε το “Μπάροουζ” τρυπάνι; Έμαθα να το χειρίζομαι. Μου ανάθεσε λοιπόν κάτι η μεγάλη συνέλευση… Δε θα με ξαναδείτε. Θα πεθάνω σίγουρα. Αλλά θα φύγω ευτυχισμένος!»

Τον πήρα αγκαλιά.Ο Κώσταςδίπλα έκλαιγε.Σε λίγο θα ήμασταν όλοι νεκροί.

«Καλή επιτυχία, φίλε.»

Ο Κώστας πήγε να μιλήσει, αλλά δε μπόρεσε.Ξέσπασε σε λυγμούς και έφυγε.

«Καλή τύχη αδέρφια. Είναι δολοφόνοι και έρχονται για εσάς. Χάρηκα που σας γνώρισα .Πεθαίνω για κάτι ωραίο, τον καιρό που ο θάνατος, για τους περισσότερους, είναι κάτι μάταιο. Μόνο γι’ αυτό το λόγο μη με λυπάστε. Καλή τύχη.»

Ο Ευρωπαίος πεζοναύτης προσπαθούσε να κρατήσει το κεφάλι του πάνω από το νερό για περίπου δέκα λεπτά. Ήταν δύσκολο. Σε λίγο ο Ιβάν θα άφηνε το τέλος να  έρθει. Πώς την πάτησαν έτσι! Προχωρούσαν μέσα στα υπόγεια λαγούμια ψάχνοντας να σκοτώσουν τους κατώτερους ανθρώπους, τους τρωγλοδύτες. Ξαφνικά ακούστηκε μία έκρηξη και τα πάντα γέμισαν νερό. Ο υπόγειος κόσμος έγινε υγρός τάφος για χιλιάδες Ευρωπαίους, καθώς το πολυπληθές τάγμα που πνιγόταν από το ορμητικό νερό,δεν μπορούσε να βρει τη διέξοδο  μέσα σε αυτόν το λαβύρινθο από στενά λαγούμια και αδιέξοδες σπηλιές. Το μεσαιωνικό υδραγωγείο αποτέλεσε φονική παγίδα. Είχε μείνει εκεί, ξεχασμένο, αιώνες μετά από ένα καταστροφικό σεισμό που είχε γκρεμίσει  τον υπόγειο αγωγό που μετέφερε το νερό προς τα πάνω. Οι «τρωγλοδύτες» όμως είχαν ανακαλύψει την ύπαρξή του. Κάποιος πρότεινε να ανατιναχθεί την κατάλληλη ώρα και τα «αρχαία» του νερά να πνίξουν τους παρείσακτους. Κάποιος απάντησε: «Η τέλεια παγίδα! Αρκεί  να υποχρεωθεί ο Ευρωπαϊκός Στρατός να περάσει κάτω από το υδραγωγείο.» Κάποιος απάντησε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει. Η πρόταση έγινε δεκτή και τα άλλα είναι ιστορία.

Ο Ιβάν λυπάται που πεθαίνει. Ζούσε για την ανασύσταση της Ε.Ε. Θυμάται αμυδρά ότι πριν χρόνια είχε προσχωρήσει σε μία Σέχτα. Τη «Ρώσικη Ορθόδοξη Γροθιά». Όμως η Ε.Ε. του έδειξε το δρόμο της ευτυχίας. Λυπάται γιατί αυτός και οι συνάδελφοί του δυσαρέστησαν τους Ευρωπαίους ηγέτες. Και ο ΕντΓούντ;Ο αγαπημένος του στρατηγός θα έμενε δυσαρεστημένος. Πώς μπόρεσε αυτός, ένας απλός ταπεινός πεζοναύτης, να απογοητεύσει τον ΕντΓούντ;Αυτά σκεφτόταν ο Ιβάν καθώς ο υγρός τάφοςτον τραβούσε στην αγκαλιά του.

«Τα δύο από τα τρία τμήματα  συντριφθήκανε! Πέσανε σε παγίδα. Έπρεπε να το καταλάβουμε. Γι’ αυτό το λόγο όλες οι άλλες είσοδοι  ήταν σαμποταρισμένες. Οι ανοιχτές είσοδοι οδηγούσαν στη φάκα! Έχουμε πολλούς νεκρούς. Είναι ντροπή. Τα υπόγεια αποβράσματα, οι καλικάντζαροι, μας αιφνιδίασαν. Φαίνεται ότι έχουν καλή οργάνωση. Τους θεωρήσαμε άγριους και απροετοίμαστους, Δεν πρέπει να ξαναγίνει  το ίδιο λάθος!»

Οι μεγάλοι ηγέτες και ηγέτιδες στέκονταν σοκαρισμένοι, γύρω από ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι ,καθώς άκουγαν τον αρχιστράτηγο.Κοίταζαν αποσβολωμένοι  τα περίπλοκα ολογράμματα που βρίσκονταν πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού. Το κάθε ολόγραμμα έδειχνε μία διαφορετική φάση της μάχης. Όλα όμως είχαν απαισιόδοξο μήνυμα. Έδειχναν την πορεία  μίας μάχης, που πήγαινε κατά διαόλου.

Το λόγο πήρε η Φιλανδός ηγέτης : «Αρχιστράτηγε δε μας τα λες καλά. Περιμέναμε να κάνουμε περίπατο. Το ψυχοϊστορικό σχέδιο βασιζόταν σε μία γρήγορη νίκη. Σε έναBlietzgriek στρατιωτικό. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε το ψυχοτρονικόBlietzgriek. Τα πάντα βρίσκονται σε κίνδυνο χωρίς τη στρατιωτική νίκη. Το ψυχοϊστορικό σχέδιο, όπως έχει διαμορφωθεί, δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε πόλεμο φθοράς.»

«Το γνωρίζω. Όμως το τρίτο τμήμα προχωρά κανονικά. Έχουμε περικυκλώσει την πρώτη σημαντική υπόγεια πόλη. Δε θα φύγει κανείς ζωντανός από εκεί. Φτιάξαμε χάρτες των υπόγειων λαγουμιών που περιτριγυρίζουν την πόλη. Μάλιστα κατασκευάσαμε την ακριβή αναπαράσταση της πόλης.»

 Σε ένα ολόγραμμα, που απλώθηκε κάθετα, πάνω από το τραπέζι, εμφανίστηκε η πόλη με τους τρεις ορόφους της. Κάποιοι αιχμάλωτοι, που πιάστηκαν στην επιφάνεια, κατόπιν φρικτών βασανιστηρίων, αναγκάστηκαν και μίλησαν.

«Τώρα έχουμε πληροφορίες. Έχουμε γνώση. Μέχρι τώρα νίκησαν γιατί ακολούθησαν την αρχαία μέθοδο της παραπλάνησης. Νομίζαμε ότι θα βρίσκαμε χάος και σεχταρισμό. Βία και ιδεολογική μανία, που θα μας έκανε τη ζωή εύκολη. Τελικά ήταν πολύ καλά  οργανωμένοι. Θα νικήσουμε όμως, είμαι σίγουρος. Κανείς δε μπορεί να αντισταθεί στα ευρωπαϊκά όπλα.»

 

Η ώρα περνά αργά και βασανιστικά. Η γνώση του ότι θα πεθάνεις κάνει το χρόνο εχθρό σου. Γυρνάμε με τον Κώστα εδώ και εκεί άσκοπα. Καμία οργάνωση. Έχουν δοθεί στους πολίτες όπλα. Τίποτα άλλο. Ούτε σχέδιο δράσης υπάρχει, ούτε σχέδιο διαφυγής. Τίποτα. Η γενική συνέλευση κατέστρωσε σωστά σχέδια μέχρι τώρα. Ξέρω όμως ότι η τύχη της τελείωσε. Οι Ευρωπαίοι στρατηγοί έχουν σπουδάσει τον πόλεμο, το χάος και τη βία. Εδώ βλέπω ρομαντικούς ανθρώπους, έτοιμους να πεθάνουν. Αυτό δεν είναι αρκετό για τη νίκη.

Περνάμε από ένα δωμάτιο. Από την πόρτα ξεπηδά μία υπέροχη ύπαρξη σχεδόν καλλονή που μας κοιτά προκλητικά. «Φοράει»  μόνο ένα τάνγκα! Αν είναι δυνατόν, σκέφτομαι, αυτή μόνο το σεξ έχει στο μυαλό της; Ο Κώστας τη χαιρετά ντροπαλά. Με αυτήν είναι ερωτευμένος λοιπόν! Προσπερνάμε το δωμάτιο, ενώ του κάνει νόημα να πάει σ’ αυτήν.

«Ρε φίλε συμμάζεψε τα μυαλά σου. Αν νικήσουμε θα έχεις χρόνο για τέτοια. Σε λίγο εδώ μέσα θα έρθει η κόλαση. Πρέπει να δούμε πως θα πολεμήσουμε.»

«Είμαστε ήδη νεκροί. Θέλω να ζήσω τις τελευταίες μου στιγμές  Έκτορα, όπως εγώ θέλω. Ας κάνω μία φορά το δικό μου. Συγγνώμη!»

Τον κοιτάζω αποσβολωμένος. Δεν μπορεί να το εννοεί. Αλλά από την άλλη  και γιατί όχι; Τον παίρνω αγκαλιά. Για τελευταία φορά τον βλέπω, και το ξέρουμε.

«Καλή συνέχεια Έκτορα. Ξέρω ότι εσύ θα τα καταφέρεις.»

Καθώς φεύγει σαν ξελιγωμένος  προς τον έρωτά του,  του φωνάζω:

«Κώστα, κάτι τελευταίο.»

«Τι;»

«Καλάγαμήσια!»

 

Όλοι είναι μαζεμένοιστον κεντρικό διάδρομο του τρίτου ορόφου, που είναι ένας τεράστιος θάλαμος, με μεγάλη χωρητικότητα. Δεξιά και αριστερά βρίσκονται τα δωμάτια που μένει ο κόσμος. Έχουμε πάρει θέση και περιμένουμε μπροστά στην κεντρική είσοδο του τρίτου ορόφου. Άλλοι χορεύουν, άλλοι τραγουδάνε. Όλοι είναι σίγουροι για τη νίκη. Κανένα σχέδιο, καμία οργάνωση! Επίσης βλέπω πολλά παιδιά. Είναι ορφανά, προσφυγάκια. Κανείς δε νοιάζεται γι’αυτά. Αρκετά κρατάνε όπλα. Νομίζουν ότι είναι παιχνίδι. Δεν ξέρω γαλλικά, δε μπορώ να συνεννοηθώ με κανέναν. Κάνω νόημα στα παιδιά να φύγουν. Αυτά με βρίζουν στα γαλλικά. Αλλά εδώ που τα λέμε, πού να πάνε; Κάτω; Δεν υπάρχει καμία διαφυγή για κανέναν. Θυμάμαι τι είχε γίνει στην Καππαδοκία. Δεν πήραμε αιχμαλώτους. Το ίδιο θα γίνει και τώρα. Περιμένω τον ερχομό των Ευρωπαίων πεζοναυτών. Περνάνε έτσι δύο ώρες.

Ξαφνικά ένας σφυρικτός ήχος κόβει το γέλιο και τη χαρά όλων. Δακρυγόνα! Η κατάσταση, μέσα σε δευτερόλεπτα, γίνεται αποπνικτική. Η χαρά έδωσε τη θέση της στον τρόμο. Στις πρώτες γραμμές, κάποιοι κρατάνε τα μάτια τους και κραυγάζουν από πόνο. Τυφλώθηκαν. Άλλοι έχουν πέσει κάτω και ξερνάνε. Αέριομουστάρδας. Μοιραία ο κόσμος έρχεται προς τα πίσω. Το αέριο έρχεται και προς τα εδώ όμως.

Κοιτάζω ένα παιδάκι δίπλα μου. Το έχει πιάσει πανικός. Καταλαβαίνει τώρα ότι θα πεθάνει, με έναν πικρό τρόμο χαραγμένο στο παιδικό του πρόσωπο.  Οι Ευρωπαίοι  πεζοναύτες  μπαίνουν  τρέχοντας, φορώντας αντιασφυξιογόνες μάσκες,πετώντας  χειροβομβίδες και καίγοντας με τα φλογοβόλα τα πάντα. Είναι ντυμένοι με πορφυρές στολές  (το παρατσούκλι τους άλλωστε είναι « πορφυροί ρόμποκοπ»).

Μέσα σε λεπτά έχουμε μείνει ελάχιστοι. Ένα παιδάκι τρέχει να ξεφύγει αλλά μία ριπή το ρίχνει κάτω. Ένας δίπλα μου πέφτει νεκρός και από τα χέρια του φεύγει το μπαζούκας. Το αρπάζω κατευθείαν και σημαδεύω. Έφαγα κάμποσους Ευρωπαίους και Ευρωπαίες από την έκρηξη …Δεν είναι αρκετό. Μία ριπή περνά ξυστά μου. Αρχίζω να τρέχω κι εγώ.Δεν υπάρχει όμως διαφυγή. Οι πεζοναύτες μας έχουν πλευροκοπήσει. Προφανώς ανακάλυψαν κάποιο κρυφό πέρασμα. Ένα πυροβόλο έχει στηθεί στις σκάλες που οδηγούν από τον τρίτο στο δεύτερο όροφο. Μία στοίβα νεκροί απλώνεται μπροστά από το πυροβόλο, που θερίζει τα πάντα.

Κατάλαβα ότι δεν μπορώ να πάω κάτω πλέον. Ούτε μπορώ να φτάσω βαθιά, στους  άγρια σπηλαιώδης λαβύρινθους, που βρίσκονται σε μεγάλα βάθη και ίσως παρέχουν ασφάλεια από τους πεζοναύτες. Μπροστά μου το πυροβόλο και πίσω μου τα φλογοβόλα. Από τα αέρια, δε μπορώ να δω καθαρά και αναπνέω με δυσκολία. Δε ξέρω τι να κάνω. Σηκώνω το πτώμα ενός νεκρού πεζοναύτη και το χρησιμοποιώ σαν ασπίδα. Οι σφαίρες μέσα σε δευτερόλεπτα διαλύουν το πτώμα. Τα αίματα, από το διάτρητο σώμα του νεκρού πεζοναύτη, γεμίζουν το πρόσωπό μου, αλλά και όλο μου το σώμα. Πετάω ό,τι έχει μείνει απ’αυτόκαι κοιτάζω τρομαγμένος το πυροβόλο μπροστά μου.Μία ριπή λέιζερ, που στέλνει κάποιος πεζοναύτης από πίσω μου, περνά ξυστά μου. Πετυχαίνει όμως  έναν άμοιρο συμπολεμιστή μου και τον εξαϋλώνει.Κάποιος με αρπάζει από το πόδι  και με τραβάει προς τα δεξιά. Μπαίνουμε σε μία σπηλιά-αίθουσα. Προσπερνάμε τα πτώματα μίας οικογένειας και χωνόμαστε σε ένα μικρό λαγούμι. Μπουσουλάμε  για λίγο.Ο αέρας είναι λιγοστός.  Αλλά κάποιος από πίσω μας ρίχνει ριπές. Την τρώγω στην πλάτη. Καταλαβαίνω ότι τώρα θα πεθάνω. Συνεχίζω να μπουσουλώ για κάμποση ώρα. Αισθάνομαι ότι χάνω τις αισθήσεις μου. Συνεχίζω όμως. Πολεμάω με τον εαυτό μου για να αντέξω. Αυτό έκανα πάντα. Αυτό κάνω και τώρα. Πόλεμος.

Βγαίνουμε σε μία σπηλιά, στην οποία υπάρχει  μία  μικρή λίμνη. Ο αέρας εδώ είναι περισσότερος και αναπνέω πιο καθαρά. Η σπηλιά είναι γεμάτη  με εντυπωσιακούς σταλαγμίτες. Τι υπέροχο μέρος για να πεθάνεις. Υπάρχει και περισσότερο φως και έτσι βλέπω πιο καθαρά το σωτήρα μου. Ένα από τα παιδάκια που με βρίζανε  πριν. Μου μιλάει στα γαλλικά και μου κάνει νόημα. Θέλει να συνεχίσουμε, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβω. Παιδί είναι, θέλει να ζήσει. Βλέπει όμως το αίμα που τρέχει πια άφθονο και καταλαβαίνει.

Ο Κώστας έκανε έρωτα  κάμποσες φορές. Ζούσε κάθε στιγμή σαν τελευταία. Άκουσαν τους πυροβολισμούς. Δεν αντέδρασαν όμως. Θα πέθαιναν όπως αυτοί ήθελαν. Ο Κώστας είχεκαβαντζώσει μία χειροβομβίδα. Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά. Μια Ευρωπαία πεζοναύτης κοιτάζει σοκαρισμένη. Μπαίνει εδώ και ώρα από δωμάτιο σε δωμάτιο και σκοτώνει με ηδονή χαραγμένη στο πρόσωπό της.Το χαμόγελο όμως της κόπηκε σε αυτό το δωμάτιο.Το θέαμα της φαίνεται αηδιαστικό. Μέσα σε αυτό το χάος, κάποιοι επέλεξαν να μην προσκυνήσουν το θάνατο.

Ο Κώστας της λέει: «Μήπως θες να πάρεις μέρος;». Ταυτόχρονα απασφαλίζει  την χειροβομβίδα. Αγκαλιάζει την ερωμένη του που συμφωνεί απόλυτα στο σχέδιο του. «Αντίο γλυκό όνειρο. Στα τσακίδια μαλάκες!» φωνάζει χαρούμενος.Η Ευρωπαία πεζοναύτης κοιτάζει αποσβολωμένη το τέλος της. Σε δευτερόλεπτα δεν έχει μείνει τίποτα από τους τρεις.

Είμαι σε ημιλιπόθυμη κατάσταση.Το παιδί με κοιτάζει με βλέμμα αγωνίας και παραπόνου.

«Φύγε φίλε. Φύγε! Εσύ πρέπει  να ζήσεις.» Του κάνω νόημα και δείχνει να καταλαβαίνει. Φεύγει. Του φωνάζω: «Εύχομαι να φτάσεις στην παιχνιδούπολη[1], φίλε. Καλό ταξίδι.»

Κοιτάζω τα μαύρα νερά της λίμνης. Μέσα από τα μαύρα νερά βγαίνει μία εκτυφλωτική κάτασπρη δημιουργία. Ένα άγαλμα αναδύεται. Με κοιτάζει με το μαρμάρινο πρόσωπό του, προχωρά και φεύγει. Πού να πηγαίνει; Ήταν οπτασία ή αλήθεια; Και εδώ που τα λέμε τι σημασία έχει;

Πεθαίνω και δε θα μάθω το σκορ. Νικήσαμε ή χάσαμε; Προς το παρών χάνουμε.Υπάρχουν βέβαια  και άλλες εστίες μάχης. Ελπίζω ότι θα νικήσουμε. Όπως και να ’χει, αισθάνομαι υπέροχα. Δε φοβάμαι που πεθαίνω. Έκανα αυτό που ήθελα. Πέθανα σε έναν τόπο που άξιζε τον κόπο. Είμαι άνθρωπος και όχι πρόβατο. Σκέφτομαι διάφορα περιστατικά της ζωής μου. Όταν ήμουν παιδάκι στα γκέτο της Θεσσαλονίκης και ζούσα από τις κλεψιές. Μετά τη θητεία μου στον Ευρωπαϊκό Στρατό. Τους «Μάγους» και τους λύκους. Τη Μαρία. Το Παρίσι. Την αναζήτηση για έναν καλό τόπο όπως αυτόν εδώ, που τώρα πεθαίνει μαζί μου. Θυμάμαι εμένα, τον Έκτορα. Ναι ίσως πάντα κερδίζει ο Αχιλλέας. Τι σημαίνει όμως νίκη για κάποιον και τι ήττα; Νίκησα χάρη σ’ αυτό το όνειρο. Αντίο τώρα,γλυκό όνειρο.

Τη στιγμή που πέθαινε ο Έκτορας,  μία έκρηξη  συγκλόνιζε τον ουρανό στον επάνω κόσμο.

«Οι αντάρτες συντριφθήκανε! Τα υπόγεια αποβράσματα, οι καλικάντζαροι  σφαγιάζονται χωρίς έλεος. Ζήτω ο Ευρωπαϊκός  Στρατός!Ζήτω η Ευρωπαϊκή  Ένωση!»

Οι μεγάλοι ηγέτες και ηγέτιδες στέκοντανγύρω από το τραπέζι  με τα περίπλοκα ολογράμματα.Είναι χαρούμενοι. Θρίαμβος! Αρχίζουν όλοι να τραγουδάνε τον ύμνο.

 «Χαρά στον κάθε Ευρωπαίο

Χαρά και πάλι χαρά

Να είσαι υγιής και ωραίος

Αυτό σημαίνει Ευρωπαίος

Χαρά στην κάθε Ευρωπαία

Χαρά και πάλι χαρά

Να είσαι υγιής και ωραία

Και όλα θα πάνε καλά».

Ξαφνικά όμως ακούγεται συναγερμός. Τα γέλια κόβονται. Το όχημα τρυπάνι βγήκε στην επιφάνεια τρυπώντας την. Κατευθείαν πέταξε δύο φτερά στα πλευρά του και τώρα έμοιαζε με παλιό μονοκινητήριο σκάφος, που αντί για προπέλα, είχε στο μπροστινό μέρος τρυπάνι. Τεράστιο και με μεγάλη ταχύτητα κατευθυνόταν στο στόχο: το προεδρικό Ζέπελινπου έλεγχε τη μάχη. Το σχήμα του γιγάντιου αερόπλοιου αυτού  μοιάζει  με άτρακτο και έχει ουραία πτερύγια σταθεροποιήσεως. Έχει χρώμα άσπρο (το χρώμα του αδιάβροχου υλικού που καλύπτει τον μεταλλικό σκελετό) και στη μέση του είναι γραμμένο  με μεγάλα μπλε γράμματα τα αρχικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάτω από αυτά τα αρχικά είναι γραμμένο, με μικρότερα γράμματα σαν συμπλήρωμα : Η συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού!

Το Ζέπελιν  γυρνούσε  πάνω από την κατεστραμμένη πόλη με τη βοήθεια των άφθονων  κινητήρων του, που καταλήγουν σε εντυπωσιακούς  έλικες. Σκοπός του προεδρικού Ζέπελιν,ήταν να περιπολεί πάνω από τις ευρωπαϊκές πόλεις και να εποπτεύει τις μάχες. Μόλις είχε φτάσει από την Κοπεγχάγη, όπου η νίκη της Ε.Ε. ήταν σαρωτική. Σειρά είχε το «Σκοτεινό Παρίσι». Εδώ η νίκη θεωρούνταν σίγουρη. Έτσι δεν είχαν παρθεί ιδιαίτερα προστατευτικά μέτρα. Οι ειδικοί σε θέματα στρατηγικής και τεχνολογίας, είχαν διαβεβαιώσει τη στρατιωτική ηγεσία, ότι στο «Σκοτεινό Παρίσι» το επίπεδο άμυνας των εχθρών ήταν χαμηλό. Δεν υπήρχαν ούτε πύραυλοι εδάφους-αέρος, ούτε ρουκέτες, ούτε ηλεκτρομαγνητικά όπλα. Τέτοια πολεμικά εφόδια είχαν οι  Σέχτες, αλλά ήταν απίθανο να τα είχαν προμηθευτεί και οι «τρωγλοδύτες».

Έτσι,στην τωρινή αποστολή του προεδρικού Ζέπελιν, επέβαιναν σχεδόν όλοι οι πολιτικοί ηγέτες και πολλοί από τους στρατηγούς,για να απολαύσουν το θρίαμβο. Αντίθετα, στις «επικίνδυνες»  αποστολές,(όπως π.χ. της Κοπεγχάγης)έπαιρναν μέρος  μόνοένας πολιτικός ηγέτης και ένας στρατηγός.Για λόγους ασφάλειας. Κάποια ρουκέτα πχ μπορεί να έκανε τη ζημιά και έτσι δεν υπήρχε λόγος να διακινδυνεύει το σύνολο. Δεν υπήρχε όμως φόβος από τους «τρωγλοδύτες».Βέβαια οι αρχικές ήττες διέψευσαν τις προσδοκίες για περίπατο. Τώρα κάτι χειρότερο έρχεται. Το πάρτι των στρατηγών και πολιτικών θα χαλούσε σύντομα, καθώς κάποιος ερχόταν ακάλεστος στη γιορτή.

Τώρα οι αεροναύτες, που φοράνε άσπρες στολές, τρέχουν πανικόβλητοι πάνω κάτω. Οι οδηγοί του προσπαθούν να αυξήσουν ταχύτητα και να ξεφύγουν από το σκάφος, που τους επιτίθεται γυρνώντας τα πηδάλια.Ο καπετάνιος δίνει μανιασμένα διαταγές. Είναι αργά όμως.

«Μπάσταρδοι δεν περιμένατε αεροπορική επιδρομή από τους υπανάπτυκτους υπόγειους ανθρώπους. Έτσι; Τώρα θα τα πούμε. Πέσατε θύματα των ίδιων των προκαταλήψεών σας! Αντίο γλυκό όνειρο.Τουλάχιστον θα πάρω μαζί  μου πολλά καθίκια!» Αποφεύγει τις ριπές από τα πυροβόλα του Ζέπελιν. Ήταν πάντα καλός οδηγός. Το Ζέπελιν είναι ουσιαστικά απροετοίμαστο. Την περίμενε από τον υπόγειο κόσμο, αλλά τελικά η καταστροφή έρχεται από αέρος. Ο John σκέφτεται ότι ο «Μάγος» χρησιμοποιούσε την επιστημονική φαντασία για να δημιουργεί κάτι κακό. Την παραποιούσε για τους δικούς του σκοπούς. Από ένα  περίεργο παιγνίδι  μοίρας όμως, το δημιούργημα του «Μάγου», βασισμένο στην επιστημονική φαντασία, αρχικά προορισμένο για το κακό, θα κάνει τώρα το αντίθετο.

Το σκάφος  τρυπάνι λοιπόν,που οδηγεί ο John σε αποστολή αυτοκτονίας,καρφώνεται με δύναμη στο Ζέπελιν.Το τρυπάνι διαπερνά με μίσος το εξωτερικό κάλυμμα. Στη συνέχεια,ο μεταλλικός  σκελετός του Ζέπελιν δεν αντέχει την πίεση. Η φωτιά από την έκρηξη φτάνει σύντομα στους  σάκους του ηλίου, που χρησιμεύουν για να δίνουν την άνωση στο Ζέπελιν.Η έκρηξη απερίγραπτη. Αντικείμενα και ανθρώπινα μέλη πετιούνται σε τεράστια απόσταση. Σχεδόν όλοι οι ηγέτες και ηγέτιδες της  Ε.Ε. είναι νεκροί. Η ηγέτιδα της Ε.Ε.,που είκοσι χρόνια πριν έβγαζε λόγους υπέρ του Έκτορα και τον παρουσίαζε σαν κινηματογραφικό ήρωα, η ίδια που πριν λίγο καιρό παρουσιάστηκε στους υποχρεωτικά στρατευμένους αιχμαλώτους της Ε.Ε.  και εξυμνούσε την επιστροφή του Ευρωπαϊσμού,  προλαβαίνει να σκεφτεί μόνο ένα πράμα: πόσο καλύτερα θα ήταν αν είχε μείνει στη σουίτα της, στη βάση της Ανταρκτικής.Τι τα θέλανε τα πολλά; Η ηγέτιδα αυτή (η πιο φανατική από όλους τους ηγέτες) πέθανε την ίδια ώρα που ο Έκτορας άφηνε την τελευταία του πνοή σε ένα υπόγειο σπήλαιο.

Κάποιοι στρατηγοί γλυτώνουν γιατί βρίσκονται σε άλλα Ζέπελιν. Η καταστροφή πάντως είναι σαρωτική. Οι Ευρωπαίοι φαντάροι, που είναι στην επιφάνεια, κοιτάνε σοκαρισμένοι το θέαμα. Κάποιος πεζοναύτης κοιτά  με  ανοιχτό το στόμα και με δάκρυα στα μάτια ψιθυρίζει: «Ο βασιλιάς είναινεκρός.»

 

«Κύριοι, βρίσκομαι στη δύσκολη θέση να σας πω ότι η ήττα στο Παρίσι είναι σαρωτική» είπε λίγο αμήχανα ο   Άγγλος αρχιστράτηγος. Το συνέδριο των στρατηγών και των ψυχοϊστορικών γίνεται μέσα σε μεγάλη ένταση. Οι στρατηγοί φοράνε τις επίσημες στολές τους, δηλαδή τις «ναπολεόντειες». Όταν καθιερώθηκε αυτή η επίσημη ενδυμασία  σκοπός  ήταν να τονιστεί ότι η  Ε.Ε.,εκτός από συνέχεια της Αρχαίας Αθήνας, είναι και η συνέχεια του Ναπολεόντειου Έπους. Ο κάθε στρατηγός, φορά βέβαια τη στολή  της στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας του στη διάρκεια του Ναπολεόντειου  έπους. Έτσι ο Άγγλος είναι ντυμένος στα κόκκινα, σαν το Δούκα του Ουέλιγκτον, ο Γερμανός στα μαύρα, σαν τον Μπλύχερκλπ.

«Στα τσακίδια!» φώναξε ο Τούρκος  αφηνιασμένος . «Ηλίθιοι ψυχοϊστορικοί! Πήγε κατά διαόλου το σχέδιό σας. Τα κάνατε σκατά!»

Ο επικεφαλής των ψυχοϊστορικών πήρε το λόγο:«Κύριοι, κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Η αλήθεια είναι ότι για να πετύχαινε το ψυχοτρονικό σχέδιοέπρεπε να επιβληθεί ο πολιτισμός, με άλλα λόγια να άνοιγε ξανά ο κόσμος τις τηλεοράσεις του. Έτσι θα άρχιζε ουσιαστικά ο εξευρωπαϊσμός  των πολιτών. Τα ψυχοτρονικά κύματα μέχρι τώρα έδρασαν σε περιορισμένο χώρο, για να στρατολογηθούν κυρίως οι Σέχτες στον Ευρωπαϊκό Στρατό.Δεν έγινε η χρήση τους σε μαζικό επίπεδο. Για να γινόταν αυτό χρειαζόταν οι νίκες σε στρατιωτικό επίπεδο. Άλλωστεψυχοϊστορίαδεν είναιμόνο ψυχοτρονική. Εμπεριέχει και τη στρατιωτική τέχνη.Εκεί που εσείς τα κάνατε χάλια. Οπότε αγαπητέ στρατηγέ, δε πας στο διάολο!»

«Ίσως έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε άλλο τέχνασμα από εκείνο με τους εξωγήινους. Ίσως έπρεπε να πούμε για ένα αστεροειδή που θα κατέστρεφε ολοκληρωτικά τον πλανήτη.Έτσι θα τους πείθαμε πιο εύκολα. Τώρα είναι όμως αργά!» είπε  σκεπτικά ο Γερμανός στρατηγός.

«Το θέμα είναι ότι χάσαμε.» Το λόγο πήρε ο Άγγλος αρχιστράτηγος: «Το ίδιο έγινε και στη Θεσσαλονίκη. Το ίδιο και στη Βιέννη. Χωρίς νίκες δεν υπάρχει πολιτισμός. Χωρίς τηλεόραση δεν υπάρχει ψυχοτρονικός έλεγχος.Δεν έχουμε τόσο στρατό για παρατεταμένες συγκρούσεις. Επίσης ο στρατηγός ΕντΓουνττην έκανε, μας πρόδωσε. Είχε τα εναλλακτικά σχέδια. Τώρα δεν υπάρχει σχέδιο β΄.»

Ο επικεφαλής των ψυχοϊστορικώντόνισε σοκαρισμένος: «Σας ενημερώνω επίσης  ότι το απόλυτο ηλεκτρομαγνητικό όπλο, αυτό που θα μπορούσε  να σκοτώσει οποιοδήποτε σκέφτεται διαφορετικά, δε θα παραχθεί ποτέ. Οι ψυχοϊστορικοί, που εργαζόταν πάνω σε αυτό το project, είναι νεκροί. Βρίσκονταν όλοι στο Ζέπελιν που καταστράφηκε στη Θεσσαλονίκη. Στο projectσυμμετείχε και ο ΕντΓουντ. Όπως μόλις ενημερωθήκαμε ο στρατηγός την έκανε. Το projectδεν μπορεί να ολοκληρωθεί.»

Ο Γερμανός όρμησε αλαλάζοντας και κτύπησε τον επικεφαλή των ψυχοϊστορικών. Ακολούθησε μικροσυμπλοκή. Πέρασαν  αρκετά λεπτά για να ηρεμήσουν τα πνεύματα.

Ο Άγγλος αρχιστράτηγος κοίταζε συνοφρυωμένος  το πάτωμα.Δεν ήξερε τι να κάνει. Οι πολιτικοί ηγέτες ήταν σχεδόν όλοι νεκροί…Ο στρατός,το σύστημα,τα πάντα είχαν αποκεφαλιστεί. Ο στρατηγός κάνει μία αναδρομή στο παρελθόν. Τα μικροτσίπ, που είναι εμφυτευμένα στο κεφάλι του, λειτουργούσαν σαν άμυνα στα ψυχοτρονικά κύματα. Τέτοια μικροτσίπ υπήρχαν στους εγκεφάλους όλων των μελών της μεγαλοαστικής τάξης, στους στρατηγούς, στους πολιτικούς και στους μεγαλοδημοσιογράφους. Αυτό ήταν το μεγάλο κόλπο. Αυτοί είχαν το μυαλό τους καθαρό, ανόθευτο από τονψυχοτρονισμό, σε αντίθεση με τους πολίτες (ευνοημένους του συστήματος) και τους παρίες (πλειοψηφία του πληθυσμού), που ο ψυχοτρονισμός τους μετάτρεπε σε ψυχικά ζόμπι. Είχανε πάντα το πάνω χέρι όσο υπήρχαν τηλεοράσεις… Χωρίς TVόμως να καθυποτάζει τα κορόιδα η μάχη ήταν επίίσοιςόροις. Έπρεπε να εφαρμόσεις υψηλή στρατηγική για να νικήσεις.

Θυμήθηκε καλά. Μετά το 2065 οι Ευρωπαίοι μπόρεσαν και νίκησαν, υπό την καθοδήγησή του, τους «Μάγους». Όμως ,τότε,διάβαζε πού και πού Σουν Τσου. Μετά ήρθε η παρακμή. Μετά; Λάθος. Είχε ξεκινήσει πιο νωρίς. Το 2062 οι επιστήμονες ανακάλυψαν το φάρμακο που διακόπτει τη γήρανση και σε  κάνει αθάνατο. Ο θάνατος έπαψε να φοβίζει τους πλούσιους. Ήταν υγιείς και ωραίοι. Όπως έλεγε άλλωστε και το τραγουδάκι της Ε.Ε. Μόνο που για την  περίπτωση των φτωχών ήταν ένας σαρκασμός. Για τους πλούσιους όμως όχι.Ήταν η αλήθεια.

Το γέρας σταμάτησε λοιπόν εκείνη τη χρονιά για τους προύχοντες. Αυτός έμεινε  στα  σαράντα του, όπως ήταν το 2062. Δεν είχε γεράσει ούτε μέρα. Ο έγχρωμος Φιλανδός στρατηγός απέναντί του ήταν πιο τυχερός. Ήταν μόλις  30 χρονών τότε, ένας πλούσιος αξιωματικός του Ευρωπαϊκού  Στρατού. Τόσο φαίνεται  και σήμερα.Ένας πενηντατριάχρονος στο σώμα ενός τριαντάρη. Όλα πήγαιναν καλά για την άρχουσα τάξη.

Θα ζούσαν λοιπόν όλοι οι πλούσιοι αιώνια χάρη στα  φάρμακα που σε κρατούσαν νέο και υγιή. Οι φτωχοί δεν ξέρανε για τα νέα φάρμακα. Άλλωστε ο μέσος όρος ηλικίας στα γκέτο ήταν τα 25 χρόνια. Δεν ήταν συνετό να καλλιεργηθεί η ζηλοφθονία για τους νέους, όμορφους και υγιής προνομιούχους. Οι πλούσιοι όμως άρχισαν να αποχαυνώνονται, να χάνουν τη θέλησή τους για δύναμη. Αιώνια νεότητα, εξουσία, χρήμα. Τα είχαν όλα, τι άλλο να ζητήσουν; Έτσι όμως γίνεσαι αδύναμος. Το 2065 το πράγμα άρχισε να στραβώνει. Όχι για πολύ όμως. Τη νίκη βέβαια τη διαδέχτηκε η ήττα. Αλλά όταν έχεις λεφτά μπορείς να αντεπιτίθεσαι. Αλλά για πόσο;

Η  ζωή τρυφηλότητας και ηδονής που έζησε για χρόνια στις υπόγειες υπερπολυτελείς  σουίτες στην Ανταρκτική, μια ζωή γεμάτη από μοντέλα και κόκα, τον έκαναν να ξεχάσει αυτά που ήξερε. Την τέχνη του πολέμου, της προδοσίας,αλλάκαιτης αυταπάρνησης. Αποτέλεσμα το ένα φιάσκο να διαδέχεται το άλλο. Για παράδειγμα, θυμήθηκε  την  πανωλεθρία της Θεσσαλονίκης.Το όνομα των εχθρών στην πόλη  αυτή ήταν «Νεοζηλωτές».Είχαν λέει  εμπνευστεί από  ένα μεσαιωνικό κομμουνιστικό κίνημα της πόλης: τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης.Στη Θεσσαλονίκη συναντήθηκαν λοιπόν οι στρατηγοί στο Ζέπελιν με τον αντιπρόσωπο των αντιπάλων για τους όρους παράδοσης των τελευταίων. Ο αρχηγός τους όμως δεν είχε πάει για συνθηκολόγηση. Αντίθετα  ήταν ζωσμένος με  μικροσκοπικά νανοεκρηκτικά νέας τεχνολογίας, που μπορούσαν να περνάνε  τους προληπτικούς ελέγχους για τρομοκρατικές επιθέσεις. Ποιος να το περίμενε;Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης ανέπτυξαν μία νέα θανατηφόρα τεχνολογία. Μέχρι τώρα ο αρχιστράτηγος νόμιζε ότι ήταν παντού μπροστά. Στην επιστήμη, στην στρατηγική και στην τέχνη της πολιτικής. Είχαν άλλωστε και τους ψυχοϊστορικούς…Ψυχοτρονισμός καιμαλακίες! Τελείωσε και η υπόθεση με το ηλεκτρομαγνητικό όπλο. Η απόλυτη καταστροφή δε θα ερχόταν ποτέ για τους ανέντακτους…

Η υποτίμηση του εχθρού ήταν ο πιο σύντομος δρόμος για τη συντριβή.Κάποτε το γνώριζαν. Τώρα όμως υποτίμησαν. Πίστεψαν ότι μόνο οι Σέχτες ήταν αξιόμαχες. Όλους τους άλλους τους είχαν για ανοργάνωτους, καλικάντζαρους, τρωγλοδύτες, κανίβαλους, περιθωριακούς  κλπ.Αντίθετα είχαν σε εκτίμηση μόνο τις Σέχτες και όλουςτους άλλους τους θεωρούσαν εύκολο στόχο. Υποτίμησαν τους αμεσοδημοκράτες, τους αμφισβητίες, τους νεοζηλωτές, τους μετακομμουνιστές  και τους πώς τους λένε; Α ναι,ναραχικούς. Τελικά αυτοί αποδείχτηκαν δύσκολοι  αντίπαλοι. Δεν υπήρχε κάποιος αρχηγός, κάποιο κεφάλι να συνδιαλλαγείςκαι να προσεταιριστείςή αν χρειαστεί, να το κόψεις και έτσι να αποκεφαλίσεις τους εχθρούς σου.Η αλήθεια είναι ότι τελικά βόλευε να έχεις εχθρό ένα νέο Στάλιν ή  ένα νέο Μουσολίνι. Αντίθετα οι τωρινοί εχθροί εμφανίζονταν από παντού χωρίς άμεση καθοδήγηση. Χωρίς ιεραρχία που θα μπορούσες να προβλέψεις και να συντρίψεις.

Οι τηλεοράσεις και τα ολογράμματα λοιπόν  δεν πήγαν παντού. Έτσι η αντεπίθεση της Ε.Ε. έμεινε ανολοκλήρωτη. Έπρεπε να πολεμήσουν και με πληθυσμούς  που δε μπορούσαν να ελέγξουν. Είχαν να κάνουν με αντάρτικα. Τα λάθη πληρώνονται. Ηανορθοδοξία είναι η μέθοδος των ανταρτών: αυταπάρνηση, επιθέσεις αυτοκτονίας, πρωτοτυπία, αιφνιδιασμός κλπ. Τα είχε ξεχάσει όλα. Τώρα τα θυμήθηκε  με το δύσκολο τρόπο.

«Κύριοι χάσαμε! Καλέστε όλες τις δυνάμεις πίσω. Αποχωρούμε για τη βάση στην Ανταρκτική. Ίσως επιστρέψουμε σε κάποια χρόνια.»

 

Στο Ελεύθερο Παρίσι έχει στηθεί τρελό  γλέντι. Το ίδιο και σε άλλες πόλεις. Οι άνθρωποι επιτέλους χαμογελάνε.Χορεύουν αγκαλιασμένοι. Κάποιος φωνάζει: «Ζήτω το γλυκό όνειρο που ζούμε.».  Μέχρι και ένας τσιγκούνης έβγαλε το τελευταίο του ουίσκι και το μοιράζεται με τους άλλους. Το πάρτι είναι ατελείωτο και κρατά μέρες. Την εμφάνισή τηςκάνει δειλά δειλάη ευτυχία. Το 2085  ηΕυρώπη ζει  στο λυκόφως του τρόμου.


[1]Αναφορά  στην  Παιχνιδούπολη  γίνεται  στο διήγημα  «Ευρώπη 2085». Στην ουσία πρόκειται για τη Ζυρίχη που έχει καταληφθεί από τα παιδιά μετά  από  εξέγερση  ενάντια  στην  τυραννία  των  μεγάλων. Η πόλη αυτή έχει μετατραπεί σε τεράστια παιδική χαρά. Τα παιδιά κυνηγάνε τους ενήλικους και τους σκοτώνουν με τον πιο φρικιαστικό τρόπο. Ο λόγος είναι ότι τα παιδιά πιστεύουν ότι οι ενήλικες φταίνε για τους  πολέμους  και  την  φτώχεια. Τέλος όταν  κάποιο  παιδί  φτάσει στα  18  αυτοκτονεί. «Καλύτερα  νεκρός  παρά  μεγάλος!» υποστηρίζουν τα παιδιά της Ζυρίχης.

 

 

 

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

O Παναγιώτης Ξηρουχάκης είναι Διδάκτωρ Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και συντάκτης του περιοδικού ZERO GEOGRAPHIC. Περισσότερα άρθρα και δημοσιεύσεις μου εδώ

1 Σχόλιο

  1. Ποτέ δεν θα με πιάσετε… – JUMPCUT

    […] Μανιακός Δον Κιχώτης,Ο Έκτορας το 2065,Ευρώπη το 2085 και Το Λυκόφως του τρόμου.   To πέμπτο βιβλίο διηγημάτων του επιστημονικής […]

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις