Του Γιάννη Αγγελάκη
Οι ΗΠΑ έχουν εντοπίσει εκατοντάδες στρατιωτικές εγκαταστάσεις που χρειάζονται έρευνα για τους λεγόμενους «παντοτινούς ρύπους». Στη Σούδα, όμως, οι μόνοι γνωστοί έλεγχοι αφορούν το πόσιμο νερό εντός της βάσης, ενώ δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ανεξάρτητες μετρήσεις για το έδαφος, τα υπόγεια ύδατα και το θαλάσσιο περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, η ελληνοαμερικανική αμυντική συμφωνία δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για περιβαλλοντικούς ελέγχους, αποκατάσταση ή κατανομή του κόστους σε περίπτωση ρύπανσης.
Η παγκόσμια συζήτηση για τις πολυφθοροαλκυλικές ουσίες, γνωστές ως PFAS, έχει φθάσει πλέον στις πύλες των στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πεντάγωνο έχει αναγνωρίσει εκατοντάδες βάσεις στις οποίες απαιτείται αξιολόγηση για πιθανή μόλυνση, ενώ το προβλεπόμενο κόστος αποκατάστασης μετράται ήδη σε δισεκατομμύρια δολάρια.
Στην Κρήτη, ωστόσο, η εικόνα παραμένει αποσπασματική. Το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό αναφέρει ότι στις εξετάσεις του πόσιμου νερού στη Naval Support Activity Souda Bay δεν εντοπίστηκαν PFAS πάνω από τα όρια αναφοράς. Δεν έχουν, όμως, δημοσιοποιηθεί αντίστοιχες αναλύσεις για το έδαφος, τα υπόγεια ύδατα πέραν των πηγών ύδρευσης, τα όμβρια ή το θαλάσσιο περιβάλλον του κόλπου.
Το κενό αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η εγκατάσταση λειτουργεί επί περισσότερες από πέντε δεκαετίες, περιλαμβάνει υποδομές αποθήκευσης καυσίμων και πυρομαχικών και διαθέτει πυροσβεστικές υπηρεσίες, σε μια περίοδο κατά την οποία ο αφρός AFFF με ενώσεις PFAS αποτελούσε καθιερωμένο μέσο πυρόσβεσης στις αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Τι έχει ελεγχθεί στη Σούδα και τι παραμένει εκτός εικόνας
Η NSA Souda Bay λειτουργεί ως ναυτική εγκατάσταση υποστήριξης των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1969. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, διαθέτει αποθήκες καυσίμων και πυρομαχικών, συνεργεία και υποδομές υποστήριξης πλοίων, ενώ φιλοξενεί τακτικά μεγάλες μονάδες του αμερικανικού Ναυτικού.
Η περιβαλλοντική ιστοσελίδα του Πολεμικού Ναυτικού αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι PFAS στο πόσιμο νερό το 2016, το 2020 και τον Νοέμβριο του 2023. Στον τελευταίο έλεγχο δεν καταγράφηκαν ανιχνεύσεις πάνω από τα ελάχιστα όρια αναφοράς για 29 ενώσεις PFAS. Η βάση δημοσιεύει επίσης ετήσια έκθεση ποιότητας του πόσιμου νερού, τόσο στα αγγλικά όσο και στα ελληνικά.
Η πληροφορία αυτή είναι σημαντική, αλλά δεν αποτυπώνει το σύνολο της περιβαλλοντικής κατάστασης. Οι συγκεκριμένες εξετάσεις αφορούν αποκλειστικά το πόσιμο νερό που διανέμεται εντός της βάσης. Δεν περιλαμβάνουν μετρήσεις για πιθανή ιστορική επιβάρυνση του εδάφους από χρήση πυροσβεστικών αφρών, για τα υπόγεια ύδατα πέραν των γεωτρήσεων πόσιμου νερού, για τον κόλπο της Σούδας, ούτε για πιθανές επιπτώσεις εκτός των ορίων της στρατιωτικής εγκατάστασης.
Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι δεν ανιχνεύθηκαν PFAS στο πόσιμο νερό της βάσης δεν επιτρέπει από μόνο του ασφαλή συμπεράσματα για το έδαφος, τα επιφανειακά ύδατα ή το θαλάσσιο οικοσύστημα.
Από την άλλη το γεγονός ότι οι έλεγχοι δε διεξάγονται από κάποιο ανεξάρτητο σώμα αλλά από τον ίδιο τον αμερικάνικο στρατό σίγουρα δημιουργεί ερωτήματα.
Ο αφρός AFFF και οι «παντοτινοί ρύποι»
Οι PFAS αποτελούν μια μεγάλη κατηγορία συνθετικών χημικών ενώσεων που χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες σε βιομηχανικά προϊόντα και πυροσβεστικούς αφρούς. Ονομάζονται συχνά «παντοτινοί ρύποι», επειδή διασπώνται εξαιρετικά αργά και μπορούν να παραμένουν επί μακρόν στο έδαφος, στο νερό και στους οργανισμούς.
Στις αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, η βασική πηγή μόλυνσης ήταν ο αφρός AFFF, ο οποίος αναπτύχθηκε από το Πολεμικό Ναυτικό σε συνεργασία με τη 3M στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Μετά την πυρκαγιά στο αεροπλανοφόρο USS Forrestal το 1967, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους 134 ναύτες, η χρήση του αφρού επεκτάθηκε στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Για περισσότερα από 50 χρόνια, ο AFFF χρησιμοποιήθηκε τόσο σε πραγματικά περιστατικά όσο και σε ασκήσεις πυρόσβεσης. Στις ασκήσεις, καύσιμα αναφλέγονταν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους και στη συνέχεια κατασβένονταν με αφρό.
Οι χημικές ενώσεις μπορούσαν να διαπεράσουν το έδαφος, να φθάσουν στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα και να εισέλθουν στα δίκτυα ύδρευσης εντός και εκτός των βάσεων. Το Πεντάγωνο χρησιμοποιούσε AFFF σε περίπου 1.500 εγκαταστάσεις και 6.800 κινητά συστήματα πυρόσβεσης.
723 εγκαταστάσεις υπό αξιολόγηση
Η έκταση του προβλήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτυπώνεται στα στοιχεία του ίδιου του υπουργείου Άμυνας. Τον Μάρτιο του 2025 είχαν εντοπιστεί 723 στρατιωτικές εγκαταστάσεις που χρειάζονταν αξιολόγηση για PFAS, έναντι 401 το 2017.
Από αυτές, 586 είχαν περάσει σε κάποια φάση διαδικασίας περιβαλλοντικής αποκατάστασης, χωρίς καμία να έχει ακόμη εισέλθει στο στάδιο της μακροχρόνιας εξυγίανσης. Η Environmental Working Group είχε επιβεβαιώσει παρουσία PFAS σε 455 στρατιωτικές τοποθεσίες, ενώ άλλες 255 χαρακτηρίζονταν ύποπτες.
Η αμερικανική Υπηρεσία Λογοδοσίας της Κυβέρνησης εκτίμησε ότι το μελλοντικό κόστος θα υπερβεί τα 9,3 δισ. δολάρια, ποσό τριπλάσιο από την αντίστοιχη εκτίμηση του 2022. Από το 2017, το Πεντάγωνο είχε ήδη δαπανήσει 2,6 δισ. δολάρια.
Αυτή η διαδικασία, όμως, αφορά κατά κύριο λόγο εγκαταστάσεις σε αμερικανικό έδαφος, όπου εφαρμόζεται ο ομοσπονδιακός νόμος CERCLA, γνωστός και ως Superfund. Οι υπερπόντιες βάσεις δεν εντάσσονται αυτομάτως στο ίδιο σύστημα αξιολόγησης και αποκατάστασης.
Η NSA Souda Bay δεν εμφανίζεται στις λίστες καθαρισμού ή έρευνας PFAS του Πενταγώνου. Η απουσία της δεν αποδεικνύει ούτε την ύπαρξη ούτε την απουσία μόλυνσης· αντανακλά, όμως, το γεγονός ότι οι υπερπόντιες εγκαταστάσεις βρίσκονται εκτός του αμερικανικού συστήματος CERCLA.
Τι γνώριζαν οι αμερικανικές υπηρεσίες
Το ιστορικό των PFAS στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις συνοδεύεται από ερωτήματα για τον χρόνο αντίδρασης των αμερικανικών αρχών.
Μελέτες του Ναυτικού και της Αεροπορίας ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχαν καταγράψει τοξικότητα του αφρού AFFF για τα ψάρια.
Το 1991, μελέτη του Στρατού Ξηράς συνέστησε τη διακοπή της χρήσης αφρών με PFAS, ενώ εσωτερικό έγγραφο του Πενταγώνου το 2001 χαρακτήριζε τα PFOS «ανθεκτικά, βιοσυσσωρευτικά και τοξικά».
Παρά τα παραπάνω, εσωτερική προειδοποίηση εκδόθηκε το 2011 και τα προστατευτικά μέτρα καθυστέρησαν έως το 2016.
Το 2021, ο γενικός επιθεωρητής του υπουργείου Άμυνας κατέληξε ότι η καθυστέρηση «πιθανότατα εξέθεσε στρατιωτικό προσωπικό και τις οικογένειές τους σε αποτρέψιμους κινδύνους».
Το 2018, έκθεση της αμερικανικής Agency for Toxic Substances and Disease Registry, η οποία υποδείκνυε ασφαλή επίπεδα 7 έως 10 φορές χαμηλότερα από τα τότε ισχύοντα, καθυστέρησε να δημοσιοποιηθεί, καθώς κυβερνητικοί αξιωματούχοι φέρονταν να τη θεωρούν πιθανό «εφιάλτη δημοσίων σχέσεων».
Οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία
Η επιστημονική αξιολόγηση των PFAS εξακολουθεί να εξελίσσεται, ωστόσο ορισμένες συνδέσεις έχουν πλέον ισχυρή τεκμηρίωση.
Ο Διεθνής Οργανισμός Έρευνας για τον Καρκίνο κατατάσσει το PFOA ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο, στην Ομάδα 1.
Έκθεση της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ το 2022 βρήκε επαρκή στοιχεία για συσχέτιση με μειωμένη ανοσολογική απόκριση, δυσλιπιδαιμία και καρκίνο του νεφρού.
Καταγράφηκαν επίσης ενδείξεις για σχέσεις με καρκίνους του μαστού, του ήπατος και των όρχεων, καθώς και με παθήσεις του θυρεοειδούς.
Υπολογίζεται ότι περίπου 600.000 μέλη των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και συγγενείς τους εκτέθηκαν σε συγκεντρώσεις PFAS υψηλότερες από τα σημερινά όρια ασφαλείας της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος.
Οι επιδημιολογικές παρατηρήσεις σε κοινότητες γύρω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις προκαλούν ανησυχία, αλλά δεν αρκούν σε κάθε περίπτωση για να αποδείξουν άμεση αιτιώδη σχέση. Απαιτούνται πλήρεις μετρήσεις έκθεσης, μακροχρόνια παρακολούθηση και σύγκριση με άλλους παράγοντες κινδύνου.
Οι παλαιότερες καταγγελίες για τη Σούδα
Στην περίπτωση της Σούδας, το ζήτημα της περιβαλλοντικής λογοδοσίας δεν ξεκινά με τους PFAS.
Δημοσιογραφικές έρευνες που βασίστηκαν σε έγγραφα της πρώην Νομαρχίας Χανίων είχαν καταγράψει στο παρελθόν περιβαλλοντικές παραβάσεις, επιβολή προστίμου ύψους 280.000 ευρώ που δεν εισπράχθηκε και αποτυχημένη προσπάθεια ελληνικών υπηρεσιών να πραγματοποιήσουν επιτόπιο έλεγχο.
Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, οι επιθεωρητές διέθεταν εξουσιοδότηση από το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας, αλλά δεν τους επετράπη η είσοδος από τις αρχές της αμερικανικής εγκατάστασης.
Τα ίδια δημοσιεύματα είχαν αναφερθεί σε μεταφορά δεκάδων τόνων επικίνδυνων αποβλήτων μέσω της Σούδας. Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού είχε αναγνωρίσει τη μεταφορά, υποστηρίζοντας ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι κανονισμοί.
Καταγράφηκαν επίσης καταγγελίες ότι έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 η βάση δεν διέθετε μελέτη διαχείρισης αποβλήτων ή εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων, καθώς και περιστατικά μαζικού θανάτου ψαριών στον κόλπο κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και τον Φεβρουάριο του 2003. Σε ένα από αυτά, 5 έως 6 τόνοι νεκρών ψαριών είχαν ξεβραστεί στην ακτή.
Τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύουν από μόνα τους σχέση με PFAS ούτε τεκμηριώνουν συγκεκριμένη πηγή ρύπανσης. Αναδεικνύουν, όμως, το μακροχρόνιο πρόβλημα της απουσίας ανεξάρτητων και επαναλαμβανόμενων ελέγχων μέσα στην εγκατάσταση.
Οκινάουα: Έλεγχοι έξω από τον φράχτη
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι σε αρκετές υπερπόντιες βάσεις η περιβαλλοντική επιβάρυνση έγινε γνωστή όχι από τις εσωτερικές αναφορές του αμερικανικού στρατού, αλλά από μετρήσεις τοπικών αρχών και ανεξάρτητων ερευνητών εκτός της περιμέτρου.
Στην Οκινάουα, τα PFAS που συνδέθηκαν με την Kadena Air Base επηρέασαν την κύρια πηγή πόσιμου νερού περίπου 450.000 κατοίκων. Εσωτερικά έγγραφα κατέγραψαν απόρριψη τουλάχιστον 21.000 λίτρων πυροσβεστικών υλικών μέσα σε διάστημα 15 ετών, ενώ αιματολογικές εξετάσεις κατοίκων έδειξαν επίπεδα PFOS τετραπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο.
Αναδρομικές αναλύσεις δειγμάτων από το 1981 υπέδειξαν έκθεση διάρκειας άνω των 40 ετών. Ο αμερικανικός στρατός δήλωνε ότι ήταν «αδύνατο να επιβεβαιωθεί» πως οι βάσεις αποτελούσαν την πηγή, ενώ οι τοπικές αρχές δεν είχαν πρόσβαση για επιθεωρήσεις εντός των εγκαταστάσεων.
Η Νομαρχία Οκινάουα αναγκάστηκε να δαπανήσει 1,5 εκατ. δολάρια για φίλτρα ενεργού άνθρακα. Συνολικά, οι Ιάπωνες φορολογούμενοι κατέβαλαν 124 εκατ. δολάρια από το 2003 έως το 2018 για την αποκατάσταση πρώην αμερικανικών βάσεων.
Γερμανία: Μόλυνση που επιμένει επί δεκαετίες
Στη Γερμανία, στοιχεία που διέρρευσαν έδειξαν συγκεντρώσεις PFAS 264.000 μερών ανά τρισεκατομμύριο στα υπόγεια ύδατα της βάσης Ramstein. Στην πρώην βάση Bitburg, η οποία έχει κλείσει εδώ και περίπου 30 χρόνια, καταγράφηκαν ακόμη 108.000 μέρη ανά τρισεκατομμύριο.
Ανεξάρτητες μετρήσεις το 2024 εντόπισαν επιβαρυμένα ρέματα κοντά και στις έξι γερμανικές βάσεις που εξετάστηκαν. Σε πέστροφες κοντά στη Spangdahlem μετρήθηκαν 82.000 μέρη PFOS ανά τρισεκατομμύριο.
Η περίπτωση της Γερμανίας διαφοροποιείται θεσμικά από εκείνες της Ιαπωνίας και της Ελλάδας, καθώς η αναθεωρημένη Συμπληρωματική Συμφωνία του ΝΑΤΟ του 1993 επιτρέπει σε μεγαλύτερο βαθμό την πρόσβαση τοπικών αρχών.
Παρ’ όλα αυτά, η εφαρμογή της παραμένει ασυνεπής και το ζήτημα του κόστους αποκατάστασης εξακολουθεί να προκαλεί διαφωνίες.
Νότια Κορέα και Φιλιππίνες: Ποιος πληρώνει μετά την αποχώρηση
Στη Νότια Κορέα, η επιστροφή στρατιωτικών εγκαταστάσεων συνοδεύτηκε από σημαντικά προβλήματα μόλυνσης. Σε υπόγεια ύδατα κοντά στη φρουρά Yongsan βρέθηκε βενζόλιο σε επίπεδα 1.170 φορές υψηλότερα από τα φυσιολογικά.
Από τις 23 βάσεις που επιστράφηκαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν καθάρισαν καμία, παρά την καταγεγραμμένη μόλυνση. Το κόστος αποκατάστασης μόνο για τη Yongsan εκτιμήθηκε στα 872 εκατ. δολάρια.
Αξιωματούχοι του νοτιοκορεατικού υπουργείου Εξωτερικών είχαν δηλώσει ότι «οι ΗΠΑ δεν ανέλαβαν ποτέ ευθύνη για ανάλογες περιβαλλοντικές αποκαταστάσεις σε καμία υπερπόντια βάση».
Στις Φιλιππίνες, οι Clark Air Base και Subic Bay εγκαταλείφθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αφήνοντας πίσω 22 επιβαρυμένες τοποθεσίες με πετρέλαιο, πολυχλωριωμένα διφαινύλια, μόλυβδο και βαρέα μέταλλα.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η ναυτική εγκατάσταση δεν διέθετε ολοκληρωμένο σύστημα αποχέτευσης και τα απόβλητα κατέληγαν στον κόλπο Subic. Σαράντα δύο πρώην εργαζόμενοι σε εργασίες διαλογής αποβλήτων πέθαναν αργότερα από επιπλοκές που αποδόθηκαν στην έκθεση. Αγωγή ύψους 102 δισ. δολαρίων απορρίφθηκε από αμερικανικό δικαστήριο το 2003.
Οι περιπτώσεις αυτές αναδεικνύουν το κεντρικό ερώτημα που συνοδεύει τις υπερπόντιες στρατιωτικές εγκαταστάσεις: ποιος έχει την υποχρέωση να ελέγξει, να αποκαταστήσει και να πληρώσει, ιδίως όταν μια βάση κλείνει ή επιστρέφεται στη χώρα υποδοχής.
Οι συμφωνίες SOFA και το νομικό κενό
Οι αμερικανικές δυνάμεις στο εξωτερικό λειτουργούν βάσει Συμφωνιών περί Καθεστώτος Δυνάμεων, των λεγόμενων SOFA, καθώς και ειδικών διμερών συμφωνιών.
Πολλές από αυτές καταρτίστηκαν σε εποχές κατά τις οποίες η περιβαλλοντική προστασία δεν είχε τη σημερινή θεσμική βαρύτητα. Οι αμερικανικοί νόμοι CERCLA και RCRA δεν εφαρμόζονται εξωεδαφικά, ενώ δεν υπάρχει ενιαίο αμερικανικό πρόγραμμα αποκατάστασης της περιβαλλοντικής μόλυνσης στις βάσεις εκτός ΗΠΑ.
Οι ρυθμίσεις διαφέρουν από χώρα σε χώρα.
Στην Ιαπωνία, η SOFA του 1960 απαλλάσσει τις ΗΠΑ από υποχρέωση αποκατάστασης κατά την επιστροφή εγκαταστάσεων. Στη Νότια Κορέα, προβλέπεται καθαρισμός μόνο για «γνωστό, άμεσο, ουσιαστικό κίνδυνο», με τις ΗΠΑ να έχουν καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση του κριτηρίου.
Στη Γερμανία, η συμπληρωματική συμφωνία του 1993 αναγνωρίζει ρητά τη σημασία της περιβαλλοντικής προστασίας και παρέχει ισχυρότερη βάση για τοπικές επιθεωρήσεις.
Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι διαφορετική.
Η MDCA χωρίς περιβαλλοντική διάταξη
Η ελληνοαμερικανική Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας του 1990, μαζί με το παράρτημά της και τις συνοδευτικές επιστολές, δεν περιλαμβάνει αναφορά σε περιβάλλον, ρύπανση, απόβλητα, αποκατάσταση, καθαρισμό, έδαφος, νερό ή επικίνδυνα υλικά.
Το ίδιο ισχύει για τα πρωτόκολλα τροποποίησης του 2019 και του 2021. Σε διάστημα 35 ετών και μέσα από διαδοχικές αναθεωρήσεις, δεν ενσωματώθηκε ειδικό άρθρο για την περιβαλλοντική προστασία, την ευθύνη αποκατάστασης ή την ανεξάρτητη εποπτεία.
Η MDCA ρυθμίζει τη χρήση εγκαταστάσεων, το καθεστώς των δυνάμεων, τη διοίκηση, την πρόσβαση, τη λειτουργία της Μικτής Επιτροπής, την αμυντική βοήθεια και τη διαδικασία αποχώρησης.
Το άρθρο XII προβλέπει ότι, σε περίπτωση τερματισμού, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν 17 μήνες για την αποχώρηση του προσωπικού, της κινητής ιδιοκτησίας και του υλικού τους. Δεν προβλέπεται, ωστόσο, υποχρέωση ελέγχου του εδάφους, αποκατάστασης της εγκατάστασης ή περιβαλλοντικής αξιολόγησης πριν από την αποχώρηση.
Πρόσβαση για τον Έλληνα αντιπρόσωπο, όχι για τις περιβαλλοντικές αρχές
Το άρθρο IV της συμφωνίας παρέχει στον Έλληνα αντιπρόσωπο πρόσβαση στις περιοχές των εγκαταστάσεων, με εξαιρέσεις για κρυπτογραφικούς χώρους και ειδικούς όρους για τις διαβαθμισμένες περιοχές.
Η πρόβλεψη αυτή αφορά στρατιωτικό αντιπρόσωπο και όχι τις αρμόδιες ελληνικές περιβαλλοντικές υπηρεσίες. Δεν θεσπίζει δικαίωμα ανεξάρτητης δειγματοληψίας από το Γενικό Χημείο του Κράτους, πανεπιστημιακά εργαστήρια ή περιφερειακούς επιθεωρητές.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο και η δυσκολία εφαρμογής
Η ελληνική περιβαλλοντική νομοθεσία και οι σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες ισχύουν καταρχήν στο ελληνικό έδαφος, περιλαμβανομένων των στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Η Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα κατατάσσει τα PFOS στις ουσίες προτεραιότητας και προβλέπει ιδιαίτερα χαμηλά πρότυπα ποιότητας για τα επιφανειακά ύδατα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε επίσης το 2025 περιορισμούς στη χρήση PFAS στους πυροσβεστικούς αφρούς.
Η ύπαρξη νομικών ορίων, ωστόσο, δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποτελεσματικό έλεγχο εντός μιας ξένης στρατιωτικής εγκατάστασης. Η εφαρμογή εξαρτάται από την πρόσβαση των αρμόδιων αρχών, τη συνεργασία των δύο κυβερνήσεων και τις προβλέψεις των συμφωνιών που ρυθμίζουν τη λειτουργία της βάσης.
Ένα μοντέλο αυτοελέγχου
Στις περισσότερες αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο εξωτερικό, τους περιβαλλοντικούς ελέγχους εντός της περιμέτρου διεξάγουν υπηρεσίες του υπουργείου Άμυνας ή ιδιωτικές εταιρείες συμβούλων που προσλαμβάνονται από τον στρατό.
Οι τοπικές αρχές έχουν συνήθως μεγαλύτερη δυνατότητα να μετρούν τις επιπτώσεις έξω από τον φράχτη παρά να ελέγχουν την πηγή εντός της βάσης. Έτσι δημιουργείται ένα δομικό χάσμα: ο αμερικανικός στρατός διαθέτει πρόσβαση στις περιοχές όπου μπορεί να ξεκίνησε η ρύπανση, ενώ οι ανεξάρτητες αρχές εξετάζουν κυρίως νερά, εδάφη και οργανισμούς εκτός της εγκατάστασης.
Στην Οκινάουα, για παράδειγμα, οι τοπικές αρχές προχώρησαν σε αναλύσεις πηγών, ποταμών και γεωτρήσεων έξω από τις βάσεις, επειδή δεν είχαν πρόσβαση στο εσωτερικό τους. Στη Γερμανία, οι τοπικές περιβαλλοντικές υπηρεσίες εντόπισαν PFAS σε δημόσια δίκτυα ύδρευσης και γεωργικές εκτάσεις και άσκησαν πίεση για κοινές μελέτες.
Στη Σούδα, δεν έχει δημοσιοποιηθεί ανεξάρτητη ελληνική δειγματοληψία ούτε εντός ούτε περιμετρικά της εγκατάστασης.
Η πολιτική διάσταση στην Ελλάδα
Η ελληνοαμερικανική αμυντική συνεργασία επεκτάθηκε το 2021 και κυρώθηκε από τη Βουλή τον Μάιο του 2022 με 181 ψήφους υπέρ και 119 κατά. Η συμφωνία διεύρυνε την αμερικανική πρόσβαση σε εγκαταστάσεις στη Σούδα, στην Αλεξανδρούπολη, στον Βόλο, στο Λιτόχωρο, στη Λάρισα και στο Στεφανοβίκειο, ενώ η διάρκεια ανανέωσης μετατράπηκε από ετήσια σε πενταετή.
Κατά τη διαδικασία αυτή δεν ενσωματώθηκαν περιβαλλοντικές προβλέψεις.
Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν έχει δημοσίως θέσει ως όρο των διαπραγματεύσεων ειδικό δικαίωμα περιβαλλοντικής επιθεώρησης ή σαφή υποχρέωση αποκατάστασης. Η Νέα Δημοκρατία, ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ έχουν, σε διαφορετικές περιόδους, διατηρήσει ή επεκτείνει τη συμφωνία χωρίς περιβαλλοντικό παράρτημα.
Το ΚΚΕ αντιτίθεται σταθερά στη λειτουργία των ξένων βάσεων και έχει εντάξει περιβαλλοντικές αναφορές στην επιχειρηματολογία του, χωρίς, να έχει διαμορφωθεί ειδική κοινοβουλευτική διαδικασία αποκλειστικά για το ενδεχόμενο περιβαλλοντικής μόλυνσης από στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Οι κινητοποιήσεις κατά της βάσης παραμένουν ενεργές στην Κρήτη, αλλά εστιάζουν κυρίως σε ζητήματα πολέμου, γεωπολιτικής και εθνικής κυριαρχίας και λιγότερο σε συγκεκριμένα αιτήματα για έλεγχο PFAS, δειγματοληψίες και περιβαλλοντική αποκατάσταση.
Το πραγματικό εύρημα είναι η απουσία δεδομένων
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι υπάρχει μόλυνση PFAS στη Σούδα. Δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένες μετρήσεις που να το τεκμηριώνουν.
Δεν μπορεί, όμως, να υποστηριχθεί ούτε ότι η ευρύτερη περιοχή είναι καθαρή. Οι υπάρχοντες έλεγχοι δεν καλύπτουν το έδαφος, τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, τα όμβρια ή το θαλάσσιο περιβάλλον.
Αυτό αποτελεί το βασικό εύρημα: όχι η απόδειξη ρύπανσης, αλλά η απουσία των ανεξάρτητων δεδομένων που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν ή να αποκλείσουν την ύπαρξή της.
Δεν έχει πραγματοποιηθεί δημοσίως γνωστή ανεξάρτητη περιβαλλοντική αξιολόγηση, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί εξετάσεις PFAS στο έδαφος ή στη θάλασσα και καμία ελληνική ρυθμιστική αρχή δεν έχει ολοκληρώσει επιτόπια έρευνα μέσα στη βάση.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η περιβαλλοντική λογοδοσία ενισχύεται όταν οι μετρήσεις δεν διεξάγονται αποκλειστικά από τον φορέα που ελέγχεται.
Ένα πιθανό θεσμικό πλαίσιο θα μπορούσε να περιλαμβάνει κοινό πρωτόκολλο ελέγχου, με συμμετοχή ελληνικών ανεξάρτητων αρχών, του Γενικού Χημείου του Κράτους ή πιστοποιημένων πανεπιστημιακών εργαστηρίων, τόσο εντός όσο και περιμετρικά της εγκατάστασης.
Ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να προβλέπει τακτικές δειγματοληψίες εδάφους, υπόγειων και επιφανειακών υδάτων, ιζημάτων και θαλάσσιων οργανισμών, κοινή δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων και σαφή διαδικασία κατανομής της ευθύνης σε περίπτωση που εντοπιστεί ρύπανση.
Μέχρι σήμερα, κανένα τέτοιο πλαίσιο δεν περιλαμβάνεται στην ελληνοαμερικανική συμφωνία.
Το ερώτημα που παραμένει, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν υπάρχουν PFAS ή άλλοι ρύποι στον χώρο της Σούδας. Είναι ποιος έχει δικαίωμα να ελέγξει, ποιος θα δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα και ποιος θα αναλάβει το κόστος, εάν στο μέλλον αποδειχθεί ότι απαιτείται περιβαλλοντική αποκατάσταση.
Το ξέρουμε…
Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.
Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:
- - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
- - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.
Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.
Σας ευχαριστούμε θερμά.



