17.1 C
Chania
Παρασκευή, 1 Μαΐου, 2026

Tucker Carlson: Πώς η κριτική σε μια ξένη κυβέρνηση (Ισραήλ) μετατρέπεται νομικά σε «έγκλημα μίσους» στις ΗΠΑ

Ημερομηνία:

Στο επίκεντρο μιας θυελλώδους πολιτικής αντιπαράθεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται πλέον το συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, καθώς η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή μεταφέρεται στο εσωτερικό της αμερικανικής έννομης τάξης.

Η δημόσια παρέμβαση του Tucker Carlson, η οποία εστιάζει στις πιέσεις για τον περιορισμό της κριτικής προς ξένες κυβερνήσεις, αναδεικνύει ένα βαθύ ρήγμα στην παραδοσιακή ερμηνεία της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος. Με φόντο τις κατηγορίες για «ρητορική μίσους» και τις νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες στο Κογκρέσο, η συζήτηση υπερβαίνει τα όρια της απλής πολιτικής διαφωνίας, αγγίζοντας τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ κράτους, πολιτών και των τεχνολογικών κολοσσών που ελέγχουν τη ροή της πληροφορίας στον 21ο αιώνα.

Το Ρήγμα στην Πρώτη Τροπολογία και η Προειδοποίηση Carlson

Η τρέχουσα πολιτική ατμόσφαιρα στην Ουάσιγκτον χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή αίσθηση επείγοντος σχετικά με τον έλεγχο του δημόσιου αφηγήματος. Ο Tucker Carlson, σε μια από τις πλέον αιχμηρές τοποθετήσεις του, υποστηρίζει ότι η χώρα βρίσκεται προ των πυλών ενός οργανωμένου συστήματος καταστολής του λόγου. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η λογοκρισία δεν είναι απλώς μια πιθανότητα, αλλά μια επερχόμενη βεβαιότητα που θα εδραιωθεί, εκτός εάν υπάρξει μαζική κοινωνική αντίδραση.

«Η λογοκρισία έρχεται και θα λειτουργήσει, εκτός εάν οι άνθρωποι ασκήσουν το θεόσταλτο και εγγυημένο από την Πρώτη Τροπολογία δικαίωμά τους να την απωθήσουν με λόγια, και να το πράξουν με υψηλή ένταση, χωρίς καμία απολύτως ντροπή». Αυτή η διαπίστωση αποτελεί τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας του, η οποία καλεί τους πολίτες —και ειδικότερα τη βάση των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων— να αρνηθούν τον εκφοβισμό από αυτό που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως «ψευδείς ισχυρισμούς περί μίσους». Ο Carlson επισημαίνει ότι η χρήση του όρου «μίσος» λειτουργεί πλέον ως εργαλείο φίμωσης για όσους ασκούν κριτική στη συμπεριφορά ξένων κυβερνήσεων, ακόμη και όταν αυτές χρηματοδοτούνται από τους Αμερικανούς φορολογούμενους.

Το διακύβευμα, όπως περιγράφεται, αφορά την απόπειρα της άρχουσας τάξης να επιβάλει ένα καθεστώς πνευματικής υποταγής στους κυβερνώμενους. Η ανησυχία αυτή εντείνεται από το γεγονός ότι εκκλήσεις για περιορισμό του λόγου δεν προέρχονται πλέον μόνο από τη μία πλευρά του πολιτικού φάσματος, αλλά υποστηρίζονται από ένα ευρύ δίκτυο αξιωματούχων και υποστηρικτών που περιβάλλουν την τρέχουσα ηγεσία.

Η Σύγκρουση Levin-Carlson: Το Ισραήλ ως Σημείο Τομής

Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές στιγμές αυτής της αντιπαράθεσης είναι η σύγκρουση μεταξύ του Carlson και του Mark Levin, ενός εκ των πλέον γνωστών συντηρητικών σχολιαστών και νομικών. Ο Levin, ο οποίος διατηρεί στενούς δεσμούς με την πολιτική ηγεσία, έχει αναδειχθεί σε έναν από τους κύριους υπέρμαχους του περιορισμού της κριτικής προς την ισραηλινή κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντας τέτοιες φωνές ως υποκινητές βίας.

Σε πρόσφατη παρέμβασή του, ο Levin δήλωσε: «Η βία που κηρύττεται σε διαφορετικές πλατφόρμες εκπομπής από διαφορετικούς πολιτικούς… είναι τρομακτική και πιστεύω ότι πραγματικά προσθέτει λάδι στη φωτιά του μίσους εκεί έξω, καθιστώντας πολύ δύσκολο για έναν ελεύθερο λαό ακόμη και να κάνει μια συζήτηση». Ο Levin προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, δηλώνοντας ότι δεν έχει «κανένα πρόβλημα με την απομάκρυνση (deplatforming) των Ναζί», συμπεριλαμβάνοντας σε αυτή την κατηγορία όσους χρησιμοποιούν σκληρή γλώσσα κατά των ισραηλινών πολιτικών.

Ο Carlson αντέδρασε έντονα σε αυτή την προσέγγιση, χαρακτηρίζοντάς την ως μια «τέλεια αντιστροφή» της αλήθειας. Υποστηρίζει ότι η ταύτιση της κριτικής προς μια κοσμική ξένη κυβέρνηση με τον αντισημιτισμό ή τη βία αποτελεί μια επικίνδυνη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Η ειρωνεία, σύμφωνα με τον Carlson, έγκειται στο γεγονός ότι ο Levin, ο οποίος στο παρελθόν έχει ζητήσει ακόμη και πυρηνικά πλήγματα κατά του Ιράν, κατηγορεί τώρα τους επικριτές της βίας ως υποκινητές της. Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται ως μια «άρνηση της ύπαρξης της αλήθειας», όπου οι κατηγορίες που εκτοξεύονται είναι ακριβώς οι πράξεις για τις οποίες είναι ένοχοι οι ίδιοι οι κατήγοροι.

Νομοθετική Πρωτοβουλία: Το Νομοσχέδιο Gottenheimer-Lawler

Η συζήτηση περί λογοκρισίας πέρασε γρήγορα από το επίπεδο των τηλεοπτικών σχολίων στο νομοθετικό πεδίο. Οι βουλευτές Josh Gottenheimer (Δημοκρατικός από το New Jersey) και Mike Lawler (Ρεπουμπλικάνος από τη Νέα Υόρκη) παρουσίασαν μια νομοθετική πρόταση που στοχεύει στον εξαναγκασμό των εταιρειών τεχνολογίας να απαγορεύουν χρήστες που ασκούν κριτική στο Ισραήλ, υπό το πρίσμα της καταπολέμησης του μίσους.

Αυτή η σύγκλιση μεταξύ ενός Δημοκρατικού και ενός Ρεπουμπλικάνου —τους οποίους ο Carlson περιγράφει ως «νεοσυντηρητικούς» (neocons)— υπογραμμίζει τη διακομματική υποστήριξη που απολαμβάνουν τέτοια μέτρα στους διαδρόμους του Κογκρέσου. Η νομοθεσία αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά μέρος μιας ευρύτερης τάσης που επιδιώκει να καταστήσει τις τεχνολογικές πλατφόρμες υπεύθυνες για το περιεχόμενο που φιλοξενούν, ειδικά όταν αυτό αφορά ευαίσθητα γεωπολιτικά ζητήματα.

Η κριτική που ασκείται σε αυτό το νομοσχέδιο εστιάζει στο γεγονός ότι οι εταιρείες τεχνολογίας, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ομοσπονδιακές συμβάσεις, καθίστανται ουσιαστικά οι «αγωγοί» μέσω των οποίων το κράτος επιβάλλει μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή. Σύμφωνα με τον Carlson, αυτό αποτελεί λογοκρισία τόσο νομικά όσο και ηθικά, καθώς ο έλεγχος των μέσων επικοινωνίας ισοδυναμεί με τον έλεγχο του ίδιου του λόγου.

Ο Ορισμός της IHRA και η Νομική Μετάλλαξη του Αντισημιτισμού

Το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται αυτή η νέα νομοθετική και διοικητική προσέγγιση είναι ο ορισμός του αντισημιτισμού που έχει διαμορφωθεί από τη Διεθνή Συμμαχία για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA). Αυτός ο ορισμός, ο οποίος έχει ήδη ενσωματωθεί στη νομοθεσία της πλειονότητας των αμερικανικών πολιτειών και σε 40 χώρες παγκοσμίως, περιλαμβάνει ως μορφή αντισημιτισμού την κριτική προς τη συμπεριφορά του κράτους του Ισραήλ.

Ο Carlson υποστηρίζει ότι ενώ ο ορισμός αυτός αρχικά φαινόταν «πολύ ανόητος για να του δώσει κανείς σημασία», έχει πλέον καταστεί ο λειτουργικός ορισμός που καθορίζει τα όρια του νόμου. «Αυτός ο ορισμός είναι πλέον ο επιχειρησιακός ορισμός και σημαίνει ότι η κριτική στη συμπεριφορά μιας ξένης κυβέρνησης αποτελεί έγκλημα μίσους και μπορεί να οδηγήσει στη λογοκρισία σας στην ίδια σας τη χώρα».

Αυτή η νομική μετάλλαξη δημιουργεί ένα πρωτοφανές προηγούμενο, όπου το συνταγματικό δικαίωμα στην κριτική των πολιτικών ηγετών και των διεθνών σχέσεων περιορίζεται δραστικά. Για τους υποστηρικτές της ελευθερίας του λόγου, η εξέλιξη αυτή αντιπροσωπεύει μια σκοτεινή μετατόπιση των κινήτρων της εξουσίας, η οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει τον πληθυσμό όχι με φροντίδα, αλλά με μια μορφή απέχθειας και περιφρόνησης.

Η Τεχνολογία ως Μοχλός Κρατικής Παρέμβασης: Αναλογίες με την Πανδημία

Η τρέχουσα πίεση προς τις εταιρείες τεχνολογίας για τον περιορισμό του λόγου δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία. Σύμφωνα με την ανάλυση του Tucker Carlson, η μεθοδολογία που ακολουθείται σήμερα για την καταστολή της κριτικής έναντι του Ισραήλ παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τις πρακτικές που υιοθέτησε η προηγούμενη Δημοκρατική διοίκηση κατά τη διάρκεια της κρίσης του COVID-19. Η κεντρική θέση του Carlson είναι ότι η παρότρυνση των τεχνολογικών κολοσσών από το κράτος να «στοιχηθούν» πίσω από μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή ισοδυναμεί με απαγόρευση του λόγου, δεδομένου ότι αυτές οι εταιρείες αποτελούν πλέον τους αποκλειστικούς αγωγούς μέσω των οποίων ρέει η πληροφορία.

Η εξάρτηση αυτών των εταιρειών από ομοσπονδιακές συμβάσεις δημιουργεί ένα πλέγμα συμφερόντων που καθιστά τη συμμόρφωσή τους σχεδόν υποχρεωτική. Νομικά και ηθικά, αυτή η συνεργασία κράτους και ιδιωτικού τομέα στον έλεγχο της έκφρασης συνιστά μια μορφή λογοκρισίας που παρακάμπτει τις συνταγματικές εγγυήσεις, μετατρέποντας τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης σε ψηφιακά πεδία επιβολής της επίσημης κρατικής ιδεολογίας. Ο Mark Levin, παρά το γεγονός ότι εκφράζει θέσεις που μοιράζεται μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, λειτουργεί ως ο «προάγγελος» αυτών των μέτρων, ζητώντας τη σιωπή όσων διαφωνούν μαζί του.

Κοινωνική Αποξένωση και η «Περιφρόνηση» της Ηγεσίας

Πέρα από το νομικό πλαίσιο, αναδύεται μια βαθύτερη κοινωνική διάσταση που αφορά το κίνητρο πίσω από αυτά τα μέτρα. Ο Carlson υποστηρίζει ότι η τρέχουσα πολιτική ελίτ αντιμετωπίζει τον γηγενή πληθυσμό (birthright Americans) με μια μορφή απέχθειας και περιφρόνησης. Η ηγεσία φαίνεται να προτιμά τη συνύπαρξη με πληθυσμούς υπό προσωρινό καθεστώς προστασίας, παρά με πολίτες που διατηρούν «παρωχημένες» προσδοκίες για σταθερές θέσεις εργασίας, προσβάσιμη υγεία και το δικαίωμα να επικρίνουν τους ηγέτες τους.

Αυτή η «σκοτεινή παρόρμηση» πηγάζει από την αποτυχία της ηγεσίας να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη χώρα. Οι πολίτες που διαμαρτύρονται αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση αυτής της αποτυχίας. Αντί οι ηγέτες να αναρωτηθούν για τα αίτια της λαϊκής δυσαρέσκειας και του πόνου που βιώνουν οι κοινότητες, επιλέγουν να απορρίψουν τις αντιδράσεις με κατηγορίες περί «κακών κινήτρων» ή «μίσους», χρησιμοποιώντας τη λογοκρισία ως μέσο για να αποφύγουν την ενδοσκόπηση και τη λογοδοσία.

Η Γεωγραφία της Δυσαρέσκειας: Από το Baltimore στην Indiana

Η κρίση εμπιστοσύνης δεν είναι αφηρημένη, αλλά εδράζεται στην παρακμή συγκεκριμένων περιοχών της αμερικανικής ενδοχώρας. Η εγκατάλειψη πόλεων όπως το Baltimore και το Gary της Indiana, καθώς και η υποβάθμιση της αγροτικής Αμερικής, συνθέτουν την εικόνα μιας ηγεσίας που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διακυβέρνηση μιας «αυτοκρατορίας» παρά για την ευημερία των πολιτών της. Όπως ανέφερε ο Bill Kristol, η περιφρόνηση για τους ανθρώπους που «μόλις και μετά βίας κρατιούνται» είναι διάχυτη στους κύκλους της Ουάσιγκτον.

Η εκλογή του Donald Trump το 2016 θα έπρεπε να είχε λειτουργήσει ως αφύπνιση για το πολιτικό κατεστημένο. Ένας στοχαστικός ηγέτης θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή ενός υποψηφίου εκτός συστήματος ήταν το αποτέλεσμα της γενικευμένης δυσαρέσκειας με τους παραδοσιακούς εκπροσώπους. Ωστόσο, η αντίδραση της ελίτ τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ήταν η αλλαγή πορείας ή η ακρόαση των αναγκών των ψηφοφόρων, αλλά η περαιτέρω απομόνωσή τους και η στοχοποίησή τους μέσω κατηγοριών για «μίσος».

 Το Παράδοξο του Harvard και η Συμβολική «Ταπείνωση»

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της επιλεκτικής ηθικής εντοπίζεται στο Πανεπιστήμιο Harvard. Το ίδρυμα έσπευσε να αφαιρέσει το όνομα του Charles Glass, ενός ιστορικού βουλευτή και συντάκτη του νόμου Glass-Steagall, από κτίριό του με την κατηγορία του ρατσισμού, επιδιώκοντας να κάνει μια «ηθική δήλωση». Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το όνομα του Les Wexner παραμένει στην είσοδο της Kennedy School of Government.

Ο Wexner, ο άνθρωπος που χρηματοδότησε τον Jeffrey Epstein, παραμένει τιμώμενο πρόσωπο στο πανεπιστήμιο παρά τις σοβαρές κατηγορίες που βάρυναν τον Epstein. Σύμφωνα με τον Carlson, αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί μια «άσκηση ταπείνωσης» προς τον πληθυσμό. Η μήνυμα είναι σαφές: οι πρόγονοι των Αμερικανών είναι «ελαττωματικοί και σιχαμεροί», αλλά η σύγχρονη οικονομική ελίτ, ανεξαρτήτως διασυνδέσεων, παραμένει απρόσβλητη. Πρόκειται για μια επίδειξη ισχύος που αγνοεί επιδεικτικά τη λαϊκή αίσθηση περί δικαίου.

Γεωπολιτική Αποτυχία και Εσωτερική Μετατόπιση: Το Μέτωπο του Ιράν

Η ένταση στο εσωτερικό των ΗΠΑ φαίνεται να συνδέεται άρρηκτα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και ειδικότερα με τη στρατηγική «αλλαγής καθεστώτος» στο Ιράν. Αυτό το εγχείρημα αποτέλεσε το μεγαλύτερο στοίχημα της τρέχουσας ηγεσίας, μια προσπάθεια στην οποία επένδυσαν τα πάντα. Τώρα που γίνεται σαφές ότι η στρατηγική αυτή δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, η απογοήτευση της ηγεσίας μετατοπίζεται προς τους ίδιους τους πολίτες της.

Η οργή των ηγετών δεν στρέφεται προς τις δικές τους αστοχίες, αλλά προς όσους αρνούνται να επικροτήσουν τις επιλογές τους ή επιμένουν να διατηρούν προσδοκίες για μια ζωή που θυμίζει το παρελθόν. Η απαίτηση των Αμερικανών ψηφοφόρων να υπηρετούνται τα δικά τους συμφέροντα και όχι οι προσωπικές ατζέντες των πολιτικών οικογενειών αντιμετωπίζεται με εχθρότητα. Η κρίση, εξ ορισμού, αναγκάζει τις προϋπάρχουσες τάσεις περιφρόνησης να βγουν στην επιφάνεια, καθιστώντας την εσωτερική καταστολή το τελευταίο καταφύγιο μιας αποτυχημένης εξωτερικής πολιτικής.

Η Ασυλία των Ελίτ και η Ηθική της Ευθύνης

Η αίσθηση της αδικίας ενισχύεται από τη σύγκριση της αντιμετώπισης των απλών πολιτών έναντι της ελίτ. Στην περίπτωση της Purdue Pharma, η οποία ευθύνεται για τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων Αμερικανών μέσω της κρίσης των οπιοειδών, κανένα στέλεχος δεν οδηγήθηκε στη φυλακή, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν τις συνέπειες των προϊόντων τους. Αντίστοιχα, μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, κανένας τραπεζίτης δεν ανέλαβε νομική ευθύνη, με το φταίξιμο να μετακυλίεται στους δανειολήπτες.

Αυτή η συστηματική απουσία λογοδοσίας για τους ισχυρούς, σε αντίθεση με την αυστηρότητα που επιδεικνύεται προς τον απλό λαό, καταδεικνύει μια βαθιά ριζωμένη αποστροφή προς τον πληθυσμό. Δεν πρόκειται απλώς για αδιαφορία, αλλά για μια μορφή μίσους που στοχεύει σε όσους θεωρούνται «ενοχλητικοί» ή «ξεπερασμένοι». Η λογοκρισία έρχεται να συμπληρώσει αυτό το σκηνικό, στερώντας από τους πολίτες ακόμη και το δικαίωμα να παραπονιούνται για αυτή την κραυγαλέα ανισότητα.

Η «Φάρμα των Ζώων» ως Σύγχρονη Πολιτική Διδαχή

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η νέα κινηματογραφική μεταφορά της «Φάρμας των Ζώων» του George Orwell (με πρεμιέρα την 1η Μαΐου) αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία. Ενώ το «1984» συγκεντρώνει συνήθως την προσοχή, η «Φάρμα των Ζώων» αναλύει με μεγαλύτερη ακρίβεια την ανθρώπινη φύση, την επιθυμία για εξουσία και την ευκολία με την οποία οι άνθρωποι παραδίδουν τα δικαιώματά τους.

Η ταινία λειτουργεί ως προειδοποίηση για τους κινδύνους της ολοκληρωτικής εξουσίας και τη σταδιακή αλλαγή των κανόνων, τους οποίους οι πολίτες καλούνται να μην παρατηρούν. Σύμφωνα με τον Carlson, το έργο αυτό δεν διδάσκεται πλέον επαρκώς στα σχολεία ακριβώς επειδή η αλήθεια του είναι ενοχλητική για το παρόν σύστημα. Η συζήτηση με τη νέα γενιά για την εξουσία, τη διαφθορά και την ελευθερία καθίσταται απαραίτητη σε μια εποχή όπου οι απαντήσεις της ηγεσίας συχνά στερούνται λογικής.

Η Πρώτη Τροπολογία ως Τελευταίο Ανάχωμα

Η ανάλυση των τάσεων που διαμορφώνονται στις ΗΠΑ οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η ελευθερία του λόγου βρίσκεται υπό πολιορκία από ένα σύμπλεγμα γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων και εσωτερικής περιφρόνησης. Η προσπάθεια μετατροπής της κριτικής σε «έγκλημα μίσους» μέσω νομικών ορισμών όπως αυτός της IHRA, αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς πορείας αποξένωσης της ηγεσίας από τον λαό.

Η Πρώτη Τροπολογία παραμένει το τελευταίο ανάχωμα απέναντι σε αυτή την εξέλιξη. Η προστασία του δικαιώματος των πολιτών να αμφισβητούν τους ηγέτες τους και να επικρίνουν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας τους είναι ο μοναδικός τρόπος για τη διατήρηση της δημοκρατικής ουσίας. Σε μια εποχή διαρκούς κρίσης, η άρνηση της υποταγής και η διεκδίκηση του λόγου «σε υψηλή ένταση και χωρίς ντροπή» αναδεικνύεται όχι μόνο σε συνταγματικό δικαίωμα, αλλά σε επιτακτική πράξη εθνικής και ηθικής αυτοσυντήρησης.

 

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ