Η σύγχρονη ιστορία της Βενεζουέλας αποτελεί ίσως το πιο σύνθετο παράδειγμα των αντιφάσεων του 21ου αιώνα. Είναι η ιστορία μιας χώρας που επιχείρησε να διορθώσει δεκαετίες κοινωνικής αδικίας, αξιοποιώντας τον φυσικό της πλούτο, για να καταλήξει τελικά εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο οικονομικής καταστροφής στην οποία καταστροφή κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν οι ΗΠΑ.
Για δεκαετίες, η οικονομία της Βενεζουέλας στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο πετρέλαιο. Πάνω από το 90–95% των εξαγωγικών εσόδων προερχόταν από τον συγκεκριμένο τομέα. Όσο οι διεθνείς τιμές παρέμεναν υψηλές, οι αδυναμίες του μοντέλου καλύπτονταν. Όταν όμως οι τιμές κατέρρευσαν, η χώρα βρέθηκε χωρίς αποθέματα, χωρίς εναλλακτικές πηγές εσόδων και χωρίς μηχανισμούς απορρόφησης των κραδασμών.
Αυτή η εξάρτηση δεν ήταν προϊόν της περιόδου διακυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο, ούτε καν της προηγούμενης εποχής του Ούγκο Τσάβες. Αποτελούσε χαρακτηριστικό ενός κλασικού κρατικού, πετρελαϊκού, ενοικιαστικού μοντέλου, με βαθιές ιστορικές ρίζες.
Η εποχή Τσάβες (1999–2013): κοινωνική άνοδος με κρυφό κόστος
Για να κατανοήσουμε την άνοδο του Ούγκο Τσάβες και την απήχηση της Μπολιβαριανής Επανάστασης, πρέπει να ανατρέξουμε στην προ του 1999 εποχή. Η Βενεζουέλα, παρότι καθόταν πάνω στα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου του πλανήτη, μαστιζόταν από ακραία φτώχεια. Ο «μαύρος χρυσός» βρισκόταν ουσιαστικά υπό τον έλεγχο ξένων πολυεθνικών και μιας εγχώριας ελίτ που ήταν αδιάφορα προς τα λαϊκά στρώματα, με τα κέρδη να διαφεύγουν στο εξωτερικό και κυρίως στις ΗΠΑ αντί να επενδύονται στις υποδομές ή την κοινωνική πρόνοια της χώρας.
Τα γεγονότα του Caracazo το 1989 είχαν ήδη καταδείξει πόσο εύθραυστη ήταν η κοινωνική συνοχή.
Η εθνικοποίηση και ο αυστηρότερος έλεγχος της PDVSA από τον Τσάβες χαιρετίστηκε από τα λαϊκά στρώματα ως πράξη ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας. Το επιχείρημα ήταν σαφές και ηθικά ισχυρό: το πετρέλαιο ανήκει στον λαό και τα κέρδη του πρέπει να επιστρέφουν στην κοινωνία. Αυτή η πολιτική έθεσε τέλος σε ένα καθεστώς όπου οι φυσικοί πόροι της χώρας λειτουργούσαν ως πλουτοπαραγωγική πηγή για τρίτους, αφήνοντας τον ντόπιο πληθυσμό στο περιθώριο.
Οι «Misiones» και η μείωση της φτώχειας
Η εφαρμογή των εκτεταμένων κοινωνικών προγραμμάτων, γνωστών ως «Misiones», είχε άμεσα και απτά αποτελέσματα κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης. Στατιστικά στοιχεία διεθνών οργανισμών επιβεβαιώνουν ότι κατά την περίοδο της υψηλής τιμής του πετρελαίου, η Βενεζουέλα πέτυχε σημαντική μείωση της φτώχειας και του αναλφαβητισμού, ενώ βελτιώθηκε η πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και διατροφή για πληθυσμιακές ομάδες που μέχρι τότε ήταν αποκλεισμένες.
Τα προγράμματα αυτά κάλυψαν ένα τεράστιο κενό του κράτους πρόνοιας. Για τον φτωχό κάτοικο των παραγκουπόλεων (barrios) του Καράκας, η κρατική παρέμβαση σήμαινε για πρώτη φορά πρόσβαση σε γιατρό, φθηνό φαγητό και εκπαίδευση. Επομένως, η κοινωνική πολιτική δεν ήταν απλώς λαϊκισμός, όπως συχνά κατηγορείται, αλλά μια προσπάθεια διόρθωσης ιστορικών αδικιών δεκαετιών.



