Του Βαγγέλη Γεωργίου
Πρόσφατα, μετά τον θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού Νίκου Καλογερόπουλου, ανασύρθηκαν ξανά μνήμες από το παρελθόν με αφορμή των επαναπροβολή ταινιών του. Πολλοί θυμήθηκαν τη σειρά «Κάμπινγκ» (1989) που συμπυκνώνει την απλότητα των καλοκαιριών της δεκαετίας του 1980. Υπάρχει όμως πράγματι νοσταλγία για τα καλοκαίρια του παρελθόντος και πώς εξηγείται;
Συχνά διαβάζουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρτήσεις σύμφωνα με τις οποίες τα καλοκαίρια «τότε» διαρκούσαν τρεις μήνες. «Ήμασταν ευτυχισμένοι, παίζαμε όλοι μαζί». Τι ακριβώς χάσαμε από το ελληνικό καλοκαίρι των δεκαετιών του ’70, του ’80, του ’90;
Υπήρχαν πράγματι συνθήκες που έκαναν τα καλοκαίρια εκείνα πιο ανέμελα ή έχουμε κατασκευάσει εκ των υστέρων την εικόνα μιας αθώας εποχής;
«Έχω δει ότι είναι ένα αρκετά κοινό μοτίβο νοσταλγίας, ότι πολλοί άνθρωποι αναφέρονται στα καλοκαίρια της δεκαετίας του ’70 και του ’80 σαν καλοκαίρια, τα οποία χαρακτηρίζονταν από απλότητα. Μια απλότητα η οποία αφορούσε και την κατανάλωση» αναφέρει στο in ο Δρ. Παναγιώτης Ζεστανάκης, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Λινναίος της Σουηδίας, με ειδίκευση στην καθημερινότητα.
«Δηλαδή λένε είναι ένα κοινό μοτίβο ότι εμείς εκείνη την εποχή ήμασταν ευτυχισμένοι επειδή βάζαμε μια πετσέτα στην παραλία και παίρναμε μια αναψυκτικό από το περίπτερο και δυο λουκουμάδες από έναν πλανόδιο και περνάγαμε έτσι τη μέρα και δεν χρειαζόμασταν ξαπλώστρα, δεν χρειαζόμασταν πολυτέλεια, δεν χρειαζόμασταν όλα αυτά τα οποία βλέπουμε σήμερα στις σύγχρονες παραλίες» λέει.
Πολλοί αναπολούν επίσης τις μεγαλύτερης διάρκειας και λιγότερο απαιτητικές διακοπές. «Είναι και αυτό μοτίβο, δηλαδή το να πηγαίνει κανείς να κάνει για πολλές μέρες κάμπινγκ ελεύθερο σε κάποια παραλία ή να πηγαίνει να περνάει μεγάλα χρονικά διαστήματα σε ένα σπίτι χωριού. Το σπίτι του παππού, της γιαγιάς και τα λοιπά» προσθέτει ο ιστορικός.

Τα τελευταία χρόνια οι σελίδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μας θυμίζουν τις περασμένες δεκαετίες έχουν αποκτήσει εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους: Τα γκρουπ 80s Νοσταλγία (440.000), Νοσταλγοί 80-90 (450.000), Παλιές Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης (140.000). Εάν λάβει κανείς υπόψη ότι οι ενεργοί λογαριασμοί στο Facebook είναι γύρω στα 7.000.000 τα παραπάνω νούμερα είναι εντυπωσιακά για τον κ. Ζεστανάκη, ο οποίος μελέτησε το νοσταλγικό φαινόμενο μέσα από τη μέθοδο της ψηφιακής εθνογραφίας. «Σημαίνει ότι αυτό το νοσταλγικό “engagement” είναι πάρα πολύ ευρύ».
Ο ειδικός πιστεύει ότι ο άνθρωπος έχει μια φυσική νοσταλγία για τα παιδικά του χρόνια και τα χρόνια της εφηβείας του και της νεότητάς του.
Αν και, όπως λέει, το φαινόμενο είναι διεθνές, πιστεύει ότι στην Ελλάδα, επειδή υπάρχει μια μερίδα μεγάλη ανθρώπων που είδε την καθημερινότητά της να επιδεινώνεται με οικονομικούς όρους, τα χρόνια της κρίσης λειτούργησαν σαν ένα επιπλέον φίλτρο μνήμης. «Και αυτό δημιουργεί, ενδεχομένως, μια περαιτέρω εξιδανίκευση για ανθρώπους οι οποίοι υπήρξαν παιδιά τη δεκαετία του ’90, για παράδειγμα, και έζησαν την εμπειρία της κρίσης στα πρώτα χρόνια της παραγωγικής τους ηλικίας».

Πράγματι, η οικονομική κρίση αποτελεί σαφή τομή και στα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου: η ικανοποίηση των Ελλήνων από τη ζωή υποχωρεί απότομα μετά το 2009. Ένα δυσκολότερο παρόν μπορεί, άλλωστε, να κάνει το παρελθόν να μοιάζει καλύτερο.
Κατακρίνουν το σήμερα
Πολλοί νοσταλγοί του παρελθόντος στηλιτεύουν το σημερινό μοντέλο διακοπών ως πιο δαπανηρό και περισσότερο συνδεδεμένο με την κουλτούρα του «φαίνεσθαι».
«Αυτό είναι το κλασικό επιχείρημα των νοσταλγικών ανθρώπων. Δηλαδή ότι εκείνη την εποχή ήταν πιο εύκολο να πάει κανείς διακοπές για πολλές ημέρες» υπογραμμίζει ο Ζεστανάκης, δίνοντας έμφαση στο οικονομικό σκέλος. «Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι τότε τα οικονομικά δεδομένα ήταν καλύτερα και νομίζω ότι αυτό συνδέεται με μία μεγάλη εκτίμηση που έχει η ελληνική κοινωνία στις πολιτικές της δεκαετίας του ’80, τις οποίες τις θεωρούμε ότι ήταν αναδιανεμητικές, ότι βοήθησαν να δημιουργηθεί μία πιο ευρεία μεσαία τάξη και ούτω καθεξής».

Και σε μικρές ηλικίες: το «τραύμα»
Ενώ όμως είναι δικαιολογημένο να νοσταλγούν τις δεκαετίες εκείνες άνθρωποι που τις έζησαν, το ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η νοσταλγία για το παλιό συναντάται και σε πολύ νεότερες ηλικίες, που δεν έζησαν ποτέ τις δεκαετίες του 1980 ή του 1990. Στις σπουδές μνήμης το φαινόμενο αυτό περιγράφεται postmemory, σύμφωνα με τον ερευνητή.
«Ουσιαστικά οι άνθρωποι οι οποίοι έζησαν την δεκαετία του ’80 και του ’90 και του 2000 ενδεχομένως, που ήταν εποχές μεγαλύτερων προσδοκιών και καταναλωτικής επέκτασης, βίωσαν την εμπειρία της κρίσης ως ένα τραύμα», το οποίο στη συνέχεια, προσθέτει, «μεταφέρθηκε κατά μία έννοια μέσα από τις διαδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσα από συζητήσεις στην οικογένεια, μέσα από συζητήσεις με φίλους, μέσα από διάφορα είδη λόγου».
Συνεπώς, σύμφωνα με τον ειδικό, αυτή η αντίληψη πέρασε σε έναν βαθμό και στις επόμενες γενιές. «Δηλαδή αυτή η εξιδανίκευση ότι κάποτε υπήρξε μια εποχή παχιών αγελάδων όπου όλα ήταν καλύτερα. Σαν μιντιακό φαινόμενο είναι υπαρκτό».
Πάντα εξιδανικεύουμε το παρελθόν
Η απώλεια της παρέας που μπορεί να είχε κάποιος στο παρελθόν ή τα βράδια που περνούσαν παρέες και οικογένειες στις αυλές γειτονιών μπορεί να είναι σήμερα θέμα συζήτησης. Είναι σαν να νοσταλγούμε έναν τρόπο κοινωνικής ζωής που σταδιακά μετασχηματίστηκε με την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας.
Ο Ζεστανάκης όμως πιστεύει ότι σήμερα έχουμε μια τάση να εξιδανικεύουμε μοντέλα κοινωνικότητας που ταυτίζονται με ένα παρελθόν και με τη νεότητά μας. Στο βιβλίο του «Ζητείται Ελπίς» (1954) ο πεζογράφος Αντώνης Σαμαράκης -στηλιτεύοντας την αστικοποίηση της δεκαετίας του 1950- ανέφερε πως «ποτέ άλλοτε οι στέγες των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά και οι καρδιές τους τόσο μακριά». Αυτό είχε συμπεριληφθεί σε θέματα εξετάσεων πανελληνίων τη δεκαετία του 1980. «Ουσιαστικά οι εξεταστές ζητούσαν από τα παιδιά να αναπαράγουν μια αφήγηση που να λέει τι ωραία ήταν η ζωή στο χωριό και πόσο χάλια τα έχει κάνει τώρα η αστικοποίηση και πόσο είμαστε ξένοι, δεν ξέρουμε το γείτονά μας» αναφέρει ο κ. Ζεστανάκης.

«Αυτό που είναι συγκλονιστικά ενδιαφέρον είναι το αφήγημα, δηλαδή τους ζητάνε ουσιαστικά να εξιδανικεύσουν την εποχή [πχ του 1930] πριν την αστικοποίηση της Αθήνας, τη δεκαετία του 1960, 1950».
Σήμερα, λοιπόν για τον ειδικό, συμβαίνει κάτι παρεμφερές. «Πολλοί άνθρωποι που μεγαλώσανε είτε πριν η κοινωνικοποίηση να είναι τόσο συνυφασμένη με τη ψηφιακή τεχνολογία, είτε είναι millennials, λένε αντίστοιχα μέσα από νοσταλγικές σελίδες ότι εμείς στη δική μας εποχή ενδιαφερόμασταν να ερωτευτούμε ή να πάμε διακοπές για να ζήσουμε τη στιγμή και όχι για να τη δείξουμε τη στιγμή».
Η αντίφαση
Ακόμα όμως και πολλοί νοσταλγοί του παρελθόντος που δεν είχαν υιοθετήσει αυτό τον τρόπο ζωής του «φαίνεσθαι» στην πραγματικότητα επιδεικνύουν το οπτικό υλικό που μάζευαν εκείνη την περίοδο.
«Το οποίο πάλι έχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, δηλαδή ότι κατηγορείς ότι κάποιος θέλει να δείξει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτή τη στιγμή την ευτυχία του, όταν κι εσύ κάνεις όμως το ίδιο για να δείξεις την ευτυχία σου εκ των υστέρων. Δηλαδή βάζεις μια φωτογραφία σαράντα ετών την οποία την έχεις κρατήσει γιατί για κάποιο λόγο ήθελες να απαθανατίσεις τη στιγμή και πιθανότατα για να τη δείξεις» και αναρωτιέται, «δηλαδή γιατί τις φωτογραφίες τις κρατάγαμε σε ένα οικογενειακό άλμπουμ και τις δείχναμε όχι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γιατί δεν υπήρχαν, αλλά ήταν αρκετά κοινό να έρθουν φίλοι στο σπίτι και να ανοίξεις ένα άλμπουμ και να δείξεις;»
Ήταν όμως τόσο αθώο το παρελθόν;
Ωστόσο, αυτό που αναπολούμε από το παρελθόν, όπως η χαλαρότητα των διακοπών και τα ταξίδια σε νησιά όχι τόσο «πληγωμένα» από τον τουρισμό, μπορεί να μην είναι και τόσο αθώο.
«Υπάρχει πάλι δεύτερη αντίφαση αντίφαση, δηλαδή ότι οι άνθρωποι αυτοί λένε ότι τη δεκαετία του ’80 εμείς ζούσαμε απλά και δεν μας ενδιέφερε το φαίνεσθαι» λέει ο κ. Ζεστανάκης. Ωστόσο, «μιλάμε ακριβώς για την εποχή που γέννησε όλη αυτή τη δημοσιογραφία του lifestyle και του καταναλωτισμού στην Ελλάδα, σε μια εποχή προ ίντερνετ που ευνοούσε πάρα πολύ αυτό το mentality του φλεξαρίσματος, δηλαδή τα περιοδικά, όπως ήταν το Κλικ ή το Nitro».
Και σε αυτό το σημείο ο ιστορικός εντοπίζει και τη διαφορά με το παρελθόν: Εδώ ο ιστορικός εντοπίζει μια βασική διαφορά με το παρελθόν: το lifestyle που τότε προβαλλόταν ως προνόμιο των λίγων μπορεί σήμερα, μέσω των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων, να αναπαρασταθεί από πολύ περισσότερους. «Σήμερα μπορούν να το κάνουν μέσω των socialmedia. Να πας δύο μέρες στη Μύκονο, διότι δεν μπορείς να σηκώσεις οικονομικά περισσότερες, να τραβήξεις δέκα χιλιάδες φωτογραφίες και να πεις ζω το lifestyle. Αλλά εκείνη την περίοδο σου έλεγε ο Κωστόπουλος ότι ναι, σας ανοίγω αυτή την πόρτα, αλλά είναι για κάποιους, δεν είναι για όλους».

Ο ειδικός δεν αρνείται ότι ένα μεγάλο μέρος του κόσμου εκείνη την εποχή δεν τον ενδιέφερε ειλικρινά εκείνο το lifestyle. Ωστόσο, βλέπει με σκεπτικισμό τη γενίκευση ότι όλα ήταν «αθώα» εκείνη την περίοδο. «Δηλαδή όταν γενικεύεις και λες ότι κοίτα να δεις, εμείς μεγαλώσαμε σε μια εποχή αγνότητας που το φαίνεσθαι δεν είχε σημασία» είναι λάθος διότι «αν το δεις από ένα ευρύτερο πρίσμα, είναι η εποχή που δημιούργησε πάρα πολύ αυτού του είδους τη νοοτροπία. Δηλαδή ο Κωστόπουλος σου έλεγε ότι ρε παιδί μου, ότι για να είσαι μέσα στο trend setting πρέπει να φοράς ακριβά ρούχα, να πας στη Μύκονο, να πας στο Παρίσι, να πας στο Λονδίνο και να έχεις μια ωραία γκόμενα δίπλα. Στο έλεγε αυτό. Δηλαδή είναι η ίδια εποχή, η εποχή που τη νοσταλγούμε ως την εποχή “απλότητας”».
«Όλο αυτό βέβαια έπιασε σε μια κοινωνία όπου για χρόνια κάθε χρόνο υπήρχαν υψηλότερες καταναλωτικές προσδοκίες. Αυτό θέλω να πω».
Υπάρχει αισιοδοξία για καλύτερα καλοκαίρια;
Τα στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου δείχνουν ότι η απαισιοδοξία δεν αποτελεί καινούργιο χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας, αν και ενισχύθηκε μέσα στα χρόνια της κρίσης. Τη δεκαετία του 1990 οι Έλληνες έβλεπαν την καθημερινότητά τους πιο θετικά, ενώ το 86% είχε θετική γνώμη για την – αμφιλεγόμενη, όπως αποδείχτηκε – Συνθήκη του Μάαστριχτ.
«Δεν είμαστε ένας λαός πάρα πολύ αισιόδοξος, ακόμα και σε εποχές που δεν είναι μέσα στη κρίση. Δηλαδή υπήρχε ένα σημαντικό κομμάτι που έβλεπε το μέλλον απαισιόδοξα. Ε, ενδεχομένως να είναι περισσότεροι τώρα γιατί είναι και κεφαλαιοποιημένη και όλη η εμπειρία της κρίσης».
Πλέον είναι πολύ πιο εύκολο να ανακαλέσει κανείς, μέσα από τα ψηφιακά μέσα, εικόνες από τα καλοκαίρια του παρελθόντος. Για παράδειγμα η σελίδα «Παλιά Μύκονος» περιέχει φωτογραφίες του νησιού από τις δεκαετίες του 1970, 1980 και 1990. «Ανεβάζουν φωτογραφικό υλικό το οποίο έχουν από τα ταξίδια στη Μύκονο, στα 70s κυρίως, στα 80s κάποιοι λιγότεροι, στα 90s και νοσταλγούν την παλιά Μύκονο, η οποία έχει χαθεί, έχει αλλοτριωθεί, έχει γεμίσει “φλεξάδες” κτλ. Και αυτό προωθείται πάρα πολύ από τα φωτογραφικά ντοκουμέντα που έχουν οι ίδιοι».
Είναι μια νοσταλγία η οποία είναι εύκολο να διαχυθεί μιντιακά. «Οπότε νομίζω αυτό είναι η μεγάλη αλλαγή. Είναι η αλλαγή στα media δηλαδή και όχι στο ότι γίναμε ξαφνικά όλοι πάρα πολύ νοσταλγικοί».
Τα ψηφιακά μέσα, επομένως, δεν δημιούργησαν απαραίτητα τη νοσταλγία, αλλά της έδωσαν έναν πρωτοφανή χώρο έκφρασης και διάχυσης. Το ερώτημα που μένει είναι αν πίσω από την εξιδανίκευση του παρελθόντος κρύβονται και πραγματικές «απώλειες»: περισσότερος ελεύθερος χρόνος, μορφές κοινωνικότητας, οικονομικότερες διακοπές, αλλά και ευρύτερα, σπουδαίοι ηθοποιοί, μεγάλοι συνθέτες, μουσικοί θρύλοι σε όλα τα είδη. Όλα όσα δηλαδή θυμόμαστε και παίζουμε ξανά στο repeat.
*Οι φωτογραφίες είναι στιγμιότυπα από τη σειρά «Το Κάμπινγκ», στην οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν κομπάρσοι. Oι λουόμενοι που εμφανίζονται στα πλάνα ήταν άνθρωποι που βρίσκονταν πράγματι στις παραλίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.



