Σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική δονείται από τις εντεινόμενες ανισότητες, ο Gabriel Zucman, ένας από τους πλέον διαπρεπείς οικονομολόγους της νέας γενιάς, θέτει στο τραπέζι μια πρόταση που απειλεί να ανατρέψει το status quo της παγκόσμιας ελίτ.
Η ιδέα είναι φαινομενικά απλή αλλά δομικά ριζοσπαστική: η επιβολή ενός ελάχιστου φόρου πλούτου ύψους 2% για όσους διαθέτουν περιουσία άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Η πρόταση αυτή δεν αποτελεί πλέον μια ακαδημαϊκή άσκηση επί χάρτου, καθώς συγκεντρώνει τη συντριπτική στήριξη της κοινής γνώμης: το 86% των Γάλλων πολιτών τάσσεται υπέρ, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες το ποσοστό αποδοχής κυμαίνεται μεταξύ 70% και 80%.
Απέναντι σε αυτό το διογκούμενο κύμα δημοκρατικής απαίτησης για φορολογική δικαιοσύνη, ορθώνεται μια ισχυρή μειοψηφία περίπου 3.500 δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι επιστρατεύουν στρατιές νομικών, λομπίστες και μέσα ενημέρωσης για να ανακόψουν την πορεία προς μια νέα «κοινωνική σύμβαση».
Η Ανατομία της Φορολογικής Κατάρρευσης: Η Καμπύλη που Σοκάρει
Η ερευνητική εργασία του Zucman τα τελευταία έτη αποκάλυψε μια πραγματικότητα που έμενε επί δεκαετίες στο σκοτάδι των φορολογικών παραδείσων. Η κεντρική διαπίστωση είναι αμείλικτη: οι δισεκατομμυριούχοι πληρώνουν σήμερα σε φόρους περίπου το μισό ποσοστό, σε σχέση με το εισόδημά τους, από ό,τι όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες. Η παραδοσιακή παραδοχή ότι ο φόρος εισοδήματος αποτελεί το κύριο εργαλείο φορολόγησης των πλουσίων φαίνεται να έχει καταρρεύσει στην πράξη.
Μέσω της ανάλυσης δεδομένων από διαφορετικές χώρες, προκύπτει ένα κοινό μοτίβο που αποτυπώνεται γραφικά σε μια καμπύλη που, ενώ ανεβαίνει σταδιακά για τη μεσαία τάξη, «καταρρέει» κυριολεκτικά όταν φτάνει στην κορυφή της πυραμίδας του πλούτου. Στην ουσία, οι δισεκατομμυριούχοι έχουν βρει τρόπους να εμφανίζουν μηδαμινό ή και καθόλου φορολογητέο εισόδημα, καθιστώντας τον φόρο εισοδήματος ένα εργαλείο που τους προσπερνά σχεδόν ανέγγιχτους. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι απλώς μια στατιστική παρατήρηση, αλλά η απόδειξη μιας συστημικής δυσλειτουργίας που επιτρέπει στον ακραίο πλούτο να αποσυνδέεται από τις υποχρεώσεις του προς το κοινωνικό σύνολο.
Από τον Eisenhower στον Reagan: Η Μεγάλη Ιδεολογική Μετατόπιση
Η ιστορική αναδρομή είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητό ότι η τρέχουσα κατάσταση δεν αποτελεί νομοτέλεια, αλλά προϊόν συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Στις δεκαετίες του 1950 και 1960, σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες —που σήμερα θεωρούνται το προπύργιο της χαμηλής φορολογίας— οι ανώτατοι φορολογικοί συντελεστές για τα υψηλά εισοδήματα ξεπερνούσαν το 90%, φτάνοντας ακόμη και το 92% επί προεδρίας του Ρεπουμπλικάνου Dwight Eisenhower.
Η λογική εκείνης της περιόδου δεν ήταν απλώς η είσπραξη εσόδων, αλλά η θέσπιση ενός «νόμιμου μέγιστου εισοδήματος». Οτιδήποτε κέρδιζε ένας πολίτης πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο (περίπου 2 εκατομμύρια δολάρια σε σημερινές αξίες), ουσιαστικά δημευόταν από τις φορολογικές αρχές. Παράλληλα, οι φόροι κληρονομιάς άγγιζαν το 77% και ο εταιρικός φόρος το 50%. Αντίθετα με τις προβλέψεις της σύγχρονης δεξιάς ρητορικής, η οικονομία όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά η περίοδος εκείνη χαρακτηρίστηκε από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αυξημένες επενδύσεις και έντονη καινοτομία, με τη μόνη ουσιαστική διαφορά να είναι τα χαμηλά επίπεδα ανισότητας. Η ιδεολογική ανατροπή ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η φοροαποφυγή μετατράπηκε από κοινωνικό στίγμα σε ενθαρρυνόμενη πρακτική, υπό το δόγμα ότι ο πλούτος των λίγων θα «διαρρεύσει» (trickle-down) στην υπόλοιπη κοινωνία.
Η Δεύτερη «Gilded Age»: Συγκρίνοντας τον Rockefeller με τον Elon Musk
Η σύγκριση της σημερινής συγκέντρωσης πλούτου με την περίφημη «Gilded Age» (Χρυσή Εποχή) των τελών του 19ου αιώνα αναδεικνύει το μέγεθος της τρέχουσας κρίσης. Τότε, οι «βαρόνοι» των σιδηροδρόμων και των οικονομικών, όπως ο Rockefeller, κατείχαν πλούτο που προκαλούσε δέος. Στο αποκορύφωμα εκείνης της εποχής, το κορυφαίο 0,00001% των πλουσιότερων Αμερικανών κατείχε πλούτο ίσο με το 4% του ΑΕΠ των ΗΠΑ.
Ωστόσο, οι υπολογισμοί του Zucman για τη σημερινή εποχή δείχνουν ότι το ίδιο ποσοστό της πληθυσμιακής κατανομής κατέχει πλέον το 12% του ΑΕΠ. Η κατάσταση είναι, δηλαδή, τρεις φορές χειρότερη από την εποχή των μεγάλων μονοπωλίων που οδήγησαν στη θέσπιση των αντιτραστ νόμων και της προοδευτικής φορολογίας. Αυτή η υπερσυγκέντρωση πλούτου δεν επιτρέπει απλώς στους κατόχους του να αγοράζουν αγαθά, αλλά τους δίνει τη δυνατότητα να αγοράζουν πολιτική επιρροή, καθορίζοντας την ατζέντα των κοινωνιών τους εις βάρος της δημοκρατικής πλειοψηφίας.
Η Βιομηχανία της Φοροδιαφυγής: Μια Πολιτική Επιλογή, Όχι ένας Νόμος της Φύσης
Ένας από τους πιο επίμονους μύθους που καταρρίπτει ο Zucman είναι ότι η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή αποτελούν αναπόφευκτα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογίας. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι πρόκειται για καθαρές πολιτικές επιλογές. Η ανοχή που επιδεικνύεται απέναντι σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που ρέουν προς τη Βερμούδα ή τα Νησιά Κέιμαν είναι θέμα θεσμικής βούλησης.
Η ιστορική αντίθεση είναι και εδώ αποκαλυπτική. Ο Franklin Roosevelt χρησιμοποιούσε το ραδιόφωνο για να κατονομάσει και να στιγματίσει τους φοροφυγάδες, χαρακτηρίζοντάς τους ως «εγωιστές» και «αντεθνικούς», ενώ τόνιζε ότι οι φόροι είναι το απαραίτητο τίμημα για μια πολιτισμένη κοινωνία. Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, αυτή η ηθική βάση υποχώρησε. Η δημιουργία μιας ολόκληρης «βιομηχανίας» φοροαποφυγής δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα μιας νοοτροπίας που εξύμνησε την απληστία και παρείχε τα νομικά εργαλεία στους ισχυρούς να ζουν «έξω» από το κοινωνικό συμβόλαιο που δεσμεύει όλους τους υπόλοιπους πολίτες.
Η Πλάνη της Φιλανθρωπίας και η Δημοκρατική Νομιμοποίηση
Μία από τις συνηθέστερες γραμμές άμυνας της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ απέναντι στη φορολόγηση είναι η επίκληση του φιλανθρωπικού έργου. Πολλοί δισεκατομμυριούχοι υποστηρίζουν ότι μέσω δωρεών σε μουσεία, πανεπιστήμια και φιλανθρωπικά ιδρύματα, επιτελούν ένα έργο που το κράτος αδυνατεί να φέρει εις πέρας. Ωστόσο, τα στοιχεία που παραθέτει ο Zucman αποδομούν το αφήγημα αυτό.
Το «Giving Pledge», η περίφημη πρωτοβουλία των Bill Gates και Warren Buffett με την οποία δεσμεύονταν να δωρίσουν το 50% της περιουσίας τους πριν πεθάνουν, εξετάστηκε πρόσφατα, 15 χρόνια μετά την έναρξή της. Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά:
-
Οι συμμετέχοντες είδαν την περιουσία τους να αυξάνεται κατά 280% μέσα σε αυτό το διάστημα.
-
Μόνο ένα ζεύγος έχει εκπληρώσει τη δέσμευσή του μέχρι σήμερα.
-
Οκτώ από τους υπογράφοντες απεβίωσαν χωρίς να έχουν υλοποιήσει την υπόσχεσή τους.
Πέρα από το πρακτικό σκέλος, ο Zucman θέτει ένα ζήτημα δημοκρατικής αρχής. Η φιλανθρωπία, όπως υποστηρίζει, θυμίζει τη βρετανική αριστοκρατία του 19ου αιώνα, όπου οι ισχυροί αποφάσιζαν κατά το δοκούν πού θα κατευθυνθούν οι πόροι. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, η κοινωνία οφείλει να συγκεντρώνει τους πόρους και να αποφασίζει συλλογικά —μέσω των θεσμών— αν αυτοί θα κατευθυνθούν στην παιδεία, την υγεία ή τις υποδομές. «Ο πλούσιος που αποφασίζει μόνος του για τα χρήματά του δεν είναι δημοκρατία, είναι κάτι άλλο».
Γιατί το Εισόδημα Αποτυγχάνει: Το Παράδειγμα του Jeff Bezos
Η κεντρική τεχνική πρόταση του Zucman εστιάζει στη μετατόπιση της φορολογικής βάσης από το εισόδημα στον καθαρό πλούτο. Ο λόγος είναι απλός: για τους υπερπλούσιους, το «εισόδημα» είναι μια έννοια εύκολα χειραγωγήσιμη. Οι αποκαλύψεις του ProPublica στις ΗΠΑ κατέδειξαν ότι δισεκατομμυριούχοι όπως ο Jeff Bezos και ο Elon Musk έχουν αναφέρει κατά καιρούς μηδενικό ή και αρνητικό εισόδημα, με αποτέλεσμα να μην καταβάλλουν καθόλου φόρο εισοδήματος.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Bezos, ο οποίος, παρά την αμύθητη περιουσία του, εμφανίστηκε σε φορολογικά έγγραφα ως τόσο «άπορος», ώστε διεκδίκησε και έλαβε οικογενειακά επιδόματα. Αυτό συμβαίνει διότι το σύστημα είναι σχεδιασμένο να φορολογεί τις ροές χρήματος και όχι την αποθηκευμένη αξία. Για τον λόγο αυτό, ο Zucman προτείνει ο ελάχιστος φόρος να οριστεί ως ποσοστό επί της περιουσίας (2%) και όχι ως κλάσμα του εισοδήματος. Εάν κάποιος πληρώνει ήδη επαρκείς φόρους, δεν επηρεάζεται· εάν όμως χρησιμοποιεί τεχνάσματα για να πληρώνει ελάχιστα, θα καλείται να συμπληρώσει το ποσό μέχρι το όριο του 2%.
Η Ρητορική του Εκβιασμού και η «Φυγή» στο Ντουμπάι
Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα κατά της φορολόγησης του πλούτου είναι η απειλή της μετανάστευσης των κεφαλαίων σε φορολογικούς παραδείσους όπως το Ντουμπάι. Ο Zucman υποστηρίζει ότι η φυγή αυτή δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά πολιτική επιλογή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εφαρμόζουν ήδη ένα σύστημα φορολόγησης βάσει της υπηκοότητας (Citizenship-based taxation), όπου ο πολίτης οφείλει φόρους ανεξάρτητα από το πού κατοικεί στον κόσμο.
Αντίστοιχα, χώρες όπως η Γαλλία ή η Ολλανδία θα μπορούσαν να θεσπίσουν κανόνες που να διατηρούν τη φορολογική υποχρέωση για μια περίοδο 5 έως 15 ετών μετά τη μετοίκηση σε φορολογικό παράδεισο. Ένα επίκαιρο παράδειγμα είναι η πρωτοβουλία στην Καλιφόρνια για ένα δημοψήφισμα τον προσεχή Νοέμβριο, που αφορά εφάπαξ φόρο 5% στους δισεκατομμυριούχους. Παρά την παραπληροφόρηση από μέσα ενημέρωσης που ανήκουν σε δισεκατομμυριούχους, ο νόμος προβλέπει ότι όποιος ήταν κάτοικος την 1η Ιανουαρίου 2026 οφείλει τον φόρο, ακόμη κι αν μετακομίσει αργότερα.
Ο Οικονομολόγος ως Ντετέκτιβ: Η Γέννηση του Διεθνούς Παρατηρητηρίου
Η διαδρομή του Gabriel Zucman ξεκίνησε από την οικονομική κρίση του 2008, η οποία τον έπεισε για την ανάγκη βαθιάς ανάλυσης των διεθνών επενδυτικών στατιστικών. Παρατηρώντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια να ρέουν προς τις Βερμούδες και τα Νησιά Κέιμαν, αποφάσισε να λειτουργήσει ως «ντετέκτιβ» της παγκόσμιας οικονομίας.
Σήμερα, μέσω του Διεθνούς Φορολογικού Παρατηρητηρίου (International Tax Observatory), η ομάδα του εστιάζει στην αποκάλυψη της ιστορίας πίσω από τους αριθμούς. Στόχος δεν είναι μόνο η έρευνα, αλλά η τεχνική διόρθωση ενός συστήματος που έχει πάψει να λειτουργεί για τους πολλούς. Η οικονομική επιστήμη, κατά τον Zucman, οφείλει να συνδυάζει την τεχνική αρτιότητα με την κοινωνική χρησιμότητα.
Το Τέλος του Ελβετικού Απορρήτου: Ένα Μάθημα Πολιτικής Ισχύος
Η ιστορία της κατάργησης του ελβετικού τραπεζικού απορρήτου αποτελεί την ισχυρότερη απόδειξη ότι το σύστημα μπορεί να αλλάξει αν υπάρξει πολιτική βούληση. Για δεκαετίες, η επικρατούσα άποψη ήταν ότι το απόρρητο της Ελβετίας ήταν ένας αμετάβλητος «νόμος». Ωστόσο, η κατάσταση άλλαξε όταν οι ΗΠΑ απείλησαν με κυρώσεις τις ελβετικές τράπεζες εάν δεν συνεργάζονταν.
Αυτό πυροδότησε μια διαδικασία όπου περισσότερες από 100 χώρες συμφώνησαν πλέον στην αυτόματη ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών. Η μετάβαση από το απόλυτο σκοτάδι σε μια μορφή διαφάνειας απέδειξε ότι η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογία δεν καθιστούν αδύνατη τη φορολόγηση, αλλά απαιτούν νέες μορφές διεθνούς συνεργασίας.
Από τη Βραζιλία στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση: Η Παγκόσμια Κινητοποίηση
Το 2024 αποτέλεσε έτος-σταθμό, καθώς η Βραζιλία, από τη θέση της προεδρίας του G20, έθεσε για πρώτη φορά τη φορολόγηση των υπερπλουσίων στην επίσημη ατζέντα των Υπουργών Οικονομικών. Μέχρι τότε, οι συζητήσεις του G20 απέφευγαν συστηματικά το θέμα της ανισότητας.
Παράλληλα, σε εθνικό επίπεδο, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε τη σχετική νομοθεσία τον Φεβρουάριο του 2025, η οποία αν και παραμένει μπλοκαρισμένη από τη Γερουσία, δείχνει τη δυναμική που αναπτύσσεται. Η ιστορία διδάσκει ότι ο φόρος εισοδήματος χρειάστηκε χρόνια για να επιβληθεί στα τέλη του 19ου αιώνα, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες περί «έλλειψης ανταγωνιστικότητας» που ακούγονται και σήμερα.
Χτίζοντας τον «Στρατό» της Δημοκρατίας
Η αναμέτρηση είναι άνιση: από τη μία πλευρά βρίσκονται οι στρατιές των λογιστών και των λομπίστες των δισεκατομμυριούχων, και από την άλλη οι ερευνητές και οι πολίτες. Για τον λόγο αυτό, το «School for Moral Ambition» ξεκινά το Global Tax Fairness Fellowship, μια πρωτοβουλία στρατολόγησης οκτώ ταλαντούχων ατόμων από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ευρώπη και την Αφρική.
Η ανάγκη δεν περιορίζεται σε οικονομολόγους, αλλά εκτείνεται σε ικανούς campaigners, λομπίστες και επικοινωνιολόγους που μπορούν να οικοδομήσουν τις απαραίτητες συμμαχίες. Στόχος είναι η διαμόρφωση των φορολογικών νόμων και των διεθνών συμφωνιών του μέλλοντος, ώστε να λειτουργούν για όλους και όχι μόνο για τον πλούσιο Παγκόσμιο Βορρά.
Το Διακύβευμα του 21ου Αιώνα
Η μάχη μεταξύ της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας αναδεικνύεται στην καθοριστική πρόκληση του αιώνα μας. Αν και υπάρχουν πολλά εργαλεία, η φορολογική πολιτική παραμένει ιστορικά το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την επικράτηση των δημοκρατικών δυνάμεων.
Ο Gabriel Zucman, κλείνοντας τη συζήτηση, υπενθυμίζει ότι η δύναμη των ιδεών είναι συχνά ισχυρότερη από τη δύναμη του χρήματος. Η οικοδόμηση ενός νέου «στρατού» για τη φορολογική δικαιοσύνη είναι σε εξέλιξη, και το διακύβευμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ίδια τη βιωσιμότητα του πολιτισμένου κόσμου. Για τον Zucman, ο αγώνας για τις φόρους είναι ένας αγώνας για το μέλλον.



