Παιδιά ακόμη και εννέα ετών έχουν δηλώσει ότι νιώθουν πίεση να διάγουν «τέλειες ζωές» εξαιτίας των influencers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προειδοποιούν οι ερευνητές.
Οι ερευνητές μίλησαν με κορίτσια των σχολικών τάξεων 7 έως 10 σε σχολεία της νοτιοανατολικής Αγγλίας σχετικά με το πώς αλληλεπιδρούν με την κουλτούρα των influencers.
Ένα κορίτσι της ηλικιακής ομάδας των τάξεων 5 έως 6 (ηλικίες 9-11 ετών) περιέγραψε τις influencers ως άτομα που «πιθανώς [έχουν] πραγματικά μακριές βλεφαρίδες και ένα πολύ αδύνατο σώμα… μια καλοσχηματισμένη μύτη… fillers στα χείλη, ίσως».
Ένα άλλο κορίτσι της ηλικιακής ομάδας των τάξεων 7 έως 8 (ηλικίες 11-13 ετών) είπε ότι οι influencers μεταδίδουν την εικόνα της «τέλειας ζωής» όσον αφορά το «αγόρι τους… τη δουλειά τους… το φαγητό τους».
«Τα μικρότερα κορίτσια ανησυχούσαν για τον αντίκτυπο στην αυτοεκτίμησή τους, προσπαθώντας ενεργά να τον διαχειριστούν με την οικογένειά τους και τους συνομηλίκους τους μέσω της εξάσκησης θετικών αυτοεπιβεβαιώσεων και με τη βοήθεια των γονιών τους. Αλλά είχαν επίσης την ανάγκη να νιώσουν ότι επιβεβαιώνονται και ήταν ενήμερα για πράγματα όπως το μποτοξ (botox) και τα hair extensions», δήλωσε στην εφημερίδα The Independent η Δρ Ρόμπιν Μιούιρ (Dr Robyn Muir), επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ανώτερη λέκτορας Μέσων Ενημέρωσης και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Σάρεϊ (University of Surrey).
«Τα κορίτσια των τάξεων 7 έως 8 ήταν πολύ αμφιθυμικά· ένιωθαν μια κουλτούρα σύγκρισης και έλλειψη ποικιλομορφίας στους influencers. Ήταν όμως επίσης απογοητευμένα από την έλλειψη σαφούς στρατηγικής σχετικά με το πώς να “αγαπάς τον εαυτό σου”. Τα κορίτσια της 7ης τάξης έλεγαν επίσης ότι τα κορίτσια πρέπει να είναι προετοιμασμένα από μικρότερη ηλικία για την κουλτούρα των influencers.
»Τα μεγαλύτερα κορίτσια των τάξεων 9 και 10 ήταν λίγο πιο επικριτικά. Αναγνώριζαν την έλλειψη ποικιλομορφίας και το πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση, καθώς και τα ανέφικτα πρότυπα τρόπου ζωής».
Η Δρ Μιούιρ ανέφερε ότι με τη βοήθεια των κοριτσιών δημιούργησαν μια εργαλειοθήκη (toolkit) για να σκεφτούν πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε στην κουλτούρα των influencers, καθώς και ένα ημερολόγιο για να επεξεργάζονται τα συναισθήματά τους και να μαθαίνουν πώς να απευθύνονται σε ενήλικες.
Τα κορίτσια δήλωσαν επίσης ότι θα ήταν χρήσιμο να βλέπουν βίντεο ή στοιχεία που βοηθούν στην απομυθοποίηση του πότε οι άνθρωποι χρησιμοποιούν φίλτρα ή κάνουν photoshop στον εαυτό τους.
Η Δρ Μιούιρ τόνισε ότι τα ζητήματα της κουλτούρας σύγκρισης και των ανέφικτων προτύπων ομορφιάς δεν εφευρέθηκαν με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά «υπήρχαν πάντα».
«Υπήρχαν σε περιοδικά, πρωτοσέλιδα εφημερίδων, ταινίες, βιβλία, διαφημίσεις, τραγούδια. Βρίσκονται εδώ για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης απλώς τα επανασυσκεύασαν και τα έκαναν πολύ πιο έντονα», είπε η ίδια.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γονείς και οι κηδεμόνες έχουν κάποιο «κοινό έδαφος» με τα κορίτσια στον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούν με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η Δρ Έμιλι Σέτι (Dr Emily Setty), συν-συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Children & Society, δήλωσε: «Τα κορίτσια στην πραγματικότητα αντιστέκονται στην ιδέα ότι οι ενήλικες είναι εκ φύσεως εκτός πραγματικότητας. Ανέδειξαν παραλληλισμούς ανάμεσα στις δικές τους συνήθειες στο TikTok και τη χρήση του Facebook από τους γονείς τους.
»Αλλά οι ενήλικες πρέπει να προσέρχονται σε αυτές τις συζητήσεις με περιέργεια και ταπεινότητα και όχι με διάθεση ελέγχου. Αυτή η στροφή είναι απολύτως εφικτή· απλώς απαιτεί από εμάς να πάρουμε στα σοβαρά αυτά που μας λένε τα κορίτσια».



