Στο προσκήνιο της πολιτικής αντιπαράθεσης έρχεται η στάση της Αθήνας απέναντι στις γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, με αφορμή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Η Μαρία Καρυστιανού προχώρησε σε μια ιδιαίτερα οξεία δημόσια παρέμβαση, στρέφοντας τα βέλη της τόσο κατά του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, όσο και κατά του συνόλου των κομάτων της αντιπολίτευσης.
Η κ. Καρυστιανού καταγγέλλει τη σκόπιμη, όπως τη χαρακτηρίζει, απόφαση της ελληνικής πλευράς να μην αξιοποιήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας (βέτο) απέναντι στην αναβάθμιση της Τουρκίας στους κόλπους της Συμμαχίας, εγείροντας ζητήματα προστασίας των εθνικών συμφερόντων και ανάληψης πολιτικών ευθυνών.
Η κριτική στην κυβερνητική στάση και η μη άσκηση του δικαιώματος βέτο
Η παρέμβαση της κ. Καρυστιανού εστιάζει στις διπλωματικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στην τουρκική πρωτεύουσα, σε συνδυασμό με αυτό που η ίδια περιγράφει ως «αφωνία» της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας. Στο κείμενό της, ασκεί δριμεία κριτική στον χαρακτήρα της ακολουθούμενης εξωτερικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ότι οι χειρισμοί του Πρωθυπουργού στερούνται της απαραίτητης βούλησης για τη θωράκιση της χώρας.
Αναφερόμενη συγκεκριμένα στις αποφάσεις του κ. Μητσοτάκη, η κ. Καρυστιανού σημειώνει:
«Δεν θα σταθώ στην απαξίωση προς το πρόσωπο του ΠΘ της Ελλάδος, διότι γνωρίζω την πλήρη αποτυχία του να ενεργεί ως ηγέτης που φροντίζει τη χώρα του. Θα σταθώ στη δουλικότητα του χαρακτήρα και την πολιτική του βούληση που δεν προστατεύουν τα εθνικά συμφέροντα.»
Το κεντρικό επιχειρηματολογικό σκέλος της δήλωσης περιστρέφεται γύρω από τη μη χρήση των διαθέσιμων διπλαβών εργαλείων της χώρας στο πλαίσιο των συμμαχικών οργάνων. Η κ. Καρυστιανού υπογραμμίζει ότι η στάση αυτή συνιστά βαρύτατο πολιτικό ατόπημα, προσθέτοντας:
«Η σκόπιμη μη άσκηση του βέτο, που είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας και το κύριο διπλωματικό μας χαρτί, συνιστά Εθνική Προδοσία και ο κ. Μητσοτάκης θα λογοδοτήσει και για αυτό.»
Η αναβάθμιση της Τουρκίας και οι αιτιάσεις για την αντιπολίτευση
Σύμφωνα με την ανάλυση της κ. Καρυστιανού, η ελληνική κυβέρνηση συναινεί χωρίς καμία ουσιαστική αντίδραση στις προσπάθειες της Άγκυρας να ενισχύσει τη θέση της στους διεθνείς αμυντικούς οργανισμούς. Η ίδια διευκρινίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος της αρνησικυρίας από ένα κράτος-μέλος δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια κίνηση εχθρική προς τη Συμμαχία, αλλά ως μια έμπρακτη εκδήλωση εθνικής αξιοπρέπειας, μια έννοια που, όπως ισχυρίζεται, παραμένει άγνωστη για τον Πρωθυπουργό και το κυβερνών κόμμα.
Παράλληλα, η κριτική της κ. Καρυστιανού δεν περιορίζεται στο κυβερνητικό στρατόπεδο, αλλά επεκτείνεται με την ίδια ένταση και προς τα κόμματα της μειοψηφίας. Κατηγορεί την αντιπολίτευση για παθητική έως ανύπαρκτη στάση απέναντι στα μείζονα γεωπολιτικά ζητήματα, αποδίδοντας την αδράνεια αυτή στις τρέχουσες εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, τα κόμματα έχουν χαθεί σε «πιο σοβαρά θέματα», όπως είναι η προεκλογική ψηφοθηρία, αδιαφορώντας για τις στρατηγικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα.
Η κοινωνική απογοήτευση και το αίτημα για ιστορική δικαίωση
Η δημόσια τοποθέτηση κλείνει με μια έντονα φορτισμένη προσωπική και κοινωνική αποτίμηση της υπάρχουσας πολιτικής πραγματικότητας, αποτυπώνοντας το αίσθημα αγανάκτησης που, κατά την ίδια, συμμερίζεται ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών. Η κ. Καρυστιανού εκφράζει τη βαθιά της ανησυχία για το μέλλον της χώρας, στηλιτεύοντας την έλψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού από την πλευρά του πολιτικού προσωπικού.
Στον επίλογο της παρέμβασής της, αποτυπώνει τα συναισθήματά της και απευθύνει μια σαφή προειδοποίηση για την ιστορική μνήμη:
«Ως Ελληνίδα νιώθω ντροπή, θυμό και απογοήτευση για την πολιτική ανικανότητα και την εν γνώσει αδιαφορία των πολιτικών για το αύριο της χώρας. Δεν ξεχνάμε όμως, ούτε και βέβαια θα συγχωρήσουμε ποτέ όσους πρόδασαν διαχρονικά τη γη των προγόνων μας και των παιδιών μας.»



