Σε μια κρίσιμη προγραμματική μετατόπιση προχώρησε η ΕΛ.ΑΣ. αναφορικά με το καθεστώς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, πυροδοτώντας έναν νέο κύκλο ιδεολογικών και συνταγματικών συζητήσεων.
Κατά την επίσημη παρουσίαση του εκπαιδευτικού της προγράμματος, η αρμόδια τομεάρχης ξεκαθάρισε ότι μια μελλοντική κυβέρνηση του πολιτικού φορέα δεν πρόκειται να καταργήσει τη λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων, αλλά θα περιοριστεί στην αναμόρφωση του υφιστάμενου νόμου Πιερρακάκη.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την άμεση και δημόσια παρέμβαση του Χριστόφορου Βερνεδάκη, ο οποίος με γραπτή του τοποθέτηση υποστηρίζει ότι η εξέλιξη αυτή συνιστά πλήρη αλλαγή στάσης απέναντι σε μια εμβληματική νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση, θέτοντας παράλληλα καίρια ερωτήματα για τη θεσμική προτεραιότητα μεταξύ της συνταγματικής τάξης και των τετελεσμένων γεγονότων.
Η δημόσια παρέμβαση του Χριστόφορου Βερνεδάκη στρέφεται ευθέως κατά της νομιμοποιητικής βάσης αυτών των εξαγγελιών. Ο κ. Βερνεδάκης αμφισβητεί αρχικά τα δεδομένα των εγγραφών, ζητώντας σαφή στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των φοιτητών που έχουν εισαχθεί στα ιδρύματα που αδειοδοτήθηκαν εσπευσμένα κατά το προηγούμενο έτος.
Το κεντρικό σημείο της κριτικής του εστιάζει στην εσωτερική αντίφαση μεταξύ της τυπικής υπεράσπισης του Συντάγματος και της ουσιαστικής αποδοχής των αποτελεσμάτων μιας νομοθεσίας που κατηγορήθηκε για παραβίασή του. Ο ίδιος υπογραμμίζει με έμφαση:
«Δεν μπορεί το Σύνταγμα να διατηρείται τυπικά, ενώ να καταστρατηγείται ουσιαστικά».
Η κριτική επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο προτείνεται η διαχείριση της κυβερνητικής αλλαγής. Κατά τον κ. Βερνεδάκη, η επίκληση της ασφάλειας δικαίου δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για τη διατήρηση επ’ αόριστον ενός προβληματικού καθεστώτος, καθώς η προστασία των ήδη εγγεγραμμένων φοιτητών θα μπορούσε εναλλακτικά να διασφαλιστεί μέσω κατάλληλων μεταβατικών διατάξεων.
Ο κ. Βερνεδάκης προσδιορίζει την ουσία της πολιτικής διαφοροποίησης αναφέροντας:
«Αν αποδεχόμαστε ως αμετάκλητη την “πραγματικότητα που δημιούργησε” η κυβέρνηση Μητσοτάκη, τότε ποιο είναι το περιεχόμενο της πολιτικής αλλαγής; Η πολιτική υπάρχει για να αλλάζει πολιτικές που θεωρεί λανθασμένες ή αντισυνταγματικές, όχι απλώς για να τις διαχειρίζεται διαφορετικά».
Διαβάστε τι αναφέρει αναλυτικά:
Τελικά, δεν ήταν μια “παραδρομή” του Κώστα Γαβρόγλου η θέση περί των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Σήμερα, επισήμως, η ΕΛΑΣ την εκφώνησε δημοσίως. Και, πράγματι, από σήμερα μπορούμε να μιλάμε όχι απλώς για μια μετατόπιση θέσης, αλλά για αλλαγή στάσης απέναντι σε μια από τις πιο εμβληματικές πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα.
Στη σημερινή συνέντευξη Τύπου, όπου παρουσιάστηκε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της ΕΛ.ΑΣ., η αρμόδια τομεάρχης ήταν σαφής: μια κυβέρνηση της ΕΛ.ΑΣ. δεν θα καταργήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά θα αναμορφώσει τον νόμο Πιερρακάκη, θέτοντας αυστηρότερα ακαδημαϊκά κριτήρια.
Η αιτιολόγηση ήταν επίσης σαφής. Επικαλέστηκε την ασφάλεια δικαίου και το γεγονός ότι στα ιδιωτικά πανεπιστήμια έχουν ήδη εγγραφεί χιλιάδες φοιτητές. Τόνισε ακόμη ότι η ΕΛ.ΑΣ. δεν θα ίδρυε ιδιωτικά πανεπιστήμια, αναγνωρίζει όμως την πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί. Ταυτόχρονα δήλωσε ότι η ΕΛ.ΑΣ. δεν θα ψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16 (προφανώς στην επόμενη Βουλή).
Η θέση αυτή γεννά ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα.
1. Από πού προκύπτει ότι στα “ιδιωτικά πανεπιστήμια” που άρον-άρον αδειοδοτήθηκαν πέρισυ έχουν γραφτεί “χιλιάδες φοιτητές”; Πραγματικά, θα είχε ενδιαφέρον να ξέρουμε πόσοι έχουν γραφτεί.
2. Αν η ΕΛ.ΑΣ. θεωρεί ότι το άρθρο 16 πρέπει να παραμείνει αμετάβλητο, ποιο είναι το νόημα της υπεράσπισής του όταν αποδέχεται στην πράξη το θεσμικό αποτέλεσμα μιας νομοθεσίας που, ακριβώς, κατηγορήθηκε ότι το παραβιάζει; Δεν μπορεί το Σύνταγμα να διατηρείται τυπικά, ενώ να καταστρατηγείται ουσιαστικά.
3. Η επίκληση της “ασφάλειας δικαίου” δεν απαντά στο πρόβλημα. Οι ήδη εγγεγραμμένοι φοιτητές θα μπορούσαν να προστατευθούν με μεταβατικές διατάξεις, χωρίς να διατηρηθεί επ’ αόριστον το νέο καθεστώς. Η ασφάλεια δικαίου δεν σημαίνει ότι ένας νόμος δεν μπορεί να καταργηθεί. Διαφορετικά, καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να ανατρέψει τις επιλογές της προηγούμενης.
Αν αποδεχόμαστε ως αμετάκλητη την “πραγματικότητα που δημιούργησε” η κυβέρνηση Μητσοτάκη, τότε ποιο είναι το περιεχόμενο της πολιτικής αλλαγής; Η πολιτική υπάρχει για να αλλάζει πολιτικές που θεωρεί λανθασμένες ή αντισυνταγματικές, όχι απλώς για να τις διαχειρίζεται διαφορετικά.
4. Η ΕΛ.ΑΣ. δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Όμως αποδέχεται τη λειτουργία των ιδιωτικών πανεπιστημίων επικαλούμενη τα τετελεσμένα που έχουν ήδη δημιουργηθεί. Αλλά, τι προηγείται τελικά; Η συνταγματική τάξη ή τα τετελεσμένα;
Γιατί αν σήμερα δήθεν “τετελεσμένο” οδηγεί στην αποδοχή της λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων, τι θα συμβεί σε τέσσερα ή οκτώ χρόνια, όταν θα υπάρχουν ακόμη ισχυρότερα τετελεσμένα; Δεν θα είναι τότε ακόμη ευκολότερο να ειπωθεί ότι, αφού η πραγματικότητα έχει πλέον παγιωθεί, πρέπει να αναθεωρηθεί και το άρθρο 16 ώστε να εναρμονιστεί με αυτήν;
5. Εν κατακλείδι δε, “ασφάλεια δικαίου” μπορεί κανείς να επικαλεστεί για τα πάντα: για τους μισθούς, τις συντάξεις, το ασφαλιστικό, τις ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών, κοκ. Αρα, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα;



