Του Απόστολου Λουλουδάκη
Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα διεξάγεται σε μια στιγμή όπου η διεθνής αρχιτεκτονική ασφαλείας μοιάζει περισσότερο με ένα ρευστό, συναλλακτικό ανατολίτικο παζάρι παρά με μια συμμαχία αρχών. Η παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού στην τουρκική πρωτεύουσα, στο ίδιο τραπέζι με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συμπυκνώνει το απόλυτο διπλωματικό παράδοξο της εποχής μας. Σε αυτό το γεωπολιτικό τερέν, οι παραδοσιακές σταθερές έχουν αποσαθρωθεί, οι κανόνες επαναγράφονται στο γόνατο και η αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει απολέσει προ πολλού την ηθική της πυξίδα, αντικαθιστώντας την με το δόγμα της άμεσης, ωμής παρέμβασης κατά το δοκούν. Αν κανείς αναζητήσει το απόλυτο σύμβολο αυτής της νέας, κυνικής πραγματικότητας, δεν χρειάζεται να ανατρέξει σε απόρρητα διπλωματικά έγγραφα, αλλά στα γήπεδα του Μουντιάλ και στην πρωτοφανή προσωπική παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου στη FIFA για την ακύρωση της κόκκινης κάρτας του Αμερικανού επιθετικού Φολαρίν Μπάλογκαν.
Το περιστατικό αυτό δεν ήταν απλώς μια αθλητική είδηση, αλλά μια τέλεια πολιτική μεταφορά. Ένας πλανητάρχης που σηκώνει το τηλέφωνο, παρεμβαίνει απευθείας στην ηγεσία της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, παρακάμπτει τους θεσμοθετημένους κανονισμούς και πετυχαίνει την αναστολή μιας ποινής επειδή έτσι εξυπηρετείται το εθνικό του συμφέρον και το τηλεοπτικό θέαμα της δικής του ομάδας. Αυτή η κίνηση αποκαλύπτει τη βαθύτερη φιλοσοφία του Τραμπ: οι κανόνες είναι εύκαμπτοι για τους ισχυρούς, οι θεσμοί χειραγωγίσιμοι και όλα είναι ζήτημα μιας προσωπικής διαπραγμάτευσης.
Όταν, όμως, η συζήτηση μεταφέρεται από το γρασίδι του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο γεωπολιτικό τερέν της Ανατολικής Μεσογείου, η αντίφαση γίνεται κραυγαλέα και επικίνδυνη. Για τον δικό του παίκτη, ο Τραμπ κινητοποίησε θεούς και δαίμονες για να σβήσει μια κόκκινη κάρτα. Για την Τουρκία, η οποία προχωρά εδώ και χρόνια σε διαδοχικά, αντικανονικά και βάναυσα μαρκαρίσματα εις βάρος του διεθνούς δικαίου και της περιφερειακής σταθερότητας, ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε πεισματικά ακόμη και να βγάλει την κάρτα από το τσεπάκι του.
Για δεκαετίες, η εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά τις προφανείς και συχνά αιματηρές αντιφάσεις της, διατηρούσε ένα διπλό αφήγημα. Από τη μία πλευρά βρίσκονταν τα σκληρά γεωπολιτικά συμφέροντα και από την άλλη υπήρχε πάντα το ιδεολογικό περιτύλιγμα της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της προώθησης της δημοκρατίας και του σεβασμού της διεθνούς νομιμότητας. Αυτό το δεύτερο σκέλος, όσο εργαλειοποιημένο ή υποκριτικό κι αν φάνταζε ενίοτε στους επικριτές της αμερικανικής ηγεμονίας, αποτελούσε εντούτοις έναν κρίσιμο μοχλό πίεσης, μια κοινή γλώσσα συνεννόησης με τους δυτικούς συμμάχους και ένα φρένο στους περιφερειακούς αναθεωρητισμούς. Με την επικράτηση του ωμού συναλλακτικού ρεαλισμού, αυτό το αφήγημα κατέρρευσε με πάταγο. Η Ουάσιγκτον αποποιήθηκε το ένδυμα του ηθικού κριτή των εθνών, αντικαθιστώντας το με τη λογική της «καλής συμφωνίας». Σε αυτό το νέο πλαίσιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι πλέον ούτε καν πρόσχημα· θεωρούνται πολυτέλεια ή, ακόμα χειρότερα, εμπόδιο στην άσκηση realpolitik.
Η Τουρκία, η οποία διολίσθησε σε μια τροχιά αυταρχικής μετάλλαξης, φυλάκισης αντιφρονούντων, φίμωσης του τύπου και καταπάτησης κάθε έννοιας κράτους δικαίου, βρήκε σε αυτή την αμερικανική μετατόπιση μια ανέλπιστη ασυλία. Η παραδοσιακή αμερικανική διπλωματία, που άλλοτε θα εξέδιδε αυστηρές ανακοινώσεις για τις συλλήψεις ή την καταπίεση των μειονοτήτων, βρέθηκε στο περιθώριο, υποσκελισμένη από μια προσωπική σχέση μεταξύ των δύο ηγετών, όπου η ηθική γυμνότητα της Άγκυρας δεν αποτελούσε πλέον πρόβλημα. Αυτή η κατάρρευση των αξιακών θεμελίων της αμερικανικής πολιτικής δεν περιορίστηκε στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά μεταφράστηκε άμεσα σε γεωπολιτική επιθετικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, οδηγώντας στην κωδικοποίηση του αναθεωρητικού δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Δεν επρόκειτο για σκόρπιες διεκδικήσεις, αλλά για ένα ολοκληρωμένο ναυτικό και στρατηγικό σχέδιο που αμφισβητεί ευθέως την ελληνική και κυπριακή κυριαρχία, επιχειρώντας να επαναχαράξει τον χάρτη της περιοχής μέσω της ισχύος. Παράλληλα, η μόνιμη απειλή του casus belli σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, παραμένει πάνω από το Αιγαίο σαν δαμόκλειος σπάθη.
Σήμερα, στους διαδρόμους της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η ελληνική διπλωματία βρίσκεται αντιμέτωπη με την ώρα της αλήθειας. Η παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού στο έδαφος του βασικού του αμφισβητία, παρουσία του ίδιου του Τραμπ, προσδίδει στις συνομιλίες μια διάσταση εξαιρετικά κρίσιμη. Το ουσιαστικό ζήτημα εντοπίζεται μακριά από τα φώτα των επίσημων φωτογραφιών και των γενικόλογων ανακοινώσεων περί νατοϊκής συνοχής: Θέτει, εν τέλει, ο Έλληνας πρωθυπουργός με τη δέουσα κατηγορηματικότητα και χωρίς διπλωματικές περιστροφές το ζήτημα του casus belli και το αναθεωρητικό αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» στον Αμερικανό πρόεδρο τώρα που βρίσκονται τετ-α-τετ; Ζητείται από την αμερικανική πλευρά να επιδείξει στην Άγκυρα έστω και ένα κλάσμα εκείνης της αποφασιστικότητας που έδειξε για τα μάτια του Μπάλογκαν, ξεκαθαρίζοντας ότι η αμφισβήτηση των συνόρων και του διεθνούς δικαίου συνιστά απαραβίαστη κόκκινη γραμμή;
Η αίσθηση αμηχανίας που πλανάται πάνω από την ελληνική εξωτερική πολιτική πηγάζει από την έλλειψη σαφών εγγυήσεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος, εγκλωβισμένος στη δική του λογική και γοητευμένος από το μοντέλο του ισχυρού άνδρα που ενσαρκώνει ο Ερντογάν, τείνει να αντιλαμβάνεται τις ελληνοτουρκικές διαφορές όχι ως ζήτημα διεθνούς νομιμότητας, αλλά ως μια ενοχλητική περιφερειακή ενδοοικογενειακή διαμάχη που δεν πρέπει να διαταράξει τις δικές του στρατηγικές ισορροπίες.
Για τον Τραμπ, η διεθνής τάξη δεν είναι ένα σύστημα κανόνων που χρήζει προστασίας, αλλά ένα παζάρι όπου η Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζεται ως ένας δεδομένος, «προβλέψιμος» σύμμαχος που δεν απαιτεί ιδιαίτερες ανταλλαγές για να παραμείνει στο δυτικό μαντρί. Αυτή η απροθυμία της Ουάσιγκτον να λειτουργήσει ως αντικειμενικός διαιτητής και να δείξει την «κόκκινη κάρτα» στην Άγκυρα, την ίδια ώρα που τη χρησιμοποιεί κατά το δοκούν για να διορθώνει αθλητικές ποινές, αποθράσυνε πλήρως την τουρκική ηγεσία, η οποία αντιλαμβάνεται ότι η επιθετικότητα στο εξωτερικό αντιμετωπίζεται από τον Λευκό Οίκο με χλιαρές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση.
Η σύνοδος της Άγκυρας αναδεικνύει έτσι μια βαθύτερη κρίση στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Όταν η ηγέτιδα δύναμη της Συμμαχίας αποδεικνύει ότι είναι έτοιμη να παρέμβει για να σώσει έναν ποδοσφαιριστή από μια τιμωρία, αλλά αρνείται να παρέμβει ουσιαστικά για να υπερασπιστεί τις διεθνείς συνθήκες και τα κυρίαρχα δικαιώματα ενός συμμάχου της, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι καταστροφικό.
Οι αναθεωρητικές δυνάμεις σπεύδουν να γεμίσουν το κενό με ισχύ, τετελεσμένα και νέες θεωρίες δικαίου που βασίζονται στο δίκαιο του ισχυρότερου. Το γεγονός ότι η ελληνική κοινή γνώμη παραμένει στο σκοτάδι αναφορικά με το αν ο πρωθυπουργός θέτει με το απαραίτητο σθένος τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το casus belli στο κορυφαίο αυτό επίπεδο, αντανακλά μια διαχρονική παθογένεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: τον φόβο μήπως η χώρα θεωρηθεί «προβληματικός» εταίρος.
Σε μια εποχή, όμως, που ο ένοικος του Λευκού Οίκου αντιλαμβάνεται τον κόσμο αποκλειστικά με όρους ισχύος, συναλλαγής και προσωπικών παρεμβάσεων, η τήρηση των παραδοσιακών διπλωματικών προσχημάτων συχνά μεταφράζεται ως αδυναμία. Η «κόκκινη κάρτα» που ο Τραμπ έσβησε με ένα τηλεφώνημα στο Μουντιάλ θα μείνει στην ιστορία ως η απόλυτη απόδειξη ότι η αμερικανική παρέμβαση ήταν πάντα εφικτή, αρκεί ο ίδιος να το έκρινε σκόπιμο. Στην περίπτωση της Ανατολικής Μεσογείου, και ειδικά κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης συνόδου στην Τουρκία, η κάρτα κινδυνεύει να μείνει για άλλη μια φορά στην τσέπη, αφήνοντας την Ελλάδα να αναρωτιέται αν οι δικοί της ηγέτες έχουν το θάρρος να απαιτήσουν από τον διαιτητή να σφυρίξει το προφανές φάουλ.



