Η άρρωστη οικονομία της Ουκρανίας – Οι ακραιες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση

Κανένα σχόλιο

Του Romaric Godin *

Η Ουκρανία αντιμετωπίζει τη ρωσική επίθεση στη χειρότερη οικονομική της κατάσταση. Από την εποχή της ανεξαρτησίας, και ακόμη περισσότερο από το 2014, η οικονομική ιστορία της χώρας είναι μια ιστορία γενικής εξαθλίωσης.

Τη στιγμή που πλήττεται από τη νέα κρίση, η Ουκρανία είναι μία από τις πιο αδύναμες οικονομίες της Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής επικράτειας. Αυτή που κάποτε ήταν το καύχημα της τσαρικής αυτοκρατορίας και του σοβιετικού καθεστώτος (ο Αλεξέι Σταχάνοφ, ο παραδειγματικός εργάτης της σταλινικής προπαγάνδας καταγόταν από το Ντονμπάς) δεν είναι τώρα παρά μια σκιά του παλιού της εαυτού.

"Sponsored links"

Ο απολογισμός σε μακροπρόθεσμη βάση είναι αδιαμφισβήτητος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε δολάρια ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης του 2017, η οικονομική ιστορία της Ουκρανίας μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης είναι ένας συνεχής κατήφορος.

Ο κακός μαθητής της πρώην ΕΣΣΔ

Το 1990, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της τότε Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας που ανήκε στην ΕΣΣΔ ήταν 16.428,5 δολάρια. ‘Ηταν βέβαια 24% χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Ρωσικής Ομοσπονδίας και 31% χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, αλλά 70% υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 2020, το ίδιο αυτό ουκρανικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν μόλις 12.375,9 δολάρια, δηλαδή μειωμένο κατά 25%. Εν τω μεταξύ, το επίπεδο της Ρωσίας είχε αυξηθεί κατά 23%, της Ευρώπης-Κεντρικής Ασίας κατά 42% και του κόσμου κατά 67%. Η Ουκρανία έγινε έτσι φτωχότερη και υπέστη μαζική υποβάθμιση. Το επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της είναι σήμερα 31% κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Την Ουκρανία έχουν ξεπεράσει χώρες άλλοτε πολύ φτωχές, που είχαν πληγεί κι από συγκρούσεις όπως η Αλβανία ή η Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Ακόμη και η Λευκορωσία έχει ξεπεράσει την Ουκρανία, η οποία το 2020 είχε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από τέσσερις μόνο από τις 15 πρώην σοβιετικές δημοκρατίες: τη Μολδαβία, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και το Κιργιστάν.

Ένα τελευταίο στοιχείο που καταδεικνύει αυτή την καταστροφή προέρχεται από πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ. Η Ουκρανία συγκαταλέγεται μεταξύ των 18 χωρών στον κόσμο των οποίων το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά την περίοδο 1990-2017· είναι μάλιστα η πέμπτη χώρα με τη χειρότερη επίδοση. Η Ουκρανία τα πηγαίνει καλύτερα μόνο από μερικά κράτη που καταστράφηκαν από ενδημικό εμφύλιο πόλεμο κατά την περίοδο αυτή, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Υεμένη και το Μπουρούντι.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική, αν υπολογίσουμε ότι η Ουκρανία έχασε σχεδόν οκτώ εκατομμύρια κατοίκους μεταξύ 1990 και 2020, με τον πληθυσμό της να υποχωρεί από 51,9 εκατομμύρια σε 44,1 εκατομμύρια. Η πτώση του συνολικού ΑΕΠ είναι επομένως ιλιγγιώδης, ιδίως αν σκεφτούμε ότι, σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες χώρες, η ουκρανική οικονομία δεν είναι μια “μικρή” οικονομία. Σε δολάρια του 2017 και σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, το ουκρανικό ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί κατά 40% μέσα σε τριάντα χρόνια.

Η μετασοβιετική κατάρρευση και οι αιτίες της ουκρανικής καθυστέρησης

Όπως συμβαίνει συχνά, οι αιτίες αυτής της καταστροφής είναι πολλαπλές. Πρώτη αιτία είναι η βιαιότητα της μετασοβιετικής μετάβασης. Όπως και η Ρωσία του Μπόρις Γιέλτσιν, έτσι και η Ουκρανία της δεκαετίας του 1990, στην οποία τότε κυριαρχούσε ο πρώην κομματικός εγκάθετος Λεονίντ Κούτσμα (πρωθυπουργός από το 1992 έως το 1993 και στη συνέχεια πρόεδρος από το 1994 έως το 2004), δοκίμασε τη “θεωρία του σοκ”. Το 1994, ο Κούτσμα, με τις ευλογίες του ΔΝΤ, κατάργησε όλους τους ελέγχους των τιμών και ξεκίνησε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις. Η ήδη αποδυναμωμένη οικονομία κατέρρευσε ακόμη περισσότερο. Την ίδια ώρα στη Ρωσία, οι ολιγάρχες αρπάζουν τον πλούτο της χώρας και ελέγχουν τις ροές των αξιών που κατευθύνονται προς την Κύπρο και άλλους φορολογικούς παραδείσους.

"Sponsored links"

Το 1998, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 68% χαμηλότερο από ό,τι το 1990. Αντιστοιχεί περίπου με αυτό που εμφανίζουν τα κράτη που έχουν υποστεί έναν πόλεμο στο έδαφός τους. Πρόκειται επίσης για μια πιο βίαιη πτώση από εκείνη (43%) που υπέστη η Ρωσία κατά την ίδια περίοδο.

Μετά την κρίση του 1998-1999 στις αναδυόμενες χώρες, οι χώρες της πρώην ΕΣΣΔ γνώρισαν μια δεκαετή περίοδο σανάκαμψης, η οποία τροφοδοτήθηκε από την εξωτερική ζήτηση για πρώτες ύλες και, σε μικρότερο βαθμό, για βιομηχανικά προϊόντα. Αν και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ουκρανίας ανακάμπτει, η οικονομία της δεν καταφέρνει να επιστρέψει στο επίπεδο της τελευταίας σοβιετικής περιόδου. Το 2008, η Ρωσία ξεπέρασε το επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 1990. Η Ουκρανία, όμως, εξακολουθεί να βρίσκεται 17,6% κάτω από το επίπεδο αυτό.

Τι συνέβη; Η πρώτη απάντηση έγκειται στο μέγεθος του αρχικού σοκ, το οποίο κατέστρεψε την παραγωγική βάση της Ουκρανίας και την έκανε λιγότερο ικανή να επωφεληθεί από την ανάκαμψη. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι επενδύσεις μειώθηκαν από 71,5 δισεκατομμύρια δολάρια την περίοδο 2015 με 1990 σε 14,8 δισεκατομμύρια το 2000 και 36,1 δισεκατομμύρια το 2008. Η αναβάθμιση του βιομηχανικού εργαλείου δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ πραγματικά και η Ουκρανία έχασε λογικά έδαφος στις παγκόσμιες αγορές.

Επομένως, ακόμη και αν η αύξηση των εξαγωγών σε αξία είναι εντυπωσιακή μεταξύ 2000 και 2008, στο +359,5%, σε σύγκριση με το 349% για τη Ρωσία, το επίπεδο εκκίνησης είναι πολύ χαμηλό για να ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος. Και κυρίως, η ανάπτυξη αυτή δεν μεταφέρεται επαρκώς στον πληθυσμό. Δεν συνοδεύεται από δημόσιες επενδύσεις, αυξημένη αναδιανομή και αύξηση της παραγωγικότητας. Πρόκειται για ανάπτυξη των εξαγωγών που βασίζεται σε χαμηλούς μισθούς. Για μια αύξηση της αξίας συγκρίσιμη με εκείνη της Ρωσίας, η Ουκρανία έπρεπε να σημειώσει μια αύξηση σε όγκο σχεδόν διπλάσια (+107,2%, αντί για 58,5%).

Τέλος, τα έσοδα από τις εξαγωγές καρπώνονται σε μεγάλο βαθμό από μια ολιγαρχία που επωφελείται από πολύ υψηλά επίπεδα διαφθοράς. Σε μία τέτοια συγκυρία, η μετανάστευση επιταχύνθηκε, οδηγώντας σε μια μείωση του πληθυσμού που περιορίζει περαιτέρω την ανάπτυξη της χώρας και την ικανότητά της να αναβαθμίζεται. Η Ουκρανία γέρασε γρήγορα, γεγονός που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την οικονομία της, αυξάνοντας το δημόσιο έλλειμμα και μειώνοντας την παραγωγική ικανότητα. Η Ουκρανία παγιδεύτηκε τότε σε έναν φαύλο κύκλο.

Σε αυτή την κατάσταση, από το 2004 και μετά, με την αποχώρηση του Λεονίντ Κούτσμα και την “Πορτοκαλί Επανάσταση”, η χώρα άρχισε να αμφιταλαντεύεται για το οικονομικό της μοντέλο. Το δίλημμα Ευρώπη ή Ρωσία που χαρακτήρισε την περίοδο 2004-2014 στην Ουκρανία είχε και μία οικονομική σημασία: θα έπρεπε να παραμείνει εντός της ρωσικής σφαίρας επιρροής και να βασιστεί σε έναν πελατειακό καπιταλισμό ρυθμιζόμενο από το κράτος ή να ξεκινήσει ένα νέο κύμα φιλελευθεροποίησης για να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή οικονομία;

Η επιλογή αυτή γινόταν ακόμη πιο περίπλοκη από τη στιγμή που η ολιγαρχική θέση ισχύος δεν έκανε το ρωσικό μοντέλο ιδιαίτερα ελκυστικό, ενώ η κατάρρευση της υλικής ευημερίας του πληθυσμού καθιστούσε προβληματική την άρση των τελευταίων προστατευτικών μέτρων (συντάξεις, ρυθμιζόμενες τιμές ενέργειας), όπως το απαιτούσαν το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι δισταγμοί αυτοί αντανακλώνται στις πολιτικές εναλλαγές και τις μάλλον επιζήμιες μη επιλογές σε μια εποχή που η ουκρανική οικονομία έχει πληγεί σκληρά από την κρίση του 2008-2009, και στη συνέχεια από την κρίση της ευρωζώνης και των πρώτων υλών τα επόμενα χρόνια. Ο διεθνής ανταγωνισμός έχει ενταθεί, οι ευκαιρίες στην αγορά λιγοστεύουν, οι εξαγωγές μειώνονται και πάλι και η οικονομία υποχωρεί. Το επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ του 2008 (το οποίο, υπενθυμίζεται, είναι 17,5% χαμηλότερο από εκείνο του 1990) δεν θα ανακτηθεί ποτέ από την Ουκρανία. Το 2019, ήταν ακόμη 7% χαμηλότερα.

Μπροστά σε αυτή την κρίση, οι τότε κυβερνήσεις δεν καταπολέμησαν πραγματικά ένα από τα πιο μελανά σημεία της ουκρανικής οικονομίας: τη διαφθορά. Στη μελέτη του ΔΝΤ που αναφέρθηκε παραπάνω, οι συντάκτες συγκρίνουν την Ουκρανία και την Πολωνία, οι οποίες ήταν αρκετά συγκρίσιμες οικονομίες τη δεκαετία του 1990, στο επίπεδο των “διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων”. Το ενδιαφέρον είναι ότι, από την άποψη των “οικονομικών” μεταρρυθμίσεων, η Ουκρανία δεν υστερεί σε σχέση με την Πολωνία: σύμφωνα με τα κριτήρια του ΔΝΤ, τα καταφέρνει μάλιστα “καλύτερα” όσον αφορά την απελευθέρωση της “αγοράς εργασίας” και σε ορισμένους τομείς των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών αγαθών. Η πραγματική διαφορά έγκειται στη διαφθορά, το κράτος δικαίου και τη διακυβέρνηση.

Με άλλα λόγια, η Ουκρανία προσπάθησε να οικοδομήσει ένα μοντέλο βασισμένο στην ανταγωνιστικότητα κόστους, διατηρώντας παράλληλα την κατάχρηση της αξίας από την ολιγαρχία. Ένα τέτοιο μοντέλο δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε μια σειρά από αποτυχίες που μπλοκάρουν κάθε ανάπτυξη, καθιστούν το κράτος ανίκανο να δράσει και φορτώνουν το βάρος της προσαρμογής στον πληθυσμό.

Η ουκρανική οικονομία μετά το Μαϊντάν

Αναμφίβολα, αυτό το αδιέξοδο ήταν που προκάλεσε εν μέρει τα γεγονότα του Μαϊντάν το 2014. Η ανοιχτή κρίση με τη Ρωσία οδήγησε κατά κάποιο τρόπο τη χώρα να επιλέξει την de facto είσοδο στο ευρωπαϊκό μοντέλο. Αυτό ξεκαθάρισε κάπως τα πράγματα, αλλά οι όροι που έθεσε το ΔΝΤ, το οποίο βρίσκεται εδώ και χρόνια στο προσκεφάλι της χώρας, δεν έχουν πραγματικά βελτιώσει την κατάσταση. Είναι αλήθεια ότι η ανάπτυξη ανέκαμψε μετά το 2015, αλλά είδαμε ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν επέστρεψε στο επίπεδο του 2008, ούτε στο επίπεδο του 2013. Ο απολογισμός είναι επομένως ιδιαίτερα θαμπός.

Είναι γεγονός ότι οι κυβερνήσεις μετά το Μαϊντάν δεν σημείωσαν και μεγάλη πρόοδο όσον αφορά την κύρια προτεραιότητα, την καταπολέμηση της διαφθοράς. Τα στοιχεία του ΔΝΤ το επιβεβαιώνουν, υπογραμμίζοντας πως, τόσο στον τομέα αυτό όσο και στη λειτουργία της δικαιοσύνης, το χάσμα με την Πολωνία (η οποία απέχει πολύ από το να είναι κι αυτή υποδειγματική) συνέχισε να διευρύνεται μεταξύ 2013 και 2018, ακόμη και όταν η Ουκρανία απελευθερώνε περαιτέρω την “αγορά εργασίας”.

Ωστόσο, η μελέτη του ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι το ζήτημα του κράτους δικαίου είναι κεντρικό για τη μελλοντική ανάπτυξη της Ουκρανίας. Χωρίς αυτό, δεν είναι δυνατή η οικονομική απογείωση. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι μία δημοσκόπηση του 2019 επιβεβαιώνει ότι οι τρεις κύριοι λόγοι για τους οποίους οι διεθνείς επενδυτές αποφεύγουν την Ουκρανία είναι η διαφθορά, το δικαστικό σύστημα και η “κρατική άλωση από την ολιγαρχία”.

Ωστόσο, η αντίληψη του ΔΝΤ είναι, όπως συμβαίνει συχνά, αρκετά απλοϊκή. Το ινστιτούτο καταστρώνει πολύ αισιόδοξα σενάρια για το πως θα μπορούσε η Ουκρανία να φτάσει την Πολωνία, τα οποία συνδέονται με την εφαρμογή των σχεδίων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Πολωνίας. Αλλά η κατάσταση στην Ουκρανία είναι αναμφίβολα πολύ πιο σύνθετη.

Το πρώτο κεντρικό σημείο είναι προφανώς η σύγκρουση με τη Ρωσία. Η αδύναμη θέση της Ουκρανίας αποτελεί εμπόδιο για τους ξένους επενδυτές, οι οποίοι μπορεί να φοβούνται ότι οι παραγωγικές εγκαταστάσεις θα καταληφθούν από φιλορωσικές δυνάμεις, όπως συνέβη στη βιομηχανική περιοχή του Ντονμπάς. Το να θέλεις να επενδύσεις στην Ουκρανία συχνά σημαίνει ότι θα πρέπει να συγκεντρώσεις τεράστια χρηματικά ποσά για την κατασκευή μιας παραγωγικής μονάδας, παρόλο που η παραγωγικότητα της εργασίας είναι χαμηλή και οι υποδομές ελάχιστα ικανοποιητικές. Αυτό το είδος επένδυσης είναι σήμερα πολύ λίγο ελκυστικό παγκοσμίως και η Ουκρανία έχει ελάχιστα προσόντα να προσφέρει σε αυτό τον τομέα από άποψη αποδοτικότητας.

Επιπλέον, η σύγκρουση επιβαρύνει την ανάπτυξη της Ουκρανίας, καθώς της στερεί πόρους από τη ρωσοκρατούμενη Κριμαία και τις δύο κατεχόμενες περιοχές του Ντονμπάς. Μια μελέτη του βρετανικού ινστιτούτου CEBR υπολόγισε ότι οι σωρευτικές απώλειες από αυτές τις καταλήψεις ανέρχονταν σε 14,6 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, περίπου το 10% του ΑΕΠ της Ουκρανίας. Προσθέτοντας τα αποτελέσματα των χαμένων φορολογικών εσόδων, της καταστροφή περιουσιακών στοιχείων και την επίδραση πάνω στις επενδύσεις, το CEBR εκτιμά ότι οι ετήσιες απώλειες από τη σύγκρουση ανέρχονται σε 40 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το ένα τέταρτο του ΑΕΠ. Μεταξύ 2014 και 2020, οι σωρευτικές απώλειες δείχνουν να ανέρχονται σε 280 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ακόμη κι αν η μελέτη αυτή μπερδεύει λίγο τις επιπτώσεις, οι οποίες δεν είναι απαραίτητα σωρευτικές, μας επιτρέπει να συνειδητοποιήσουμε το βάρος της σύγκρουσης πάνω στην ουκρανική οικονομία. Το βάρος αυτό που δυσχεραίνει μια ήδη αποδυναμωμένη και εύθραυστη οικονομία καθιστά τις προοπτικές ετήσιας ανάπτυξης σε ποσοστό 7% χάρη στις μεταρρυθμίσεις του ΔΝΤ κάπως απατηλές.

Οι εξαγωγές έχουν ασφαλώς αρχίσει να αυξάνονται και πάλι από το 2015 (+38% σε αξία μεταξύ εκείνης της ημερομηνίας και του 2019), αλλά εξακολουθούν να απέχουν πολύ από το επίπεδο του 2012 (-27%). Η αδυναμία αυτή συμβάλλει σε ένα πολύ μεγάλο εμπορικό έλλειμμα (το έλλειμμα έφτασε το 8% του ΑΕΠ το 2019), το οποίο ασκεί πρόσθετη πίεση στο τοπικό νόμισμα, τη hryvnia. Μετά το Μαϊντάν και τη σύγκρουση με τη Ρωσία, η Ουκρανία απέφυγε την πλήρη χρεοκοπία μόνο χάρη στην αθέτηση του χρέους προς τη Ρωσία και την προσφυγή στο ΔΝΤ.

Από το 2014, το ΔΝΤ παρέχει στις ουκρανικές κυβερνήσεις τα χρήματα που χρειάζονται για να βγάλουν το μήνα. Και ενώ δεν κατάφερε πραγματικά να επιβάλει την ενεργό καταπολέμηση της διαφθοράς, επέβαλε την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, της NBU, η οποία, προκειμένου να διασφαλίσει τα συναλλαγματικά της αποθέματα και τη σταθερότητα του νομίσματος, διατηρεί πολύ υψηλά επιτόκια. Το βασικό επιτόκιο της NBU είναι 8,5%, το οποίο είναι πολύ υψηλό στη σημερινή συγκυρία, ακόμη και με ετήσιο πληθωρισμό 10%. Από το 2018, η ροή πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα εξάλλου μειώνεται. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι κατανοητό ότι οι επενδύσεις μέσω τοπικών επιχειρήσεων είναι ένα πολύ διακινδυνευμένο στοίχημα στην Ουκρανία. Για να μην μιλήσουμε για τα νοικοκυριά, τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν ποσοστά της τάξης σχεδόν του 30%.

Το άλλο κατόρθωμα του ΔΝΤ είναι φυσικά οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες. Μεταξύ 2014 και 2020, οι κοινωνικές δαπάνες μειώθηκαν από το 20% στο 13% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για τους μισθούς στο Δημόσιο παρέμειναν στάσιμες. Με ένα ήδη αποδυναμωμένο κοινωνικό σώμα, τέτοια μέτρα δεν μπορούν παρά να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την ουκρανική οικονομία.

Με άλλα λόγια, ακόμη και με το ΔΝΤ στο τιμόνι, τα δεινά της ουκρανικής οικονομίας δεν υποχωρούν. Ο σφετερισμός της αξίας από τους ολιγάρχες, όποιο κι αν είναι το κόστος για τον πληθυσμό, παραμένει ο κανόνας. Ο σφετερισμός αυτός καθιστά το κράτος σε μεγάλο βαθμό ανίσχυρο να ακολουθήσει μια ορθολογική αναπτυξιακή πολιτική προς το συμφέρον του πληθυσμού του. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια καπιταλιστική απογείωση της Ουκρανίας φαίνεται πολύ απίθανη, ακόμη κι αν αγνοήσουμε τα τρέχοντα γεγονότα.

Το αγροτικό ζήτημα

Μένει όμως μία υπόθεση που πρέπει να διερευνηθεί, αυτή που εξετάζει για παράδειγμα σε μια ανάρτησή του ο Αμερικανός ιστορικός Adam Tooze, η οποία ξεκινά από τη γεωργία. Είναι αλήθεια ότι αποτελεί ένα από τα δυνατά σημεία της χώρας. Η Ουκρανία διαθέτει το ένα τέταρτο του πιο εύφορου “μαύρου εδάφους” στον κόσμο και παραδοσιακά ήταν μια από τις “σιταποθήκες” της Ευρώπης. Σήμερα, η χώρα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ηλιοτρόπιων στον κόσμο.

Αλλά οι αποδόσεις είναι πολύ χαμηλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Adam Tooze, η προστιθέμενη αξία από ένα εκτάριο στην Ουκρανία ανέρχεται σε 443 δολάρια, αντί για 2440 δολάρια στη Γαλλία. Για να ενισχυθούν οι εξαγωγές, θα χρειαζόταν ένα παραγωγικό σοκ στην Ουκρανία. Σε ένα αρκετά κλασικό σχήμα, αυτό το σοκ θα επέτρεπε την ανάπτυξη επενδύσεων στην υπόλοιπη οικονομία και θα έβαζε τη χώρα σε μια ενάρετη πορεία.

Αλλά πώς μπορεί να γίνει αυτό; Το ΔΝΤ και οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι το πρόβλημα έγκειται στο σύστημα ιδιοκτησίας της γης. Η Ουκρανία είναι, μαζί με τη Λευκορωσία, η τελευταία χώρα στην Ευρώπη όπου απαγορεύεται η πώληση γης. Το 2001 πραγματοποιήθηκε μια αγροτική μεταρρύθμιση, με την οποία το ήμισυ της γης της χώρας παραχωρήθηκε σε επτά εκατομμύρια μικροκαλλιεργητές, με αντάλλαγμα την απαγόρευση πώλησης, αγοράς ή υποθήκευσης της γης. Οι μικροκαλλιεργητές αυτοί αναπτύσσουν συχνά μια οικονομία αυτοσυντήρησης, εκμισθώνοντας μέρος της παραγωγής τους σε μεγαλύτερους γαιοκτήμονες που καρπώθηκαν τη γη που παραμένει σε κρατικά χέρια.

Οι δυτικοί σύμβουλοι πιστεύουν ότι η απελευθέρωση της ιδιοκτησίας της γης θα επιτρέψει να αυξηθεί η παραγωγικότητα της γεωργίας μέσω της συγκέντρωσης και του εξορθολογισμού της παραγωγής. Όταν το 2019 εξελέγη ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, το αίτημα του ΔΝΤ ήταν πολύ σαφές πάνω σ’ αυτό το θέμα και το Ταμείο το έθεσε ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της βοήθειας. Ένας νόμος ψηφίστηκε τελικά από το ουκρανικό κοινοβούλιο, τη Rada, τον Μάρτιο του 2020.

Ο Ζελένσκι αρνήθηκε να επιτρέψει την πώληση γης σε ξένους, κάτι που είναι πολύ αντιδημοφιλές στη χώρα, αλλά από την 1η Ιουλίου 2021 οι Ουκρανοί μπορούν να πωλούν και να αγοράζουν μέχρι 100 εκτάρια γης. Το 2024, το όριο θα είναι 10.000 εκτάρια. Παράλληλα, ένα ταμείο θα διασφαλίσει ότι οι μικροκαλλιεργητές θα έχουν επαρκή πίστωση.

Όλα αυτά είναι πολύ ωραία και καλά, αλλά στην πραγματικότητα αυτή η απελευθέρωση θα οδηγήσει σε συγκέντρωση της γης. Η σκοτεινή πλευρά της αύξησης των γεωργικών αποδόσεων είναι ότι θα θέσει μέρος του αγροτικού πληθυσμού σε πολύ επισφαλή κατάσταση. Το 14% του ουκρανικού πληθυσμού εξακολουθεί να εργάζεται στη γεωργία.

Για να υπάρξει καπιταλιστική απογείωση, οι αποδόσεις θα πρέπει να επανεπενδυθούν σε άλλους τομείς της χώρας και όχι σε κυπριακές ή σιγκαπουριανές τράπεζες. Προς το παρόν δεν υπάρχει καμία τέτοια εγγύηση: η κατάσταση του παγκόσμιου καπιταλισμού καθιστά αυτά τα αναπτυξιακά σχέδια πολύ αβέβαια και η τρέχουσα κρίση απλώς ενισχύει αυτή την αβεβαιότητα.

Με την ανεργία στο 10% και έναν ήδη εξαθλιωμένο πληθυσμό, χωρίς μια τέτοια στροφή, η κοινωνική καταστροφή είναι εξασφαλισμένη. Τίποτα δεν θα μπορεί να γίνει αν δεν ανακτήσει το κράτος την αυτονομία του απέναντι στα ιδιωτικά συμφέροντα που το εμποδίζουν να ακολουθήσει πολιτικές που να ευνοούν τη συλλογική ευημερία. Η Ουκρανία δεν έχει βγει επομένως από το οικονομικό αδιέξοδο, κάθε άλλο. Και, φυσικά, οι τελευταίες εξελίξεις στη σύγκρουση με τη Μόσχα καθιστούν οποιαδήποτε ευτυχή προοπτική ακόμη πιο απομακρυσμένη.

 

* Δημοσιογράφος από το 2000, ο Romaric Godin προσλήφθηκε στην οικονομική εφημερίδα La Tribune το 2002.  Ανταποκριτής στη Γερμανία μεταξύ 2008 και 2011, έγινε αναπληρωτής αρχισυντάκτης του τμήματος μακροοικονομίας, υπεύθυνος για την Ευρώπη μέχρι το 2017. Εντάχθηκε στο Mediapart τον Μάιο του 2017, όπου παρακολουθεί τη μακροοικονομία, ιδίως τη γαλλική μακροοικονομία.

 

lifo.gr

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live