Έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Χαλβατζής, ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, της οποίας υπήρξε και γραμματέας.
Ο Σπύρος Χαλβατζής γεννήθηκε το 1947 στην Κοζάνη, τελείωσε το επτατάξιο νυχτερινό Γυμνάσιο της Κοζάνης και παράλληλα εργαζόταν ως γουνεργάτης στην Καστοριά.
Υπήρξε μέλος της Νεολαίας ΕΔΑ το 1962, κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών εξορίστηκε στη Γυάρο, στη Λέρο και στον Ωρωπό.
Εξορίστηκε και δεύτερη φορά στη Γυάρο το Νοέμβρη του 1973, μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Εκλέχτηκε στην ΚΕ του ΚΚΕ το 1978, ενώ υπήρξε Γραμματέας του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ από το 1979 έως το 1986.
Ήταν μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ από το 1986 έως το 2009. Υπήρξε Νομαρχιακός σύμβουλος της Αθήνας από το 1994 έως το 2002 και από το 2002 Δημοτικός σύμβουλος μέχρι το 2007.
Ο Σπύρος Χαλβατζής ήταν βουλευτής του ΚΚΕ από το 2007 έως το 2014.
Ήταν επίσης μέλος του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974, τον οποίο υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης στο Δ.Σ.
Ήταν παντρεμένος με την Μαριάνθη Αλειφεροπούλου και είχε δύο παιδιά.
Οι στιγμές που καθόρισαν τη ζωή του
Στο βιβλίο του, με τίτλο «Απείθαρχοι – Μια ζωή δοσμένη στον αγώνα», ο ίδιος ο Σπύρος Χαλβατζής περιέγραφε στον «πρόλογο» με τον τίτλο «Οδοιπορικό», στιγμές που καθόρισαν τη ζωή και τη δράση του.
Έγραφε μεταξύ άλλων:
«Αυτό το “Οδοιπορικό” θα μπορούσε να ξεκινήσει με την ιστορία μιας φωτογραφίας. Κι αυτό γιατί η φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν εβδομήντα εφτά χρόνια, την άνοιξη του 1948, έχει τη δική της ιστορία. Ήταν τότε που ο πατέρας μας βρισκόταν πάλι εξορία».
Και: «Η Μάνα μας, παλιά ΕΛΑΣίτισσα, έβγαλε αυτήν τη φωτογραφία για να την στείλει στον σύντροφό της στη ζωή και στον αγώνα, να δει τα πέντε παιδιά του. Για να την έχει κάπου στο αντίσκηνο, να βλέπει τους αγαπημένους του – που βίωναν και εκείνοι την τραγικότητα της περιόδου – και να παίρνει και από αυτήν κουράγιο για να αντιμετωπίσει τα βασανιστήρια».
«Ταχυδρομήθηκε ένα γράμμα και αυτή η φωτογραφία, αλλά ο φάκελος δεν έφτασε τότε στον παραλήπτη», έγραφε. «Και αυτό, γιατί εκείνα τα χρόνια η Ασφάλεια έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να αποκόβει ακόμα και την επαφή, την επικοινωνία των οικογενειών των αγωνιστών με τους δικούς τους, φυλακισμένους και εξόριστους».
Αλλά «αυτό το γράμμα ακολούθησε μια ξεχωριστή διαδρομή γιατί αυτός που ανέλαβε να το “ελέγξει” και να το λογοκρίνει, προφανώς αφού διάβασε το κείμενο, είδε και τη φωτογραφία της Μάνας μας και τα αθώα πρόσωπα των πέντε παιδιών της, τσαλάκωσε τον φάκελο – μαζί με το γράμμα και τη φωτογραφία – και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων, νομίζοντας πως έτσι έκανε το “χρέος” του απέναντι στο έθνος. Το χρέος του το έβλεπε στο ότι μπόρεσε να στερήσει από τον κρατούμενο κομμουνιστή να λάβει νέα από το σπίτι του, από τη συντρόφισσά του, και να δει τη φωτογραφία των πέντε παιδιών του, που είχαν μείνει πίσω από τη στιγμή που συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Μακρόνησο».
Το γράμμα έσωσε «κάποιος οδοκαθαριστής του δήμου, όταν μάζευε τα σκουπίδια από την Ασφάλεια της πόλης, είδε το γράμμα και το κράτησε -ασφαλώς με μεγάλο κίνδυνο»… «Ίσως να συγκινήθηκε που είδε τη φωτογραφία των πέντε παιδιών. Έτσι, την φύλαξε, κάπου την έκρυψε – πράγμα δύσκολο εκείνα τα χρόνια και ήθελε πολύ κουράγιο και ύστερα από εννιά χρόνια, συγκεκριμένα στα τέλη Μάη του 1958, έκανε την εμφάνισή του στο σπίτι μας. Συζήτησε για λίγη ώρα με τον πατέρα και τη Μάνα μας, αφού ήπιαν ένα τσίπουρο, και κάποια στιγμή έβγαλε από την τσέπη του το γράμμα και τη φωτογραφία».
Και καταλήγει σε άλλο σημείο:
«Ξεκινώντας από αυτήν τη φωτογραφία, μπορούμε να καταγράψουμε αυτό το “Οδοιπορικό”, που κρατά πάνω από εξήντα χρόνια και συνεχίζεται. Διότι τα προβλήματα για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα οξύνονται, αλλά και οι στόχοι για την αλλαγή της κοινωνίας – που πρωτομπήκανε οργανωμένα και συγκροτημένα πριν εκατό χρόνια – παραμένουν ανεκπλήρωτοι».



