Του Δημήτρη Φλυτζανή *
Μην μας ξαναπουλήσετε το ίδιο έργο με καινούργιο περιτύλιγμα.
Ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και της προεκλογικής περιόδου που σταδιακά ανοίγει, θα ακούσουμε πολλά.
Θα ακούσουμε για «νέα ξεκινήματα», για «κοινωνική δικαιοσύνη», για «ανάπτυξη για όλους», για μια «διαφορετική πολιτική». Θα δούμε ξανά πρόσωπα, σχήματα και πολιτικές προτάσεις να διεκδικούν την εμπιστοσύνη των πολιτών, παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως τη νέα εναλλακτική.
Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή.
Γιατί υπάρχει ένα παλιό πολιτικό κόλπο που επιστρέφει κάθε φορά με διαφορετικό περιτύλιγμα.
Λίγο περισσότερη «κοινωνική ευαισθησία»
Λίγο περισσότερη «δικαιοσύνη».
Λίγο πιο ανθρώπινη διαχείριση.
Και πολλές υποσχέσεις ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα γίνουν διαφορετικά.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί. Και δυστυχώς, η πολιτική μνήμη στην Ελλάδα αποδεικνύεται συχνά μικρότερη από όσο θα έπρεπε.
Γι’ αυτό και χρειάζεται να θυμόμαστε. Να συγκρίνουμε. Να κρίνουμε όχι τα λόγια που ακούμε σήμερα, αλλά τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν χθες και τις συνέπειές τους.
Όταν δεν αμφισβητείς τις ίδιες οικονομικές και πολιτικές δεσμεύσεις, όταν αποδέχεσαι τους ίδιους κανόνες και απλώς υπόσχεσαι να τους εφαρμόσεις «καλύτερα», δεν μιλάμε για αλλαγή πορείας.
Μιλάμε για αλλαγή διαχειριστή.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Να πιστέψουμε ξανά ότι μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς να θιγούν οι μηχανισμοί που παράγουν την κοινωνική ανισότητα. Ότι μπορούν τα κέρδη των λίγων να αυξάνονται και ταυτόχρονα οι ανάγκες των πολλών να ικανοποιούνται. Ότι η ίδια πολιτική μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό αποτέλεσμα απλώς επειδή θα εφαρμοστεί με πιο «ευαίσθητο» τρόπο.
Το έχουμε ξαναδεί.
Και πρέπει να το θυμόμαστε.
Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται από τα συνθήματα, τις ωραίες διατυπώσεις και την επικοινωνιακή της συσκευασία. Κρίνεται από το ποιον υπηρετεί, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό και ποιος τελικά ωφελείται.
Δεν αρκεί να αλλάζουν τα πρόσωπα, τα ονόματα και τα συνθήματα.
Αν παραμένουν ανέγγιχτες οι ίδιες βασικές επιλογές, τότε η αλλαγή είναι περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να προσέξουμε το επόμενο διάστημα.
Γιατί κάποιοι μπορεί να ετοιμάζονται να μας παρουσιάσουν ξανά ως «νέα αρχή» μια πολιτική που έχει ήδη δοκιμαστεί και έχει αφήσει το αποτύπωμά της.
Δεν έχουμε ανάγκη από άλλη μία εναλλαγή διαχειριστών της ίδιας πολιτικής.
Έχουμε ανάγκη από πραγματική αλλαγή κατεύθυνσης.
Και η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει από σωτήρες, από νέα πρόσωπα που θα εμφανιστούν ως «μεσσίες» ή από προεκλογικές υποσχέσεις που θα ξεχαστούν την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Θα έρθει μόνο μέσα από την ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας.
Και πάνω απ’ όλα της νέας γενιάς.
Η νεολαία δεν πρέπει να επιτρέψει να γίνει για ακόμη μία φορά το εύκολο ακροατήριο μιας νέας πολιτικής εξαπάτησης. Δεν πρέπει να αρκεστεί στο να παρακολουθεί από την εξέδρα ούτε να αναζητά απλώς ποιον θα ψηφίσει ως «λιγότερο κακό».
Πρέπει να πάρει θέση. Να συμμετέχει. Να οργανωθεί. Να διεκδικήσει.
Να βρεθεί μέσα στα σωματεία, στα συνδικάτα, στους χώρους δουλειάς, στους κοινωνικούς αγώνες. Όχι ως συμπλήρωμα, αλλά ως πρωταγωνιστής.
Γιατί όταν οι εργαζόμενοι είναι οργανωμένοι, όταν η νεολαία συμμετέχει και όταν η κοινωνία δεν αναθέτει το μέλλον της σε επίδοξους σωτήρες, τότε οι πραγματικοί συσχετισμοί μπορούν να αλλάξουν.
Ας μην ξεγελαστούμε λοιπόν από τα καινούργια συνθήματα.
Ας κοιτάξουμε πίσω από τις λέξεις.
Όχι ποιος μιλάει καλύτερα.
Αλλά ποια πολιτική υπηρετεί.
Όχι ποιος υπόσχεται περισσότερα.
Αλλά ποιος πληρώνει τον λογαριασμό.
Και κυρίως:
Όχι ποιος αλλάζει το περιτύλιγμα.
Αλλά ποιος αλλάζει πραγματικά την πορεία.



