Η εντεινόμενη πίεση από τις μεταναστευτικές ροές προς τη Γαύδο και τα νότια παράλια των Χανίων έχει αναδείξει κενά στις υλικοτεχνικές υποδομές και τις διαδικασίες διαχείρισης της ανθρωπιστικής κρίσης, φέρνοντας τις τοπικές αρχές αντιμέτωπες με κρίσιμα ερωτήματα.
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται πλέον η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ), η οποία προκαλεί την έντονη αντίδραση του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων.
Ο νομικός κόσμος της περιοχής κάνει λόγο για «σκανδαλώδη» διαδικασία, καταγγέλλοντας ότι η πρόβλεψη για αμοιβή των δικηγόρων ανά «εθελούσια αναχώρηση» υποβαθμίζει τον θεσμικό ρόλο του λειτουργού της δικαιοσύνης και έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η ανθρωπιστική κρίση στο επίκεντρο των Χανίων
Τον τελευταίο χρόνο, ο νομός Χανίων βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, με τη Γαύδο και τις νότιες ακτές της Κρήτης να δέχονται μεγάλο όγκο εισερχομένων, στην πλειονότητά τους ανθρώπων προερχόμενων από το Σουδάν, οι οποίοι διαφεύγουν από εμπόλεμη ζώνη.
Η διαχείριση αυτού του πληθυσμού έχει καταστήσει τις τοπικές αρχές και τους κοινωνικούς φορείς υπεύθυνους για ανάγκες που συχνά υπερβαίνουν τις διαθέσιμες δυνατότητες.
Σύμφωνα με τον Δικηγορικό Σύλλογο Χανίων, η απάντηση της κεντρικής διοίκησης απέχει από τις πραγματικές απαιτήσεις της κατάστασης, τόσο σε πρακτικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο.
Το αμφιλεγόμενο «success fee» της νομικής καθοδήγησης
Η πρόσφατη ΚΥΑ εισάγει μια διαδικασία η οποία, κατά τον Σύλλογο, δεν διασφαλίζει την πλήρη και εξατομικευμένη ενημέρωση των εισερχομένων για τα δικαιώματά τους, όπως επιβάλλεται από υπερνομοθετικά κείμενα και διεθνείς συμβάσεις.
Το σημείο που προκαλεί τη σφοδρότερη κριτική είναι η πρόβλεψη πρόσθετης αμοιβής ύψους 250 ευρώ για τους δικηγόρους «νομικής καθοδήγησης», υπό την προϋπόθεση της «εθελούσιας αναχώρησης».
Η διοίκηση του Συλλόγου, υπό την Πρόεδρο Αγάπη Μικρού και τον Γενικό Γραμματέα Χαράλαμπο Ζολινδάκη, χαρακτηρίζει τη διάταξη αυτή ως πρόκληση:
«Είναι σκανδαλώδες και πρόκληση στη συνείδηση κάθε συλλειτουργού της δικαιοσύνης δικηγόρου, προασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ταγμένου στην προαγωγή του κράτους δικαίου, το ότι προβλέπεται πρόσθετη αμοιβή ύψους 250 ευρώ για τους δικηγόρους “νομικής καθοδήγησης” οι οποίοι αναλαμβάνουν να ενημερώσουν με εξαιρετικά περιοριστικό τρόπο τους εισερχόμενους».
Για τους δικηγόρους των Χανίων, η διαδικασία αυτή τους μετατρέπει, στην ουσία, από επιστήμονες που υπηρετούν το δίκαιο σε «μεσάζοντες» για την εφαρμογή πολιτικών που, όπως υποστηρίζουν, καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η απόφαση για αποχή και το κάλεσμα για αναθεώρηση
Δηλώνοντας την κατηγορηματική τους εναντίωση, οι δικηγόροι των Χανίων καθιστούν σαφές ότι δεν προτίθενται να συμπράξουν σε διαδικασίες που θεωρούν ότι απαξιώνουν το λειτούργημά τους. «Ο δικηγόρος δεν μπορεί να υποβιβάζεται από υπηρετούντα το δίκαιο επιστήμονα σε αμειβόμενο μεσάζοντα για ευτελείς λόγους, επιβάλλεται δε η αποχή μας από τη συμμετοχή – σύμπραξη σε τέτοιου είδους διαδικασίες», αναφέρει η σχετική ανακοίνωση.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Χανίων απευθύνει έκκληση προς την πολιτεία να ενισχύσει τις τοπικές αρχές, ώστε να διασφαλιστούν αξιοπρεπείς συνθήκες φιλοξενίας και νόμιμες διαδικασίες, ενθαρρύνοντας παράλληλα τον πραγματικό θεσμικό ρόλο του δικηγόρου ως εγγυητή των δικαιωμάτων.
Παράλληλα, ζητά την άμεση απόσυρση των εν λόγω διατάξεων της ΚΥΑ, τονίζοντας πως ο δικηγόρος παραμένει συλλειτουργός της δικαιοσύνης, θέση που δεν μπορεί να κάμπτεται από οικονομικά κίνητρα συνδεδεμένα με την «εθελούσια αναχώρηση» ανθρώπων που χρήζουν προστασίας.
Το κράτος δικαίου υπό δοκιμασία
Η αντίδραση του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων δεν αποτελεί απλώς μια τοπική διαμαρτυρία, αλλά θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για το πώς η κεντρική διοίκηση επιλέγει να διαχειριστεί την ανθρωπιστική πρόκληση στα σύνορα της χώρας.
Η απόπειρα νομιμοποίησης πρακτικών μέσω της οικονομικής επιβράβευσης νομικών λειτουργών δημιουργεί ένα προηγούμενο που αγγίζει τον πυρήνα της δεοντολογίας και του κράτους δικαίου.
Η έκκληση των δικηγόρων προς την πολιτεία για «ανθρώπινη και αποτελεσματική διαχείριση» παραμένει επίκαιρη, καθώς η ισορροπία μεταξύ διαχείρισης μεταναστευτικών ροών και σεβασμού των διεθνών συμβάσεων αποτελεί τον καθρέπτη της θεσμικής ωριμότητας μιας σύγχρονης δημοκρατίας.



