Στην καρδιά του παγκόσμιου τεχνολογικού μετασχηματισμού, πίσω από τους θριαμβικούς λόγους για την εκρηκτική άνοδο της παραγωγικότητας μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης και της ρομποτικής, υποβόσκει ένας πρωτοφανής υπαρξιακός πανικός των οικονομικών ελίτ.
Καθώς η ραγδαία αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές επιτείνει την ανισότητα και συμπιέζει το μερίδιο του εισοδήματος των εργαζομένων, η προοπτική μιας γενικευμένης κοινωνικής αποσταθεροποίησης παύει να αποτελεί ιστορική ανάμνηση και μετατρέπεται σε άμεσο επιχειρησιακό υπολογισμό.
Σε μια πρωτοποριακή μελέτη με τίτλο «Automation and Repression» (Ιούνιος 2026), οι οικονομολόγοι Daron Acemoglu του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Μασαχουσέτης (MIT), A. Arda Gitmez του Πανεπιστημίου Bilkent και Mehdi Shadmehr του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας στο Chapel Hill αποκαλύπτουν μια σκοτεινή οικονομική νομοτέλεια: η τεχνολογική αυτοματοποίηση και η κρατική καταστολή δεν αποτελούν ανεξάρτητα φαινόμενα, αλλά στρατηγικά συμπληρωματικά μεγέθη.
Όταν οι δυνάμεις της αγοράς αφήνονται να αυτοματοποιήσουν ανεξέλεγκτα, το κόστος κατευνασμού των μαζών μέσω αναδιανομής εκτινάσσεται, ωθώντας το κράτος να απαντήσει στην απειλή της λαϊκής εξέγερσης όχι με κοινωνικά προγράμματα, αλλά με την ωμή ισχύ των σωμάτων ασφαλείας και της ψηφιακής επιτήρησης.
Το υπαρξιακό άγχος της Silicon Valley: Καταφύγια επιβίωσης και ο φόβος της εξέγερσης
Η αυξανόμενη διάχυση των αλγορίθμων και των αυτόνομων συστημάτων στην παραγωγή δεν αντιμετωπίζεται πλέον από τους ηγέτες της τεχνολογικής βιομηχανίας ως μια αμιγώς επιχειρηματική ευκαιρία, αλλά ως ένας καταλύτης ριζικής πολιτικής ρήξης. Ο Kai-Fu Lee, εξέχων επενδυτής στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης, πρώην πρόεδρος της Google China και πρώην διευθυντής της Microsoft Asia, διατυπώνει απερίφραστα αυτή τη διάσταση:
«Αυτή είναι η πραγματική υποκείμενη απειλή που θέτει η αυτοματοποίηση: τεράστιος κοινωνικός αναβρασμός, δημόσια αναταραχή και πολιτική κατάρρευση που απορρέουν από τη γενικευμένη ανεργία και τη γκροτέσκα ανισότητα» (Lee, 2022).
Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος, ο ιδρυτής του κινεζικού κολοσσού ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba, Jack Ma, προειδοποιεί ότι «οι κοινωνικές συγκρούσεις από την αυτοματοποίηση τις επόμενες τρεις δεκαετίες θα έχουν αντίκτυπο σε κάθε είδους βιομηχανία και κοινωνικό στρώμα» (Solon, 2017). Ακόμη πιο παραστατικός υπήρξε ο επιφανής Αμερικανός επιχειρηματίας και επενδυτής κεφαλαίων επιχειρηματικού ρίσκου Nick Hanauer, ο οποίος, απευθυνόμενος στους συναδέλφους του πλουτοκράτες, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Τι βλέπω στο μέλλον μας τώρα; Βλέπω τσουγκράνες… Ή μια εξέγερση» (Hanauer, 2014).
Οι προειδοποιήσεις αυτές αναβιώνουν με εντυπωσιακή πιστότητα την ιστορική διαπίστωση που κατέγραψε ο Karl Marx το 1867 στο Κεφάλαιο:
«Μόνο μετά την εισαγωγή των μηχανών πολέμησε ο εργάτης ενάντια στο ίδιο το μέσο εργασίας… Εξεγείρεται ενάντια σε αυτή τη συγκεκριμένη μορφή των μέσων παραγωγής» (Marx, 1867, Κεφ. 15, Ενότητα 5).
Αυτός ακριβώς ο διάχυτος φόβος έχει οδηγήσει πολυάριθμους εύπορους επιχειρηματίες στην κατασκευή υπερπολυτελών οχυρωμένων καταφυγίων, σχεδιασμένων για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους σε περιόδους μαζικών αναταραχών (Rushkoff, 2022· Caramela, 2024). Στη Σύνοδο του Νταβός το 2025, μια ανοιχτή επιστολή υπογεγραμμένη από εκατό εκατομμυριούχους —ανάμεσα στους οποίους και ο Hanauer— έθεσε το δίλημμα χωρίς περιστροφές: «Είναι φόροι ή τσουγκράνες». Για ένα τμήμα των ελίτ, προγράμματα όπως το καθολικό βασικό εισόδημα ή το καθολικό βασικό μέρισμα προβλήθηκαν ως η μοναδική διέξοδος για τον περιορισμό της λαϊκής δυσαρέσκειας και της αποφυγής πολιτικών ανατροπών.
Ωστόσο, μια παράλληλη, πολύ πιο σκοτεινή προσέγγιση κερδίζει σταθερά έδαφος στους κύκλους της τεχνολογικής ισχύος: η πεποίθηση ότι η διατήρηση της κοινωνικής τάξης σε έναν ριζικά αυτοματοποιημένο κόσμο ενδέχεται να απαιτήσει ανοιχτή κρατική βία και καταστολή. Ο Mo Gawdat, πρώην επικεφαλής επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της X, περιέγραψε τη στάση πολλών στελεχών της τεχνολογίας ως μια επιλογή πλήρους αυτοματοποίησης, συνοδευόμενη από μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου:
«Και έτσι πρόκειται να δείτε έναν κόσμο όπου, δυστυχώς, θα υπάρχει πολύς έλεγχος, πολλή επιτήρηση, πολλή αναγκαστική συμμόρφωση…» (Bartlett, 2025).
Από την πλευρά του, ο Alex Karp, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας λογισμικού ανάλυσης δεδομένων και άμυνας Palantir, περιέγραψε την πολιτική οικονομία της εποχής με ωμό ρεαλισμό: «Θα υπάρξουν σκαμπανεβάσματα. Υπάρχει μια επανάσταση. Κάποιοι άνθρωποι θα χάσουν τα κεφάλια τους. Περιμένουμε να δούμε πραγματικά απροσδόκητα πράγματα και να νικήσουμε» (Brancolini, 2025). Στο βιβλίο τους, οι Karp και Zamiska (2025) θέτουν ευθέως το θεμελιώδες ερώτημα: «Τι θα έπρεπε να απαιτήσει το κοινό προκειμένου να εγκαταλείψει την απειλή της εξέγερσης;». Η δική τους απάντηση δεν αναφέρεται σε οικονομική αναδιανομή, αλλά στην «προθυμία για περιορισμό των επιλογών», στην επαναφορά συλλογικών τελετουργιών πειθάρχησης και στην εκτεταμένη αξιοποίηση προηγμένου λογισμικού επιτήρησης στην επιβολή του νόμου.
Παρά τη δημόσια προβολή αυτών των ανησυχιών, η οικονομική επιστήμη στερούνταν μέχρι σήμερα μιας συστηματικής ανάλυσης ικανής να συνδέσει τον μηχανισμό των κοινωνικών επαναστάσεων με την οικονομική θεωρία της αυτοματοποίησης. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει η μελέτη των Acemoglu, Gitmez και Shadmehr, αναλύοντας τις στρατηγικές αποφάσεις ενός καπιταλιστικού κράτους που καλείται να προστατεύσει τα συμφέροντα των κατόχων του πλούτου.
Η ανατομία της παραγωγής: Εργασίες, κεφάλαιο και τέλεια υποκατάσταση
Για να εξηγηθεί ο μηχανισμός που πυροδοτεί την κοινωνική σύγκρουση, το θεωρητικό πλαίσιο των ερευνητών αναλύει μια οικονομία όπου συνυπάρχουν δύο διακριτές κοινωνικές τάξεις: οι κάτοχοι του κεφαλαίου, οι οποίοι διαθέτουν το σύνολο των μηχανών και των παραγωγικών υποδομών, και οι εργαζόμενοι, οι οποίοι προσφέρουν ανελαστικά την εργατική τους δύναμη.
Η συνολική παραγωγή της οικονομίας συγκροτείται από ένα ευρύ φάσμα επιμέρους εξειδικευμένων καθηκόντων και παραγωγικών κλάδων. Το τελικό εθνικό προϊόν προκύπτει από τον συνδυασμό όλων αυτών των δραστηριοτήτων, με τις επιχειρήσεις να διατηρούν έναν ορισμένο βαθμό ευελιξίας ως προς το πώς συνδυάζουν τις διαφορετικές εργασίες.
Η τεχνολογική βάση της ανάλυσης στηρίζεται στην παραδοχή ότι κάθε επιμέρους εργασία μπορεί να εκτελεστεί είτε αποκλειστικά από ανθρώπινα χέρια είτε αποκλειστικά από μηχανικό εξοπλισμό. Σε επίπεδο συγκεκριμένου καθήκοντος, οι άνθρωποι και οι μηχανές λειτουργούν ως τέλεια υποκατάστατα. Ένα καθήκον χαρακτηρίζεται ως «αυτοματοποιημένο» από τη στιγμή που η εκτέλεσή του ανατίθεται αποκλειστικά στο κεφάλαιο.
Λόγω των τεχνολογικών χαρακτηριστικών, οι εργασίες διατάσσονται ιεραρχικά: εκείνες που προσφέρονται ευκολότερα για τεχνολογική υποκατάσταση αυτοματοποιούνται πρώτες. Έτσι, στην οικονομία διαμορφώνεται ένα σαφές όριο αυτοματοποίησης, το οποίο λειτουργεί ως διαχωριστική γραμμή: όλες οι εργασίες κάτω από αυτό το όριο εκτελούνται από αλγορίθμους και ρομπότ, ενώ όλες οι υπόλοιπες εξακολουθούν να απαιτούν ανθρώπινη εργασία.
Σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, το κόστος παραγωγής κάθε έργου εξαρτάται άμεσα από τις αμοιβές των συντελεστών παραγωγής — δηλαδή από το κόστος χρήσης του κεφαλαίου για τις αυτοματοποιημένες εργασίες και από τον μισθό για τις μη αυτοματοποιημένες. Το συνολικό εθνικό εισόδημα διανέμεται στο σύνολό του ανάμεσα στα κέρδη των καπιταλιστών και στις αμοιβές των εργαζομένων.
Ωστόσο, η μετατόπιση του ορίου της αυτοματοποίησης ανατρέπει ριζικά αυτή την κατανομή. Το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που καταλήγει στην εργασία αποδεικνύεται μια αυστηρά φθίνουσα συνάρτηση της τεχνολογικής προόδου. Όσο περισσότερες εργασίες παραδίδονται στις μηχανές, τόσο συρρικνώνεται το ποσοστό του πλούτου που καρπώνονται οι εργαζόμενοι, ενώ αντίστοιχα το μερίδιο του κεφαλαίου αυξάνεται σταθερά. Αυτός ο μηχανισμός εκτοπισμού της εργασίας αποτελεί τη θεμελιώδη αιτία της διεύρυνσης των ανισοτήτων, συμπιέζοντας τους πραγματικούς μισθούς και εξασθενώντας τη διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών.
Η θεωρία παιγνίων της κοινωνικής εξέγερσης: Συντονισμός υπό καθεστώς ατελούς πληροφόρησης
Η οικονομική περιθωριοποίηση της εργασίας δεν συντελείται χωρίς κοινωνικές αντιδράσεις. Στο υπόδειγμα των Acemoglu, Gitmez και Shadmehr, η πολιτική διάσταση εισάγεται μέσα από έναν μηχανισμό συλλογικής δράσης, όπου οι εργαζόμενοι αποκτούν τη δυνατότητα να στραφούν σε ανοιχτή επανάσταση μετά την ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Η δυναμική της εξέγερσης μοντελοποιείται ως ένα «παγκόσμιο παίγνιο» αλλαγής καθεστώτος, ακολουθώντας την αναλυτική προσέγγιση των Morris και Shin.
Στο παίγνιο αυτό, οι εργαζόμενοι καλούνται να λάβουν ταυτόχρονα μια κρίσιμη απόφαση: εάν θα παραμείνουν παθητικοί ή εάν θα συμμετάσχουν στην εξέγερση. Μια επανάσταση στέφεται με επιτυχία εάν και μόνο εάν το ποσοστό των πολιτών που κινητοποιούνται υπερβεί ένα συγκεκριμένο όριο αντοχής του υπάρχοντος καθεστώτος. Το όριο αυτό αντικατοπτρίζει τη θεσμική ισχύ, τη συνοχή και την αμυντική ικανότητα της άρχουσας τάξης.
Οι επιλογές των πολιτών καθορίζονται από τη σύγκριση κόστους και οφέλους:
Εάν ένας εργαζόμενος επιλέξει να μην επαναστατήσει, διατηρεί με ασφάλεια τον μισθό που κέρδισε στην αγορά εργασίας.
Εάν αποφασίσει να συμμετάσχει στην εξέγερση και αυτή αποτύχει, χάνει το εισόδημά του και υφίσταται επιπρόσθετες άμεσες κυρώσεις, καταλήγοντας σε καθαρή ζημία.
Εάν η εξέγερση ανατρέψει το καθεστώς, το σύνολο των μηχανών και των περιουσιακών στοιχείων του κεφαλαίου δημεύεται υπέρ της εργατικής τάξης. Στην περίπτωση αυτή, ο εξεγερμένος απολαμβάνει ένα σημαντικό υλικό και ηθικό όφελος, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τον απλό μισθό.
Βασική παραδοχή των ερευνητών είναι ότι τα προσδοκώμενα κέρδη μιας νικηφόρας επανάστασης είναι ευθέως ανάλογα με τα συνολικά κέρδη του κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, αποτυπώνοντας το οικονομικό δέλεαρ της απαλλοτρίωσης του συσσωρευμένου πλούτου.
Η πραγματική αντοχή του καθεστώτος δεν είναι γνωστή εκ των προτέρων στους εργαζομένους. Κάθε πολίτης λαμβάνει μόνο ατελείς, ιδιωτικές ενδείξεις και πληροφορίες για το πόσο ευάλωτη είναι η κρατική εξουσία. Εξετάζοντας τις λογικές στρατηγικές συμπεριφοράς —όπου ένας εργαζόμενος εξεγείρεται μόνον όταν οι πληροφορίες του δείχνουν ότι η κυβέρνηση είναι εξαιρετικά αδύναμη— οι συγγραφείς αποδεικνύουν μαθηματικά ότι υπάρχει μία και μοναδική ισορροπία.
Το κεντρικό συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης είναι αποκαλυπτικό: η πιθανότητα επιβίωσης του καθεστώτος καθορίζεται από τη σχέση ανάμεσα στο εισόδημα της εργασίας και στα κέρδη των κατόχων του κεφαλαίου. Όσο μεγαλύτερο είναι το εισόδημα που εξασφαλίζουν οι εργαζόμενοι μέσω του μισθού τους, τόσο μεγαλύτερο είναι το κόστος ευκαιρίας μιας σύγκρουσης και τόσο πιο ασφαλής παραμένει η κυρίαρχη τάξη. Αντίθετα, όταν η ανισότητα εκτινάσσεται, όταν οι μισθοί υποχωρούν και τα κέρδη του κεφαλαίου διογκώνονται, το κίνητρο για ανατροπή του συστήματος γίνεται συντριπτικό. Με απλά λόγια, η αυτοματοποίηση, συμπιέζοντας το μερίδιο της εργασίας, αυξάνει άμεσα τις πιθανότητες μιας επιτυχημένης λαϊκής επανάστασης.
Η αποτυχία της ελεύθερης αγοράς: Το παράδοξο της αποκεντρωμένης υπεραυτοματοποίησης
Σε μια αποκεντρωμένη, ανταγωνιστική οικονομία, οι επιμέρους επιχειρήσεις λαμβάνουν τις αποφάσεις τους με μοναδικό κριτήριο την ελαχιστοποίηση του κόστους και τη μεγιστοποίηση του άμεσου κέρδους. Όντας μικρές μονάδες μέσα σε μια τεράστια αγορά, θεωρούν τις τιμές των μισθών και του κεφαλαίου ως δεδομένες και αδιαφορούν πλήρως για τις ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες των επιλογών τους.
Σε αυτή την κατάσταση ισορροπίας, οι επιχειρήσεις αυτοματοποιούν κάθε εργασία όπου η χρήση μηχανών αποδεικνύεται φθηνότερη από την ανθρώπινη εργασία, σταματώντας ακριβώς στο σημείο όπου το κόστος των δύο συντελεστών εξισώνεται. Όπως αποδεικνύουν οι Acemoglu, Gitmez και Shadmehr, το επίπεδο αυτοματοποίησης που προκύπτει αυθόρμητα από τον ελεύθερο ανταγωνισμό συμπίπτει απόλυτα με το επίπεδο που μεγιστοποιεί το συνολικό παραγόμενο προϊόν της οικονομίας. Με άλλα λόγια, η αγορά επιτυγχάνει την παραγωγική αποτελεσματικότητα, διαμορφώνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομική πίτα.
Ωστόσο, η σύγκριση αυτού του σημείου με τις πραγματικές επιθυμίες των δύο κοινωνικών τάξεων αποκαλύπτει μια αγεφύρωτη δομική σύγκρουση:
Οι εργαζόμενοι προτιμούν σαφώς ένα πολύ χαμηλότερο επίπεδο αυτοματοποίησης από εκείνο της αγοράς, καθώς κάθε επιπλέον υποκατάσταση εργασίας από μηχανές συρρικνώνει το δικό τους εισόδημα.
Αντίθετα, οι καπιταλιστές, εάν δεν υπήρχε ο παραμικρός φόβος κοινωνικής εξέγερσης, θα επιθυμούσαν ένα επίπεδο αυτοματοποίησης σημαντικά υψηλότερο ακόμη και από εκείνο που μεγιστοποιεί τη συνολική παραγωγή. Παρότι η υπερβολική υποκατάσταση μειώνει το συνολικό μέγεθος του εθνικού προϊόντος, αναδιανέμει τόσο επιθετικά τον πλούτο υπέρ του κεφαλαίου, ώστε τα καθαρά κέρδη των επιχειρηματιών αυξάνονται.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η θεμελιώδης αποτυχία του μηχανισμού της αγοράς. Οι μεμονωμένες επιχειρήσεις, επιλέγοντας το επίπεδο αυτοματοποίησης που μεγιστοποιεί το δικό τους προϊόν, προκαλούν μια σοβαρή αρνητική επίπτωση για ολόκληρη την τάξη των κατόχων του κεφαλαίου. Αγνοούν ότι η υποκατάσταση των εργαζομένων συμπιέζει τους μισθούς, διευρύνει την ανισότητα και αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο μιας επανάστασης, η οποία θα καταλήξει στην πλήρη δήμευση των περιουσιών τους.
Υπό την απειλή του αφανισμού τους από τη λαϊκή οργή, οι μεμονωμένοι επιχειρηματίες αποδεικνύονται ανίκανοι να συντονιστούν για να προστατεύσουν τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή τους. Η αγορά παράγει περισσότερη αυτοματοποίηση από όση μπορεί να αντέξει η κοινωνική ειρήνη.
Αναδύεται έτσι η ανάγκη μιας κεντρικής πολιτικής εξουσίας —ενός «καπιταλιστικού κράτους»— το οποίο θα αναλάβει να επιβάλει ρυθμίσεις στην τεχνολογία για λογαριασμό της άρχουσας τάξης. Το κράτος αυτό καλείται να διαχειριστεί την κοινωνική πίεση, επιλέγοντας ανάμεσα σε δύο ριζικά διαφορετικές στρατηγικές: είτε να κατευνάσει τους εργαζομένους μέσω της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών, είτε να θωρακίσει τα κέρδη του κεφαλαίου καταφεύγοντας στη συστηματική καταστολή.
Η συγκρότηση του «Καπιταλιστικού Κράτους» και τα στενά όρια της τεχνολογικής ρύθμισης
Η αδυναμία των επιμέρους επιχειρήσεων να συνεκτιμήσουν τον πολιτικό κίνδυνο των αποφάσεών τους δημιουργεί ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα συλλογικής δράσης για την άρχουσα τάξη. Εάν κάθε εργοστασιάρχης ή τεχνολογικός όμιλος αντικαθιστά εργαζομένους με αλγορίθμους με μοναδικό κριτήριο τη συμπίεση του δικού του κόστους, το συνολικό αποτέλεσμα είναι η επικίνδυνη φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων και η επιτάχυνση της κοινωνικής έκρηξης. Μπροστά σε αυτή την απειλή, το σύστημα γεννά την ανάγκη μιας συγκεντρωτικής πολιτικής αρχής —ενός «καπιταλιστικού κράτους»— η οποία παρεμβαίνει στην οικονομία όχι ως ουδέτερος διαιτητής, αλλά ως συλλογικός εκπρόσωπος των συμφερόντων του κεφαλαίου, επιφορτισμένος με την αποτροπή της επανάστασης και τη διασφάλιση των μακροπρόθεσμων κερδών.
Στο αναλυτικό υπόδειγμα των ερευνητών, το κράτος αυτό διαθέτει στη φαρέτρα του τρία διακριτά εργαλεία: τον απευθείας διοικητικό έλεγχο του ρυθμού της αυτοματοποίησης, τη φορολογική αναδιανομή μέσω κοινωνικών παροχών, και την κρατική καταστολή.
Το πρώτο ερώτημα που εξετάζουν οι Acemoglu, Gitmez και Shadmehr είναι τι θα συνέβαινε εάν η κρατική εξουσία δεν διέθετε ούτε μηχανισμούς κοινωνικής πρόνοιας ούτε σώματα ασφαλείας, και μπορούσε να παρέμβει αποκλειστικά και μόνο ρυθμίζοντας το ποσοστό των εργασιών που επιτρέπεται να εκτελεστούν από μηχανές. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης είναι παράδοξο: υπό αυτές τις συνθήκες, το καπιταλιστικό κράτος αναγκάζεται να επιβάλει ένα επίπεδο αυτοματοποίησης πολύ χαμηλότερο όχι μόνο από τις επιθυμίες των επιχειρηματιών, αλλά ακόμη και από το επίπεδο που θα παρήγαγε η ελεύθερη αγορά ή από εκείνο που θα μεγιστοποιούσε το συνολικό εθνικό εισόδημα.
Ο λόγος αυτής της φαινομενικά αντιφατικής συμπεριφοράς είναι βαθιά οικονομικός. Κάθε φορά που το κράτος επιτρέπει την αυτοματοποίηση μιας επιπλέον εργασίας, τα κέρδη του κεφαλαίου αυξάνονται, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνουν δύο πράγματα που πολλαπλασιάζουν την πιθανότητα εξέγερσης:
Πρώτον, η πτώση των μισθών μειώνει το κόστος ευκαιρίας των εργαζομένων, καθώς οι άνθρωποι που δεν έχουν πλέον τίποτα να χάσουν είναι πολύ πιο πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν τη συμμετοχή σε μια επανάσταση.
Δεύτερον, η διόγκωση του πλούτου των κατόχων του κεφαλαίου αυξάνει το προσδοκώμενο έπαθλο της εξέγερσης, αφού σε περίπτωση νίκης των εξεγερμένων, η αξία των περιουσιακών στοιχείων που θα δημευθούν και θα μοιραστούν στην κοινωνία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη.
Αυτές οι δύο δυνάμεις εξουδετερώνουν πλήρως το πλεονέκτημα των υψηλότερων κερδών. Για να επιβιώσει το καθεστώς από την οργή των μαζών, η κρατική εξουσία υποχρεώνεται να δράσει ως απρόσμενος προστάτης των αμοιβών της εργασίας, παγώνοντας την τεχνολογική πρόοδο κάτω από τις δυνατότητες της οικονομίας.
Η ιστορική εμπειρία βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων, όπου η εξουσία επέλεξε τη συνειδητή τεχνολογική καθυστέρηση για να αποτρέψει την κοινωνική ανάφλεξη. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Βεσπασιανός αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει έναν μηχανικό εφευρέτη που υποσχέθηκε να μεταφέρει βαριές κολόνες στο Καπιτώλιο με ελάχιστο κόστος, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Πρέπει να μου επιτρέψετε να θρέψω τον φτωχό λαό μου». Με παρόμοιο τρόπο, η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας απέρριψε το προνόμιο ευρεσιτεχνίας για την πλεκτική μηχανή του William Lee, εκφράζοντας τον φόβο ότι η εφεύρεση θα οδηγούσε τους υφαντές στην απόλυτη καταστροφή και στην ανεργία.
Ωστόσο, αυτή η λύση παραμένει βαθιά μη ικανοποιητική για την άρχουσα τάξη, καθώς καθηλώνει τα κέρδη της. Για να απελευθερώσει τις παραγωγικές δυνατότητες των μηχανών, το καπιταλιστικό κράτος οφείλει να αναζητήσει δραστικότερα μέσα διαχείρισης του κοινωνικού κινδύνου.
Το δίλημμα της αναδιανομής: Η παγίδα του κοινωνικού κράτους και του βασικού εισοδήματος
Η πρώτη στρατηγική διαφυγής από τον τεχνολογικό στραγγαλισμό είναι η οικοδόμηση ενός μηχανισμού αναδιανομής. Αντί να απαγορεύσει την είσοδο των μηχανών στα εργοστάσια και στα γραφεία, το καπιταλιστικό κράτος επιτρέπει την αυτοματοποίηση, επιβάλλει φόρο επί του παραγόμενου προϊόντος και επιστρέφει ένα μέρος των εσόδων στους εργαζομένους με τη μορφή δημόσιων αγαθών, κοινωνικών υπηρεσιών ή απευθείας επιδομάτων.
Ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ως ένα ισχυρό οικονομικό ηρεμιστικό απέναντι στην επαναστατική διάθεση. Το κρίσιμο στοιχείο έγκειται στο ότι η πρόσβαση των πολιτών σε αυτά τα δημόσια αγαθά εξαρτάται άμεσα από τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης: ένας πολίτης απολαμβάνει το επίδομα ή τις δημόσιες υπηρεσίες μόνον εφόσον παραμένει νομοταγής. Εάν επιλέξει να συμμετάσχει σε μια εξέγερση και αυτή ηττηθεί, χάνει αυτόματα κάθε πρόσβαση στις κρατικές παροχές. Έτσι, το κοινωνικό κράτος αυξάνει τεχνητά το κόστος ευκαιρίας της στάσης, λειτουργώντας ως δίχτυ ασφαλείας όχι μόνο για τους ευάλωτους, αλλά πρωτίστως για τα περιουσιακά στοιχεία των πλουσίων.
Η ύπαρξη της αναδιανομής επιτρέπει στο καπιταλιστικό κράτος να προωθήσει την αυτοματοποίηση σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το καθεστώς της απλής ρύθμισης, χωρίς να πυροδοτεί άμεση επανάσταση. Ωστόσο, η μελέτη αποκαλύπτει ότι η στρατηγική αυτή κρύβει μια επικίνδυνη οικονομική παγίδα.
Καθώς η τεχνολογική πρόοδος βαθαίνει και οι αλγόριθμοι αναλαμβάνουν ολοένα και περισσότερους τομείς, το πρωτογενές μερίδιο που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι μέσω του μισθού τους συρρικνώνεται δραματικά. Για να αντισταθμιστεί αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο εισοδηματικό χάσμα και να διατηρηθεί η κοινωνική πειθαρχία, το κράτος υποχρεούται να αυξάνει αδιάκοπα τον φορολογικό συντελεστή.
Όπως αποδεικνύουν οι Acemoglu, Gitmez και Shadmehr, καθώς το κεφάλαιο συσσωρεύεται και η οικονομία πλησιάζει την πλήρη αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας, ο αναγκαίος φορολογικός συντελεστής για την αποτροπή των αναταραχών εκτινάσσεται σταθερά προς το ήμισυ του συνολικού εθνικού εισοδήματος. Για τους κατόχους του πλούτου, η εξαγορά της κοινωνικής ειρήνης μετατρέπεται σε μια δαπάνη χωρίς τέλος.
Η αναδιανομή αποδεικνύεται ένα εργαλείο με μεταβλητό, κλιμακούμενο κόστος: όσο περισσότερο αυτοματοποιείς την παραγωγή, τόσο βαθύτερα πρέπει να βάλεις το χέρι στην τσέπη για να συντηρήσεις έναν απολυμένο, αδρανή πληθυσμό. Αυτό ακριβώς το αυξανόμενο βάρος καθιστά το κοινωνικό συμβόλαιο ολοένα και πιο ασύμφορο για την άρχουσα τάξη, στρέφοντας το βλέμμα της προς τη δεύτερη, πολύ πιο σκοτεινή εναλλακτική.
Η οδός του αυταρχισμού: Το σταθερό κόστος της κρατικής βίας
Απέναντι στον διαρκώς διογκούμενο λογαριασμό της κοινωνικής πρόνοιας, η κρατική καταστολή προβάλλει ως μια εξαιρετικά ελκυστική οικονομική επιλογή. Στη λογική του καπιταλιστικού κράτους, η επιβολή της τάξης μέσω της βίας δεν στοχεύει στον κατευνασμό των παραπόνων της εργατικής τάξης, αλλά στην άμεση συντριβή της ικανότητάς της να συντονιστεί και να αμφισβητήσει την εξουσία.
Μέσω της ανάπτυξης αστυνομικών δυνάμεων, στρατιωτικών μονάδων εσωτερικής ασφάλειας, δικτύων παρακολούθησης και προηγμένων συστημάτων ψηφιακής επιτήρησης, η καταστολή μειώνει δραστικά την πιθανότητα επιτυχίας οποιασδήποτε λαϊκής εξέγερσης, καθηλώνοντάς την σε ένα σταθερά χαμηλό επίπεδο. Η κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην καταστολή και την αναδιανομή εντοπίζεται στη δομή του κόστους τους:
Ενώ η αναδιανομή απαιτεί διαρκώς αυξανόμενες μεταβιβάσεις πόρων όσο εντείνεται η αυτοματοποίηση, η καταστολή συνεπάγεται ένα ουσιαστικά πάγιο κόστος, το οποίο απορροφά ένα σταθερό ποσοστό του εθνικού προϊόντος.
Μόλις συγκροτηθεί ο μηχανισμός επιτήρησης και ασφάλειας, η λειτουργία του δεν καθίσταται ακριβότερη επειδή μια επιπλέον βιομηχανία αποφάσισε να αντικαταστήσει τους εργάτες της με ρομπότ.
Αυτή η δομική διαφορά επιφέρει μια θεαματική απελευθέρωση της τεχνολογικής ισχύος. Όταν το κράτος επιλέγει την καταστολή, οι κάτοχοι του πλούτου δεν δεσμεύονται πλέον από τον φόβο της λαϊκής οργής κατά τον καθορισμό των τεχνολογικών τους επιλογών. Απαλλαγμένο από την ανάγκη να διατηρήσει τους μισθούς σε αξιοπρεπή επίπεδα ή να χρηματοδοτήσει κοινωνικά επιδόματα, το κατασταλτικό κράτος επιβάλλει έναν ρυθμό αυτοματοποίησης που ξεπερνά όχι μόνο την ισορροπία της αγοράς, αλλά ακόμη και το επίπεδο που θα επέλεγαν οι ίδιοι οι καπιταλιστές υπό καθεστώς απόλυτης κοινωνικής ειρήνης.
Ο μηχανισμός πίσω από αυτό το φαινόμενο είναι εντυπωσιακός: επειδή το κόστος των σωμάτων ασφαλείας λειτουργεί σαν ένας πάγιος φόρος επί της συνολικής παραγωγής, οι καπιταλιστές έχουν κάθε συμφέρον να μεγιστοποιήσουν το δικό τους μερίδιο επί του εθνικού εισοδήματος. Όσο περισσότερες εργασίες εκχωρούνται στις μηχανές, τόσο μεγαλύτερο ποσοστό του προϊόντος καταλήγει στα χέρια του κεφαλαίου, μειώνοντας αναλογικά το βάρος της συντήρησης του κατασταλτικού μηχανισμού.
Έτσι, η κρατική βία δεν προστατεύει απλώς τις υπάρχουσες μηχανές· λειτουργεί ως ισχυρότατο οικονομικό κίνητρο για την επιθετική εκκαθάριση της παραγωγής από την ανθρώπινη παρουσία, μετατρέποντας την κοινωνία σε ένα απέραντο, αυτοματοποιημένο εργοτάξιο υπό μόνιμη αστυνομική φρούρηση.
Ο πυρήνας της ανακάλυψης: Η στρατηγική συμπληρωματικότητα αυτοματοποίησης και καταστολής
Η σύγκριση ανάμεσα στους δύο δρόμους —την εξαγορά της κοινωνικής ειρήνης μέσω παροχών έναντι της επιβολής της μέσω της βίας— οδηγεί στο πιο σημαντικό και ρηξικέλευθο συμπέρασμα της μελέτης των Acemoglu, Gitmez και Shadmehr: την απόδειξη μιας θεμελιώδους στρατηγικής συμπληρωματικότητας ανάμεσα στην τεχνολογική αυτοματοποίηση και την κρατική καταστολή.
Στη γλώσσα της οικονομικής θεωρίας, δύο μεγέθη είναι συμπληρωματικά όταν η αύξηση του ενός καθιστά την αύξηση του άλλου πιο ελκυστική και αποδοτική. Στην προκειμένη περίπτωση, η σχέση αυτή λειτουργεί ως εξής:
Όσο προχωρά η αυτοματοποίηση, το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα κατακρημνίζεται και οι ανισότητες διογκώνονται.
Η διεύρυνση της ανισότητας αυξάνει εκθετικά την πίεση για εξέγερση, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη μέτρων από το κράτος.
Επειδή η αντιμετώπιση αυτής της πίεσης μέσω της αναδιανομής γίνεται ολοένα και πιο δαπανηρή, η αυξανόμενη αυτοματοποίηση γέρνει σταθερά την πλάστιγγα υπέρ της καταστολής, η οποία διατηρεί σταθερό κόστος.
Ταυτόχρονα, η επιλογή της καταστολής επιτρέπει στο κράτος να προχωρήσει σε ακόμη βαθύτερη αυτοματοποίηση χωρίς να ανησυχεί για τις κοινωνικές συνέπειες.
Οι ερευνητές αποδεικνύουν ότι αυτή η σχέση διέπεται από την αυστηρή ιδιότητα της «μονοτονικής τομής» σε σχέση με το μέγεθος του συσσωρευμένου κεφαλαίου μιας οικονομίας. Εάν για ένα συγκεκριμένο επίπεδο πλούτου το καπιταλιστικό κράτος κρίνει ότι η καταστολή είναι προτιμότερη από την αναδιανομή, τότε η καταστολή θα είναι αυστηρά προτιμότερη για οποιοδήποτε υψηλότερο επίπεδο πλούτου.
Το συσσωρευμένο κεφάλαιο είναι συμπληρωματικό προς την αυτοματοποίηση —όσο περισσότερα κεφάλαια διαθέτει μια κοινωνία, τόσο περισσότερο κερδοφόρο είναι να επενδύσει σε μηχανές. Και επειδή η αυτοματοποίηση είναι συμπληρωματική προς την καταστολή, προκύπτει νομοτελειακά ότι ο συσσωρευμένος πλούτος είναι άμεσα συμπληρωματικός προς τον αυταρχισμό.
Όπως διατυπώνεται στην κεντρική πρόταση της μελέτης, η επιλογή της κρατικής βίας καθίσταται αναπόφευκτη εφόσον η διάθεση της κοινωνίας για εξέγερση δεν είναι υπερβολικά αδύναμη. Εάν η απειλή ανατροπής είναι ασήμαντη και η οικονομία βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο με ελάχιστο κεφάλαιο, η άρχουσα τάξη μπορεί να αρκεστεί σε φθηνά προγράμματα κοινωνικής βοήθειας.
Όταν όμως η επαναστατική απειλή είναι υπαρκτή και το απόθεμα του κεφαλαίου διογκώνεται, το κατώφλι ανοχής των ελίτ απέναντι στη δημοκρατική συνύπαρξη καταρρέει. Σε έναν κόσμο ραγδαίας τεχνολογικής προόδου, η υπόσχεση των τεχνοκρατών ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα χρηματοδοτήσει μια νέα εποχή καθολικής ευημερίας αποδεικνύεται μια επικίνδυνη οφθαλμαπάτη: τα ίδια τα οικονομικά κίνητρα ωθούν το σύστημα να αντικαταστήσει τα επιδόματα με σιδερένια πυγμή.
Το μακροχρόνιο δυναμικό τέλος: Γιατί η συσσώρευση πλούτου οδηγεί στα «όπλα»
Όταν το θεωρητικό υπόδειγμα των Acemoglu, Gitmez και Shadmehr μεταφέρεται σε έναν μακροπρόθεσμο δυναμικό ορίζοντα, όπου οι γενιές των καπιταλιστών διαδέχονται η μία την άλλη και κληροδοτούν τον πλούτο τους, η ανάλυση αποκαλύπτει μια αναπόδραστη ιστορική κατεύθυνση. Καθώς οι οικονομίες αναπτύσσονται και το συνολικό απόθεμα των παραγωγικών υποδομών μεγεθύνεται, η ισορροπία ανάμεσα στο κοινωνικό κράτος και την κρατική βία μεταβάλλεται ριζικά.
Σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, όταν το συσσωρευμένο κεφάλαιο μιας χώρας παραμένει χαμηλό και η τεχνολογική διείσδυση περιορισμένη, η άρχουσα τάξη επιλέγει ορθολογικά την οδό του συμβιβασμού. Σε αυτό το περιβάλλον, η διατήρηση ενός συστήματος κοινωνικών μεταβιβάσεων, δημόσιας παιδείας και επιδομάτων αποδεικνύεται επαρκής για να καθησυχάσει τα λαϊκά στρώματα, κρατώντας την απειλή της εξέγερσης υπό έλεγχο με σχετικά ανεκτό οικονομικό κόστος.
Ωστόσο, αυτή η περίοδος κοινωνικής ειρήνης φέρει μέσα της τον σπόρο της ίδιας της της ανατροπής. Η συνεχής συσσώρευση κεφαλαίου καθιστά την επένδυση σε αυτόνομα συστήματα και ρομποτική ολοένα και πιο κερδοφόρα. Καθώς περισσότερα επαγγέλματα και καθήκοντα εκχωρούνται στις μηχανές, η ανάγκη για αναδιανομή προκειμένου να αποτραπεί η λαϊκή οργή δεν παραμένει σταθερή, αλλά εκτοξεύεται. Κάθε νέο κύμα αυτοματοποίησης απαιτεί βαθύτερη φορολόγηση του κεφαλαίου.
Αργά ή γρήγορα, η οικονομία προσκρούει σε ένα κρίσιμο κατώφλι. Μόλις το συσσωρευμένο κεφάλαιο υπερβεί αυτό το σημείο καμπής, το βάρος της συντήρησης του κοινωνικού κράτους καθίσταται πλέον ασύμφορο για την άρχουσα τάξη σε σύγκριση με την εναλλακτική της επιβολής της τάξης. Σε εκείνη τη χρονική στιγμή, η κοινωνία εγκαταλείπει το μοντέλο της αναδιανομής και μεταβαίνει αιφνιδίως στο κατασταλτικό καθεστώς.
Όπως επισημαίνουν με σαφήνεια οι συγγραφείς, εφόσον η διάθεση της κοινωνίας για εξέγερση δεν είναι παντελώς ανύπαρκτη, η οικονομία συγκλίνει νομοτελειακά στον αυταρχισμό. Οι «τσουγκράνες» της λαϊκής απόγνωσης συναντούν τελικά τα «όπλα» του κράτους. Στο τελικό, μακροχρόνιο στάδιο αυτής της διαδρομής, το σύνολο των παραγωγικών εργασιών καταλήγει πλήρως αυτοματοποιημένο, η ανάγκη για ανθρώπινη εργασία εξαλείφεται και ο πληθυσμός παραμένει πειθαρχημένος όχι επειδή λαμβάνει μερίδιο από τον παραγόμενο πλούτο, αλλά υπό τη διαρκή απειλή των μηχανισμών καταστολής.
Η διάψευση της τεχνολογικής αισιοδοξίας: Οι «νέες εργασίες» δεν αποτρέπουν τον αυταρχισμό
Απέναντι σε αυτό το δυσοίωνο σενάριο, ένα ισχυρό αντίβαρο που προβάλλεται συχνά από τεχνολόγους και οικονομολόγους είναι η ιστορική ικανότητα της οικονομίας να γεννά νέα, εντάσεως εργασίας καθήκοντα. Το επιχείρημα αυτό, το οποίο έχει διατυπωθεί εκτενώς σε προηγούμενες εργασίες των David Autor και Daron Acemoglu, υποστηρίζει ότι η καινοτομία δεν υποκαθιστά απλώς παλιές δουλειές, αλλά δημιουργεί εντελώς νέους ρόλους και εξειδικεύσεις, επαναφέροντας την ανθρώπινη εργασία στο επίκεντρο της παραγωγής και αποκαθιστώντας το μερίδιό της στο εθνικό εισόδημα.
Στη μελέτη τους, οι Acemoglu, Gitmez και Shadmehr ενσωματώνουν ρητά αυτή τη δυνατότητα, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να επενδύουν όχι μόνο στην αντικατάσταση εργαζομένων, αλλά και στην εισαγωγή νέων, περίπλοκων εργασιών. Ωστόσο, η αναλυτική τους διερεύνηση οδηγεί σε μια βαθιά απογοήτευση για τους υποστηρικτές της τεχνολογικής αισιοδοξίας.
Πρώτον, σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς καταγράφεται συστηματική υποεπένδυση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Οι ιδιωτικές εταιρείες, επιβαρυνόμενες από το κόστος συντονισμού των νέων καθηκόντων, αδυνατούν να λάβουν υπόψη ότι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αυξάνει τους μισθούς και μειώνει τον πολιτικό κίνδυνο για ολόκληρη την κοινωνία.
Το πιο εντυπωσιακό και ρηξικέλευθο εύρημα της έρευνας έγκειται στο γεγονός ότι ακόμη και αν το καπιταλιστικό κράτος παρέμβει διορθωτικά, επιβάλλοντας τον απόλυτα βέλτιστο ρυθμό δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, το κρίσιμο όριο πέρα από το οποίο επιλέγεται η καταστολή παραμένει εντελώς αμετάβλητο.
Η αιτία είναι ότι το κράτος επιλέγει αρχικά να «μεγιστοποιήσει την οικονομική πίτα» μέσω νέων εργασιών, αλλά στη συνέχεια επιστρέφει στο ίδιο ακριβώς δίλημμα για τη διανομή της. Καθώς το κεφάλαιο συνεχίζει να συσσωρεύεται, η ανάγκη εξουδετέρωσης της λαϊκής αντίδρασης καθιστά την καταστολή οικονομικά πιο συμφέρουσα από τη διατήρηση εκτεταμένων κοινωνικών δαπανών. Με άλλα λόγια, η επινόηση νέων μορφών εργασίας δεν μπορεί να διασπάσει τη βαθιά, δομική συμπληρωματικότητα ανάμεσα στην αυτοματοποίηση και την κρατική βία.
Το ρήγμα της δημοκρατίας: Πώς η τεχνητή νοημοσύνη οπλίζει το πραξικόπημα των ελίτ
Εάν η κατάληξη στον αυταρχισμό μοιάζει αναπόφευκτη υπό την κηδεμονία ενός κράτους που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ελίτ, τι συμβαίνει στην περίπτωση που η κοινωνία ξεκινά από ένα πλήρως δημοκρατικό πολίτευμα;
Σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος αποτελείται από μισθωτούς εργαζομένους. Λειτουργώντας ορθολογικά, οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν τη δύναμη της ψήφου τους για να μεγιστοποιήσουν το καθαρό τους εισόδημα, επιβάλλοντας τον υψηλότερο δυνατό φορολογικό συντελεστή που επιτρέπει το θεσμικό και συνταγματικό πλαίσιο της χώρας.
Για ένα διάστημα, οι κάτοχοι του πλούτου αναγκάζονται να αποδεχθούν αυτούς τους δημοκρατικούς κανόνες, αντλώντας κέρδη από την αυτοματοποίηση και καταβάλλοντας τους αναλογούντες φόρους. Ωστόσο, η διαρκής συσσώρευση κεφαλαίου μετατρέπει τη δημοκρατική φορολογία σε έναν ολοένα και πιο ανυπόφορο οικονομικό βραχνά.
Όσο μεγαλύτερη γίνεται η παραγωγική ισχύς των μηχανών, τόσο πιο δελεαστική προβάλλει για τους κατόχους του κεφαλαίου η ιδέα της βίαιης ανατροπής του πολιτεύματος. Οι ερευνητές αποδεικνύουν ότι η προοπτική του πραξικοπήματος υπακούει στην ίδια ακριβώς οικονομική λογική:
Υπό δημοκρατικό πολίτευμα, οι καπιταλιστές πληρώνουν ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα των εισοδημάτων τους στο κράτος πρόνοιας.
Εάν συντονιστούν για να καταλύσουν τη δημοκρατία και να επιβάλουν ένα αυταρχικό καθεστώς, απαλλάσσονται οριστικά από τη φορολογία των εργαζομένων, επωμιζόμενοι μόνο το πάγιο κόστος συντήρησης του κατασταλτικού μηχανισμού.
Καθώς το απόθεμα του πλούτου διογκώνεται, το όφελος από τη διαφυγή από το δημοκρατικό φορολογικό σύστημα ξεπερνά κατά πολύ τα έξοδα της κατάληψης της εξουσίας και της στρατιωτικής επιβολής. Οι πλουτοκράτες εγκαταλείπουν κάθε προσήλωση στους θεσμούς και χρηματοδοτούν ανοιχτά αντιδημοκρατικές εκτροπές.
Η δημοκρατία, αντί να αποτελεί ένα αδιαπραγμάτευτο κεκτημένο των σύγχρονων ανεπτυγμένων κοινωνιών, αποδεικνύεται ιστορικά ευάλωτη απέναντι στην υπεραυτοματοποίηση: όταν η τεχνολογική ανισότητα υπερβεί ορισμένα όρια, οι ίδιες οι οικονομικές δυνάμεις οδηγούν τις ελίτ στο να επιβάλουν μια ολιγαρχική δικτατορία προκειμένου να διασώσουν τα κέρδη τους.
Ιστορικά διδάγματα, αλγοριθμική επιτήρηση και το μέλλον της διακυβέρνησης
Η διαπίστωση ότι η τεχνολογική υποκατάσταση οδηγεί στην κρατική βία δεν αποτελεί θεωρητική υπόθεση, αλλά επιβεβαιώνεται από τη νεότερη οικονομική ιστορία.
Όταν οι αλωνιστικές μηχανές άρχισαν να αντικαθιστούν τους Άγγλους αγρεργάτες το 1830, πυροδοτώντας τις εξεγέρσεις των Swing Riots, το βρετανικό κράτος απάντησε με μαζικές φυλακίσεις, απαγχονισμούς και εξορίες (Caprettini and Voth, 2020). Αντίστοιχα, όταν οι εργαζόμενοι στα ορυχεία του Μεξικού ξεσηκώθηκαν μπροστά στον κίνδυνο του εκτοπισμού τους από τη μηχανοποίηση, η κυβέρνηση συνέτριψε τις διαμαρτυρίες με στυγνή στρατιωτική καταστολή (Hart, 1987· Beatty, 2015).
Αντίθετα, στις απεργίες των Αμερικανών ανθρακωρύχων των αρχών του 20ού αιώνα, οι αρχές των ΗΠΑ επέλεξαν τη στρατηγική της αναδιανομής και της κοινωνικής αποζημίωσης για να αποφύγουν την παράλυση της βιομηχανίας (Montgomery, 1979· Fishback, 1992), ενώ η Βραζιλία τη δεκαετία του 1990 υιοθέτησε ένα υβριδικό μοντέλο που συνδύαζε στοχευμένη καταστολή με αναδιανομή γης απέναντι στα κινήματα των ακτημόνων (Falcone and Rosenberg, 2023).
Στη σημερινή εποχή, η σύζευξη της αυτοματοποίησης με την Τεχνητή Νοημοσύνη καθιστά τη στροφή προς τον αυταρχισμό απείρως πιο πιθανή και επικίνδυνη. Η σύγχρονη τεχνολογία δεν περιορίζεται στην κατάργηση θέσεων εργασίας, αλλά ταυτόχρονα μειώνει δραστικά το ίδιο το κόστος της κρατικής βίας.
Μέσω καμερών αναγνώρισης προσώπου, αλγορίθμων πρόβλεψης εγκληματικότητας, αυτοματοποιημένων drones και μαζικής παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιών —αυτό που η διεθνής βιβλιογραφία ορίζει πλέον ως «αλγοριθμική απολυταρχία» (AI-tocracy, Beraja et al., 2023)— η επιβολή της κοινωνικής πειθαρχίας γίνεται πολύ φθηνότερη και πιο αποτελεσματική από ό,τι στο παρελθόν.
Η ρηξικέλευθη συμβολή των Acemoglu, Gitmez και Shadmehr συνίσταται στην αποκάλυψη ότι η πορεία προς ένα αστυνομοκρατούμενο τεχνολογικό μέλλον δεν αποτελεί απλώς μια ηθική παρέκκλιση, αλλά την ορθολογική επιλογή ενός οικονομικού συστήματος που αφήνεται να λειτουργεί χωρίς θεσμικά αναχώματα.
Η αποτροπή αυτής της δυστοπίας απαιτεί κάτι πολύ βαθύτερο από αποσπασματικά επιδόματα τύπου βασικού εισοδήματος: απαιτεί τον ριζικό επαναπροσδιορισμό της κατεύθυνσης της καινοτομίας, τη θέσπιση αυστηρών δημοκρατικών ελέγχων στη χρήση των τεχνολογιών επιτήρησης και την ενεργή διασφάλιση ότι η τεχνολογική πρόοδος θα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των ανθρώπινων ικανοτήτων και όχι ως το απόλυτο εργαλείο της κοινωνικής υποταγής.
Διαβάστε όλη την έρευνα ΕΔΩ



