Ο καθηγητής Τζον Μιρσχάιμερ προειδοποιεί ότι η Ουάσιγκτον χάνει τον πόλεμο με το Ιράν, ενώ η πολιτική του αποκλεισμού απειλεί να βυθίσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση βαθύτερη από εκείνη του 1929.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σήμερα τη θέση σε ισχύ ναυτικού αποκλεισμού στα Στενά του Ορμούζ, απειλώντας ότι θα καταστρέψει κάθε πολεμικό πλοίο που το ιρανικό ναυτικό επιχειρήσει να αναπτύξει για την υπεράσπιση των θαλάσσιων οδών. Η απόφαση αυτή, που τέθηκε σε εφαρμογή στις 10:00 π.μ., αποτελεί την τελευταία κλιμάκωση ενός πολέμου που διαρκεί ήδη έξι εβδομάδες χωρίς κανένα από τα αρχικά στρατηγικά αντικείμενα των ΗΠΑ να έχει επιτευχθεί. Ο Τζον Μιρσχάιμερ, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς διεθνών σχέσεων, αναλύει σε βάθος τις ραγδαίες εξελίξεις και δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας: οι ΗΠΑ βρίσκονται σε στρατηγικό αδιέξοδο και ο αποκλεισμός, αντί να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη, απειλεί να πλήξει θανάσιμα την ίδια την αμερικανική πλευρά.
Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων στο Ισλαμαμπάντ
Η επιβολή του ναυτικού αποκλεισμού δεν ήρθε σε κενό. Λίγες ώρες νωρίτερα, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς επέστρεψε από το Ισλαμαμπάντ, όπου είχε ηγηθεί της υψηλότερης σε επίπεδο αμερικανικής αντιπροσωπείας που στάλθηκε σε διαπραγματεύσεις με το Ιράν από το 1972. Οι συνομιλίες, που διήρκεσαν 21 ώρες, κατέρρευσαν.
Ο Βανς, μιλώντας στα μέσα ενημέρωσης μετά τη λήξη των συνομιλιών, δήλωσε ότι η αμερικανική πλευρά ήταν «αρκετά ευέλικτη» και ότι ο πρόεδρος Τραμπ τους είχε δώσει εντολή να προσέλθουν «καλή τη πίστει». Ωστόσο, πρόσθεσε, δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί πρόοδος. Σύμφωνα με τον Βανς, η αμερικανική πλευρά κατέθεσε μια πρόταση που χαρακτήρισε ως «τελική και καλύτερη προσφορά», αφήνοντας στο Ιράν να αποφασίσει αν θα την αποδεχτεί.
Η ανάλυση του Μιρσχάιμερ, ωστόσο, φωτίζει μια διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με τον ίδιο, επί του πεδίου των διαπραγματεύσεων βρίσκονταν δύο σχέδια: ένα αμερικανικό 15 σημείων, που περιλάμβανε μαξιμαλιστικές απαιτήσεις, και ένα ιρανικό 10 σημείων. Πριν από τις διαπραγματεύσεις, ο πρόεδρος Τραμπ είχε δηλώσει ότι οι συνομιλίες θα βασίζονταν στο ιρανικό σχέδιο των 10 σημείων, χαρακτηρίζοντάς το «υγιή βάση για πρόοδο». Αυτό υποδήλωνε ετοιμότητα για σημαντικές παραχωρήσεις.
Όμως, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που προηγήθηκε, η αμερικανική στάση μετατοπίστηκε. Ο Βανς παρουσίασε τελικά στους Ιρανούς τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του σχεδίου 15 σημείων, ουσιαστικά ζητώντας παράδοση. Η μετατόπιση αυτή, κατά τον Μιρσχάιμερ, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ισραηλινή επιρροή.
Ο ρόλος του Ισραήλ στην κατάρρευση των συνομιλιών
Ένα στοιχείο που ο αντιπρόεδρος Βανς παρέλειψε να αναφέρει δημοσίως είναι ότι, παράλληλα με τις επικοινωνίες του με τον πρόεδρο Τραμπ και την ομάδα εθνικής ασφαλείας, επικοινωνούσε και με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο ίδιος ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιβεβαίωσε δημοσίως ότι ο Βανς τον κάλεσε από το αεροπλάνο κατά την επιστροφή του, ενημερώνοντάς τον αναλυτικά, ενώ πρόσθεσε ότι η ομάδα εθνικής ασφαλείας του Τραμπ τον ενημερώνει σε καθημερινή βάση.
Ο Μιρσχάιμερ επισήμανε επίσης ότι πίσω από τον Βανς κατά τις διαπραγματεύσεις βρίσκονταν ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ, τους οποίους χαρακτήρισε «σιωνιστές με πάθος» που λειτουργούσαν εν μέρει ως παρατηρητές του Βανς. Ο ίδιος ο Βανς, σύμφωνα με τον καθηγητή, αντιλαμβάνεται ότι αν θέλει να είναι βιώσιμος υποψήφιος πρόεδρος το 2028, πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τις προτεραιότητες του ισραηλινού λόμπι. Η ίδια λογική, σημείωσε, ισχύει και για τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Ένα κρίσιμο σημείο αφορά την εκεχειρία. Σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, η συμφωνία κατάπαυσης πυρός που είχε διαμεσολαβήσει το Πακιστάν προέβλεπε ότι το Ισραήλ θα σταματούσε τους βομβαρδισμούς κατά της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Το Ισραήλ αρνήθηκε, και αντίθετα εντατικοποίησε τα πλήγματα σε αστικές περιοχές της Βηρυτού, αυξάνοντας τις απώλειες μεταξύ αμάχων. Η Τεχεράνη, εξοργισμένη από αυτό που θεώρησε αθέτηση της συμφωνίας, αρνήθηκε να ανοίξει τα Στενά, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί, μέχρι να σταματήσουν οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί.
Ένας πόλεμος χωρίς επιτεύξιμους στόχους
Ο Μιρσχάιμερ παρουσίασε αναλυτικά τους τέσσερις βασικούς στρατηγικούς στόχους που είχαν τεθεί πριν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου: αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, εξάλειψη των βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς που απειλούν το Ισραήλ, οριστικός τερματισμός της ιρανικής ικανότητας εμπλουτισμού ουρανίου, και παύση της ιρανικής υποστήριξης προς τους Χούθι, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ.
Κανένας από τους τέσσερις στόχους δεν έχει επιτευχθεί. Η κατάσταση, μάλιστα, έχει χειροτερεύσει: οι Ιρανοί ελέγχουν πλέον τα Στενά του Ορμούζ, κάτι που δεν συνέβαινε πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Ο καθηγητής σημείωσε ότι δεν έχει βρει κανέναν αναλυτή ικανό να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο σενάριο νίκης για τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, ο αμερικανικός οπλοστάσιο εξαντλείται. Τα αποθέματα πυραύλων JASSM, πυραύλων κρουζ Tomahawk και αναχαιτιστικών πυραύλων — τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ισραήλ — μειώνονται δραστικά, χωρίς η παραγωγική ικανότητα να μπορεί να καλύψει τους ρυθμούς κατανάλωσης σε έναν παρατεταμένο πόλεμο.
Ο αποκλεισμός: αυτοτραυματισμός αντί για πίεση
Η επιλογή του ναυτικού αποκλεισμού, σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, δεν αποτελεί κεραυνοβόλο λύση. Πρόκειται για σχέδιο που κυκλοφορεί εδώ και καιρό στους κόλπους της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, αλλά δεν είχε εφαρμοστεί ακριβώς επειδή θεωρείτο αποτυχημένο εκ προοιμίου.
Η λογική είναι απλή: οι ΗΠΑ χρειάζονται το ιρανικό πετρέλαιο στην παγκόσμια αγορά. Για τον ίδιο λόγο, οι κυρώσεις κατά του ιρανικού πετρελαίου είχαν αρθεί, όπως και οι κυρώσεις κατά του ρωσικού πετρελαίου. Αποκόπτοντας το ιρανικό πετρέλαιο, η Ουάσιγκτον «αυτοπυροβολείται στο πόδι», όπως χαρακτηριστικά είπε ο καθηγητής.
Ταυτόχρονα, η προσδοκία ότι ο αποκλεισμός θα αναγκάσει το Ιράν σε υποχώρηση δεν ευσταθεί. Ο Μιρσχάιμερ υπογράμμισε ότι πρόκειται για μια χώρα με ισχυρό εθνικισμό, που αντιμετωπίζει αυτό που θεωρεί υπαρξιακή απειλή. Η ιστορία δείχνει ότι τέτοια κράτη δεν κάμπτονται από οικονομικό πόνο.
Η σκιά των πυρηνικών όπλων
Σε μια από τις πλέον ανησυχητικές εκτιμήσεις του, ο Μιρσχάιμερ αναφέρθηκε στον κίνδυνο χρήσης πυρηνικών όπλων. Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, σημείωσε, αντιμετωπίζει το Ιράν ως τον «Μόμπι Ντικ» του — μια εμμονή. Ο επικεφαλής της ισραηλινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, δήλωσε ότι «δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή σε ολόκληρη την ιστορία μας».
Σε αυτό το πλαίσιο απόγνωσης, ο Μιρσχάιμερ εκτίμησε ότι το Ισραήλ ενδέχεται να εξετάσει τη χρήση πυρηνικών όπλων ως μέσο αντιμετώπισης της ιρανικής απειλής, δεδομένου ότι τα συμβατικά μέσα έχουν αποτύχει. Εξέφρασε τη γνώμη ότι ο αμερικανικός στρατός δεν θα εκτελούσε μια τέτοια εντολή, αλλά το Ισραήλ θα μπορούσε να δράσει μονομερώς. Ανέφερε παράλληλα ότι, σύμφωνα με αναλύσεις τρίτων, ακόμη και πυρηνικά πλήγματα δεν θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις υπόγειες εγκαταστάσεις πυραύλων του Ιράν.
Οι σύμμαχοι αποστασιοποιούνται
Η αντίδραση των δυτικών συμμάχων στον αποκλεισμό υπήρξε ψυχρή. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ ήταν ο πρώτος που αρνήθηκε τη συμμετοχή σε ναυτικές επιχειρήσεις, ηγούμενος ευρωπαϊκής στάσης μη συμμετοχής. Ο πρόεδρος Τραμπ, σε συνέντευξη με τη Μαρία Μπαρτιρόμο, εξέφρασε οργή τόσο προς το ΝΑΤΟ όσο και προς τους Ασιάτες συμμάχους, υπενθυμίζοντας ότι η Ιαπωνία λαμβάνει το 93% του πετρελαίου της μέσω των Στενών και η Νότια Κορέα το 45%, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες και στις δύο χώρες.
Ο Μιρσχάιμερ θεώρησε τη στάση αυτή αυτοκαταστροφική. Η προσθήκη συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων δεν θα άλλαζε την κατάσταση, αφού αν το αμερικανικό ναυτικό — το ισχυρότερο στον κόσμο — δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, μερικά ακόμη πλοία δεν θα κάνουν τη διαφορά. Το πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο: η Ουάσιγκτον καταστρέφει συστηματικά τις σχέσεις της με συμμάχους σε Ευρώπη, Ασία και Μέση Ανατολή, υπονομεύοντας τη δική της ικανότητα προβολής ισχύος παγκοσμίως.
Το ιρανικό εσωτερικό: νίκη των σκληροπυρηνικών
Μια κρίσιμη εξέλιξη αφορά τις εσωτερικές ισορροπίες στην Τεχεράνη. Σύμφωνα με τον Μιρσχάιμερ, πριν από τις διαπραγματεύσεις υπήρχαν δύο στρατόπεδα: οι σκληροπυρηνικοί, που αντιτίθεντο στη μετάβαση στο Ισλαμαμπάντ, και οι μετριοπαθέστεροι, που τελικά επικράτησαν. Μετά την αποτυχία των συνομιλιών, οι σκληροπυρηνικοί ενισχύθηκαν δραματικά. Η πιθανότητα μελλοντικών διαπραγματεύσεων μειώθηκε, και ακόμη κι αν αυτές πραγματοποιηθούν, η ιρανική στάση αναμένεται πολύ πιο ανυποχώρητη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με μαρτυρία μέλους της ιρανικής αντιπροσωπείας — του καθηγητή Μοράντι από το Πανεπιστήμιο Τεχεράνης —, οι πρώτες συνεδρίες στο Ισλαμαμπάντ είχαν θετικό κλίμα. Κάτι άλλαξε μετά τη δεύτερη παύση, όταν ο Βανς επέστρεψε με πολύ πιο σκληρή στάση. Το ερώτημα τι πληροφορίες έλαβε κατά τη διάρκεια των τηλεφωνημάτων του παραμένει ανοιχτό.
Γεωπολιτικές μετατοπίσεις: Ταϊβάν, Ν. Κορέα, πυρηνικός εξοπλισμός
Οι συνέπειες του πολέμου δεν περιορίζονται στη Μέση Ανατολή. Ο Μιρσχάιμερ επεσήμανε ότι η μεταφορά συστημάτων THAAD, Patriot και μονάδων Πεζοναυτών από την Ανατολική Ασία προς τη Μέση Ανατολή αποδυναμώνει τη στρατιωτική θωράκιση απέναντι στην Κίνα.
Η λογική, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι αδυσώπητη: αν οι ΗΠΑ δεν μπορούν να νικήσουν το Ιράν, που διαθέτει κλάσμα της κινεζικής στρατιωτικής ικανότητας, τότε η αξιοπιστία της αμερικανικής εγγύησης ασφαλείας για την Ταϊβάν, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και τις Φιλιππίνες υπονομεύεται. Αυτό δεν αφορά μόνο το ζήτημα αν οι ΗΠΑ θα είναι παρούσες σε μια κρίση, αλλά και αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την αμερικανική στρατηγική κρίση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο καθηγητής εκτίμησε ότι χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία ενδέχεται να αρχίσουν να σκέφτονται σοβαρά την απόκτηση δικής τους πυρηνικής αποτρεπτικής ικανότητας, αμφισβητώντας την αξιοπιστία της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας.
Ευρώπη: η αρχή του τέλους του ΝΑΤΟ;
Στο ευρωπαϊκό πεδίο, ο Μιρσχάιμερ περιέγραψε μια θεμελιώδη μετατόπιση. Οι Ευρωπαίοι, σημείωσε, επιθυμούν τη διατήρηση της ατλαντικής συμμαχίας. Αλλά ο πρόεδρος Τραμπ τρέφει βαθιά εχθρότητα προς τους Ευρωπαίους και το ΝΑΤΟ. Σε 15 μήνες θητείας, έχει ήδη προκαλέσει σημαντική ζημιά στη συμμαχία, και ο καθηγητής εκτιμά ότι η ζημιά θα μεγεθυνθεί δραματικά στα υπόλοιπα δύο χρόνια και εννέα μήνες της προεδρίας του.
Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, εξήγησε, είναι ότι στην Ανατολική Ασία οι ΗΠΑ χρειάζονται πραγματικά τους συμμάχους τους για την ανάσχεση της Κίνας. Στην Ευρώπη, δεν υπάρχει ισοδύναμη απειλή — η Ρωσία, που δυσκολεύεται να κατακτήσει ακόμη και το ανατολικό ένα πέμπτο της Ουκρανίας, δεν αποτελεί σοβιετικού τύπου κίνδυνο. Αυτό δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να φέρεται με περιφρόνηση προς τους Ευρωπαίους, οι οποίοι σταδιακά αρχίζουν να σχεδιάζουν εναλλακτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, χωρίς τις ΗΠΑ.
Οι δύο δυνάμεις που τραβούν τον Τραμπ
Ο Μιρσχάιμερ περιέγραψε τις δύο αντίρροπες δυνάμεις που ασκούν πίεση στον πρόεδρο. Από τη μία πλευρά, το Ισραήλ και το ισραηλινό λόμπι, που δεν αποδέχονται καμία συμφωνία εκτός αν το Ιράν παραδοθεί. Από την άλλη, η διεθνής οικονομία, που βρίσκεται σε τρομακτική κατάσταση.
Ο ίδιος χρησιμοποίησε επανειλημμένα τη μεταφορά του Τιτανικού: οι ΗΠΑ κατευθύνονται προς το παγόβουνο, και ο αποκλεισμός ουσιαστικά αυξάνει την ταχύτητα. Η τιμή της βενζίνης έχει ήδη αυξηθεί πάνω από ένα δολάριο σε σχέση με τις αρχές του πολέμου. Ο πρόεδρος Τραμπ, ερωτηθείς αν η τιμή θα μειωθεί πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, απάντησε ότι «ελπίζει» και ότι «νομίζει ότι αυτό δεν θα διαρκέσει πολύ», χωρίς να στηρίξει την εκτίμηση σε κάποιο συγκεκριμένο θεμέλιο.
Ο Μιρσχάιμερ ήταν ωμός: αν η σύγκρουση παραταθεί, δεν αποκλείεται παγκόσμια οικονομική ύφεση αντίστοιχη ή χειρότερη εκείνης του 1929. Και δεν πρόκειται μόνο για πετρέλαιο — τα λιπάσματα, η γεωργική παραγωγή και η επισιτιστική ασφάλεια βρίσκονται επίσης σε κίνδυνο.
Ο Βρετανός πλοίαρχος Στιβ Τζέρεμι, ειδικός σε θέματα ενέργειας, εκτίμησε ήδη υποβάθμιση 5% στην παγκόσμια οικονομία και προειδοποίησε ότι αν η κρίση διαρκέσει ακόμη δύο μήνες, θα μπορούσε να μετατραπεί σε ύφεση τύπου 1929.
Φωνές υπέρ της κλιμάκωσης
Δεν λείπουν, ωστόσο, και οι φωνές υπέρ της στρατιωτικής κλιμάκωσης, φωνές που φτάνουν στο αυτί του προέδρου. Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, γνωστός σύμμαχος του Τραμπ, δήλωσε δημοσίως ότι «ήρθε η ώρα να ολοκληρώσουμε τη δουλειά όσον αφορά τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν». Ο απόστρατος τετράστερος στρατηγός Τζακ Κιν, μιλώντας στο Fox News, χαρακτήρισε τους Ιρανούς διαπραγματευτές σκληροπυρηνικούς που «περιμένουν να τα παρατήσουμε», εκφράζοντας πεποίθηση ότι ο Τραμπ δεν θα δεχτεί μια κακή συμφωνία.
Ο Μιρσχάιμερ αντέκρουσε και τους δύο. Για τον ισχυρισμό του Γκράχαμ ότι το Ιράν επιδιώκει πυρηνικά όπλα, σημείωσε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία: η Τεχεράνη υπέγραψε τη συμφωνία JCPOA και πριν από τον πόλεμο δεχόταν σημαντικό πλαφόν στον εμπλουτισμό ουρανίου. Για τη φράση «ολοκλέρωση της δουλειάς», ζήτησε κάποιον να εξηγήσει πώς ακριβώς αυτό θα επιτευχθεί — ρητορική χωρίς στρατηγικό περιεχόμενο.
Ο Τιτανικός και το παγόβουνο
Η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή μιας υπερδύναμης εγκλωβισμένης σε έναν πόλεμο που δεν μπορεί να κερδίσει, με συμμάχους που αποστασιοποιούνται, αντιπάλους που ενισχύονται και μια παγκόσμια οικονομία που βαδίζει προς τα βράχια.
Ο Μιρσχάιμερ θέτει το κρίσιμο ερώτημα: θα έχει ο πρόεδρος Τραμπ τη σύνεση να αλλάξει πορεία πριν ο Τιτανικός χτυπήσει το παγόβουνο; Θα πει στους Ισραηλινούς ότι τα αμερικανικά συμφέροντα — και τα συμφέροντα ολόκληρου του πλανήτη — προηγούνται; Ή θα παραμείνει δέσμιος πολιτικών πιέσεων, οδηγώντας σε μια οικονομική καταστροφή πρωτοφανούς κλίμακας;
Όπως έκλεισε χαρακτηριστικά ο καθηγητής: αν υπήρχε μια στρατηγική νίκης, θα την γνωρίζαμε ήδη. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει είναι η πιο ανησυχητική απάντηση απ’ όλες.



