Του Γιάννη-Ορέστη Παπαδημητρίου
Το πρωί της 14ης Ιουνίου του 1985, η πτήση 847 της TWA έκανε την προγραμματισμένη της στάση από το Κάιρο στην Αθήνα, με τελικό προορισμό το Λος Άντζελες. Με το που απογειώθηκε ξανά όμως, λίγο μετά τις 10 το πρωί, δύο ένοπλοι άνδρες αραβικής καταγωγής πήραν τον έλεγχο του αεροπλάνου, διέταξαν την εκτροπή του προς τη Βηρυτό και ακολούθως το Αλγέρι.
Εκεί έθεσαν ως αιτήματά τους την απελευθέρωση ριζοσπαστών σιιτών κρατουμένων από το Κουβέιτ και το Ισραήλ και ξαναπέταξαν προς τη Βηρυτό, όπου δολοφόνησαν τον αμερικανό ναύτη Ρόμπερτ Στέθεμ και έριξαν το πτώμα του στον διάδρομο απογείωσης.
Ακολούθησαν δεκαεπτά μέρες διεθνών διαπραγματεύσεων και μετακινήσεων του σκάφους, στο τέλος των οποίων οι αεροπειρατές θα κέρδιζαν σε αυτά που ζητούσαν, σε μία ταπεινωτική στιγμή για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Δεκαεπτά ημέρες όμως είναι ένα μάλλον μεγάλο διάστημα σε πολιτικό χρόνο, το οποίο οδήγησε σε ένα blame game, ιδίως από πλευράς των ΗΠΑ, που κάποια στιγμή στράφηκε ενάντια στην κυβέρνηση της Ελλάδας.
Ήταν ο ίδιος ο τότε αμερικανός Πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν, που ανακοίνωσε από τηλεοράσεως ότι θα απαγορεύσει τις πτήσεις της Ολυμπιακής από Αθήνα προς Νέα Υόρκη.
«Τα μέτρα θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρις ότου η ελληνική κυβέρνηση καταδείξει επιθυμία να συμμορφωθεί με τους όρους της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας πολιτικής αεροπορίας και τις συνθήκες του Τόκιο, του Μόντρεαλ και της Χάγης αναφορικά με τη δίκη και την τιμωρία των αεροπειρατών», συμπλήρωνε αυστηρά ο Ρίγκαν. Η ζημιά για την Ελλάδα υπολογίστηκε αργότερα από τον ΕΟΤ στα 400 εκ. δολάρια.

Τα Νέα, 20/6/1985
Σύμφωνα με Τα Νέα της εποχής (20/6/85), μέλος του Κογκρέσου πήγε ένα βήμα παρακάτω, ζητώντας να βομβαρδιστεί(!) το αεροδρόμιο Αθηνών σε αντίποινα για την αεροπειρατεία, ενώ σε άρθρα και τηλεοπτικές εμφανίσεις, διάφοροι -μεταξύ των οποίων κι ένας πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ- έκαναν λόγο για τις σχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους αεροπειρατές, τους Παλαιστίνιους και τον ηγέτη της Λιβύης, Μουαμάρ Καντάφι.
Το περίεργο είναι, ωστόσο, ότι επικεφαλής της ελληνικής κυβέρνησης ήταν ένας δυτικοσπουδαγμένος μεγαλοαστός, πρώην διάσημος ακαδημαϊκός στα αμερικανικά πανεπιστήμια και προσωπικός γνώριμος πολλών επιφανών προσωπικοτήτων και insiders στην Ουάσινγκτον.
Από την άλλη, αν εξαιρέσουμε την υποτιθέμενη σχέση του Ανδρέα Παπανδρέου με τους αεροπειρατές, ως προς τους Παλαιστίνιους και τον Καντάφι είχαν -μερικώς έστω- δίκιο.
Ένας κόσμος σε αναταραχή
Δεν είναι σαφές σε ποια ακριβώς στιγμή της σταδιοδρομίας του ο Ανδρέας Παπανδρέου άρχισε να συνδέεται με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, ούτε αν η πολιτική του στόχευση σε αυτά παρέμεινε σταθερή και αμετάβλητη μέχρι κάποιου σημείου.
Το σίγουρο είναι όμως ότι μπαίνοντας στον ελληνικό αντιδικτατορικό αγώνα με τη δημιουργία του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος το 1968 από την εξορία του στη Σουηδία, είχε ήδη προσανατολιστεί σε έναν διεθνισμό που οπωσδήποτε θα περιελάμβανε και τους αντιαποικιακούς/εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες στη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική και αλλού.
Μέλη του ΠΑΚ αφηγούνταν για δεκαετίες μετά -χωρίς όμως να καταγραφούν όπως τους αρμόζει- τις εμπειρίες που αποκόμισαν από τα απελευθερωτικά κινήματα των ιθαγενών της Δυτικής Σαχάρας, την ταραχώδη οικοδόμηση της ελεύθερης Αλγερίας και τα διάφορα στρατόπεδα εκπαίδευσης της PLO.
Σε τηλεοπτική εκπομπή του 1995 αφιερωμένη στο ΠΑΚ, είναι ο Άκης Τσοχατζόπουλος αυτός που διατυπώνει καλύτερα πιθανώς από κάθε άλλον τη βασική ιδέα που διέκρινε το ΠΑΚ από τις υπόλοιπες αντιδικτατορικές οργανώσεις.

«Το θέμα δεν ήταν απλά πώς θα πέσει η δικτατορία, διότι η δικτατορία ήταν συνέπεια ενός ολόκληρου συσχετισμού δυνάμεων και ενός συστήματος το οποίο επιδίωκε να καθιερώσει τον έλεγχό του στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου», έλεγε ο τότε υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. «Το ΠΑΚ παρουσίασε μία εθνική στρατηγική η οποία πέραν της πτώσης της Χούντας παρενέβαινε στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων».
Η προέλευση αυτής της στρατηγικής έχει πολλαπλές ρίζες και μάλιστα διαφορετικές για τα μέλη του ΠΑΚ από αυτές που είχε ο ιδρυτής του. Ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται να άντλησε τα πρώτα τέτοια ερεθίσματα από τα χρόνια του στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια στα ταραχώδη χρόνια του μεγάλου κινηματικού αναβρασμού που αρχίζει να σημειώνεται στις ΗΠΑ από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50, προεικονίζοντας το μεγάλο ξέσπασμα της επόμενης δεκαετίας.
Από το 1956, η άνοδος του Νάσερ στην Αίγυπτο έχει αρχίσει να προκαλεί ένα ντόμινο διεθνών εξελίξεων, εμπνέοντας απελευθερωτικά κινήματα από την Αλγερία ως την Παλαιστίνη και πέρα.
Ταυτόχρονα, οι σταδιακές ρωγμές που προκύπτουν στο εσωτερικό του ανατολικού μπλοκ εκείνη την περίοδο, από την Ουγγαρία του 1956 μέχρι την Άνοιξη της Πράγας το 1968, δημιουργούν επιφυλάξεις σε πολλές περιφερειακές δυνάμεις για την ευθυγράμμισή τους με τη Μόσχα.
Σε αυτή την ανάγκη ενός τρίτου πόλου του Ψυχρού Πολέμου απαντούσαν οι διεργασίες που θα οδηγούσαν στην επίσημη συγκρότηση του Κινήματος των Αδεσμεύτων το 1961 με πρωταγωνιστές τον Νάσερ, τον Τίτο, τον Νεχρού, τον Νκρούμαχ, τον Σουκάρνο – ακόμα και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.
Σε επιστημονική του δημοσίευση για την άνοδο του «τριτοκοσμισμού» και της αντιαποικιακής πολιτικής στην Ελλάδα και την Ισπανία, ο ιστορικός Κωστής Κορνέτης παρατηρεί ότι οι βάσεις υπήρχαν στην Ελλάδα για μια τέτοια προσέγγιση. Η κατάληξη του εμφυλίου άφησε μία διάχυτη αίσθηση στον κόσμο ότι η χώρα είχε γίνει αμερικανική αποικία, ενώ σε αυτή την αίσθηση επικάθισε αργότερα και η υπόθεση της Κύπρου.
Όλα ήταν απότοκα του δυτικού ιμπεριαλισμού και μέσα από αυτό το σχήμα μπορούσε -και έπρεπε- να εξηγηθεί και η έλευση της αμερικανοκίνητης Χούντας των Συνταγματαρχών.
Η άνοδος του «τριτοκοσμισμού»
«Αγαπητοί σύντροφοι,
Η παρουσία μας σε αυτή τη Συνδιάσκεψη επιβεβαιώνει την πολιτική θέση του ΠΑΣΟΚ που τη βλέπει ως την αρχή μιας μελλοντικής συνεργασίας ανάμεσα στα κόμματα και τους λαούς μας.
Είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι το κόμμα μας ήταν ένα από τα πρώτα που υποστήριξαν την ιδέα και την πρωτοβουλία που κατέστησε τη σημερινή διάσκεψη εφικτή.»
Με αυτά τα λόγια ξεκινούσε η τοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ στην Πρώτη Μεσογειακή Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη το 1976 στη Βαρκελώνη της Ισπανίας.
Η διακήρυξη είναι αναλυτική και μάχιμη. Οι εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ εξηγούν τη διεθνή διάσταση του αγώνα τους για «Λαϊκή Κυριαρχία – Εθνική Ανεξαρτησία – Κοινωνική Απελευθέρωση». Η θέση του κόμματος είναι ότι οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχουν επιχειρήσει να υποτάξουν πολιτικά και οικονομικά τις χώρες της Νότιας Ευρώπης μαζί με αυτές του Τρίτου Κόσμου.
«Για μας, τους Έλληνες Σοσιαλιστές του ΠΑΣΟΚ, η ιμπεριαλιστική δομή που έχουμε σκιαγραφήσει παραπάνω κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της χώρας μας», έγραφαν. «Είναι μία καταπιεσμένη χώρα, αυστηρά εξαρτημένη από τον αμερικανικό και δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό».

Η αφίσα της σύσκεψης του 1976 στη Βαρκελώνη. (Πηγή: Wikimedia)
Ο Ανδρέας Παπανδρέου υπήρξε καθοριστικός για τη δημιουργία της Μεσογειακής Σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης, σε σημείο που άλλοτε του αποδίδεται εξ ολοκλήρου, άλλοτε εξ ημισείας με τον πρωθυπουργό της Μάλτας, Ντομ Μίντοφ. Οι δυό τους μοιράζονταν κοινούς στόχους: ένα δημοκρατικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα για το εσωτερικό των χωρών τους και μία σύνδεση με τους λαούς της περιφέρειας για τη συγκρότηση ενός αυτόνομου πόλου, έξω από την αμερικανική και τη σοβιετική ηγεμονία.
Η σκέψη τους αυτή συναντήθηκε με τις βλέψεις ενός άλλου πρωταγωνιστή με διαφορετικές αφετηρίες, αλλά κάποια κοινά χαρακτηριστικά με τους Παπανδρέου και Μίντοφ: τον χαρισματικό συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι, που έχει εκθρονίσει τον βασιλιά Ίντρις σε ηλικία μόλις 27 ετών και έχει εκκινήσει μια συστηματική προσπάθεια να πρωτοστατήσει σε έναν νέου τύπου παν-αραβισμό με επίκεντρο τη Λιβύη, βασισμένο στη δική του εκδοχή του αραβικού σοσιαλισμού, την «Τρίτη Παγκόσμια Θεωρία», που στην πράξη μεταφράστηκε στην Τζαμαχιρία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Καντάφι ανοίγεται προς όλες τις γειτονικές χώρες στις ακτές της Μεσογείου που θα προτιμούσαν μία πολιτική των Αδεσμεύτων, όπως η Μάλτα του Μίντοφ.
Το δε ΠΑΣΟΚ αμέσως μετά την ίδρυσή του το 1974, κουβαλώντας την ορμή και τους δεσμούς του ΠΑΚ αναπτύσσει επισήμως τις σχέσεις του με τον αραβικό κόσμο: χαρακτηριστικό είναι ότι οι πρώτες επίσημες επισκέψεις που πραγματοποιεί στο εξωτερικό ως επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι πρώτα στον Χαφέζ Αλ-Άσαντ στη Συρία και ύστερα στον Σαντάμ Χουσεΐν, όπου εκδίδεται μάλιστα και κοινή ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ με το Κόμμα του Μπα’αθ το 1975. Το δε 1977 πραγματοποιεί επίσκεψη στη Λιβύη όπου συναντάται με τον Καντάφι.

Τα Νέα, 28/4/1975
Η σχέση αυτή δεν θα πάει όσο μακριά πίστευαν πολλοί «τριτοκοσμιστές» εκείνη την εποχή. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δείχνει αρχικά εντυπωσιασμένος από τον Καντάφι και τα εγκωμιαστικά σχόλια του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ για τον Λίβυο Συνταγματάρχη, χρησιμοποιούνται εναντίον του στον εγχώριο πολιτικό διάλογο – ότι θέλει κι ο ίδιος να εγκαταστήσει ένα μονοκομματικό καθεστώς θα τον κατηγορήσουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι.
Μία μικρή χαιρεκακία απέναντι σε αυτές τις επικρίσεις διακρίνεται μάλιστα σε ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ το 1979, όταν η κυβέρνηση Καραμανλή κλείνει εμπορικές συμφωνίες με τη Λιβύη του Καντάφι.

Τα Νέα, 28/2/1977
Οι σχέσεις των δύο πλευρών προχωρούν συχνά με εντυπωσιακά πυροτεχνήματα. Με τη νίκη στις εκλογές του 1981, η Λιβύη εξέφρασε μέσω του πρέσβη της -για την ακρίβεια, του επικεφαλής του «Λαϊκού Γραφείου» της στην Αθήνα- την ελπίδα για εμβάθυνση των ελληνολιβυκών σχέσεων. Ζήτησε όμως και μία σειρά πράγματα, μεταξύ των οποίων την πλήρη διακοπή των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ και την εκδίωξη της ισραηλινής διπλωματικής αντιπροσωπείας από την Αθήνα «που την χαρακτήρισε ως ‘φωλιά κατασκόπων’» (Το Βήμα, 14/11/81).
Οι αβρότητες που συνεχίζουν να ανταλλάσσουν δημόσια οι Παπανδρέου και Καντάφι συνεχίζουν και οι ελληνολιβυκές σχέσεις πηγαίνουν για μια σημαντική κλιμάκωση όταν τον Σεπτέμβριο του 1984, ο ηγέτης του ΠΑΣΟΚ, στο τρίτο έτος της πρωθυπουργικής του θητείας επισκέπτεται και πάλι τη Λιβύη, γυρνώντας με πανηγυρικά νέα.

«Συμφωνία “γίγας” υπεγράφη με Λιβύη για έργα υποδομής και εμπορικές συναλλαγές» έγραφε το πρωτοσέλιδο του Βήματος στις 25/9/84, εκτιμώντας το αποτύπωμά της στο ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Η συμφωνία προέβλεπε τριπλασιασμό του εμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες, επενδύσεις, τραπεζική συνεργασία, μεταφορά τεχνολογίας στη Λιβύη και συμμετοχή σε έργα υποδομής.
«Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης όπως η Ελλάδα προβεί σε αγορά πετρελαίου για τα ερχόμενα τρία χρόνια, που θα καλύψει το συναλλαγματικό μέρος των ελληνικών δραστηριοτήτων και εξαγωγών», συμπλήρωνε το δημοσίευμα.
Όπως όμως θα αποκαλύψει ο δημοσιογράφος Γιώργος Λακόπουλος στα Νέα μετά την εκτέλεση του Καντάφι το 2011, ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Λιβύη, δηλώνει στη συνεδρίαση του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ ότι η συμφωνία δεν πρόκειται να υλοποιηθεί.
«Ο λόγος; Ο συνταγµατάρχης θέτει δύο όρους: να εµφανιστεί στη Βουλή των Ελλήνων και να βγάλει λόγο σε µεγάλη λαϊκή συγκέντρωση στην Αθήνα. ‘Τελειώσαµε µε τον Καντάφι’, κατέληξε.» (Τα Νέα, 26/2/2011)
Ο διαμεσολαβητής
Στην πραγματικότητα, περισσότερο από τη συμφωνία, ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται να είχε πιο βαθείς στόχους. Όπως άλλωστε σημειώνει και το πανηγυρικό πρωτοσέλιδο, ο Παπανδρέου αποκαλύπτει ότι μεσολάβησε στον Καντάφι ύστερα από αίτημα της Μάργκαρετ Θάτσερ για την απελευθέρωση έξι Βρετανών που τελούσαν σε κατάσταση ομηρίας στην Τρίπολη, ύστερα από ένα βίαιο διπλωματικό επεισόδιο ανάμεσα στη Βρετανία και τη Λιβύη.
Ακόμα κι αν δεν έφερε αποτελέσματα, ήταν μια επίδειξη του ρόλου που ρητά επεδίωκε ο Ανδρέας Παπανδρέου για την Ελλάδα: μια χώρα που θα αποτελούσε τον ενδιάμεσο ανάμεσα στην Ευρώπη (ή τη Δύση γενικότερα) και τον αραβικό -τουλάχιστον- κόσμο.
Ενδεικτικό είναι ότι το 1986, η Μαργαρίτα Παπανδρέου ανέλαβε παρόμοια διαμεσολάβηση για την απελευθέρωση πέντε Αμερικανών ομήρων στον Λίβανο.
Χαρακτηριστική είναι επίσης η περιβόητη διάσκεψη στην Ελούντα της Κρήτης το 1984, δύο μήνες μετά την επίσκεψή του στην Λιβύη, όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να οργανώσει συνάντηση για διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Καντάφι και τον Φρανσουά Μιτεράν με σκοπό την επίλυση της κλιμακούμενης κρίσης στο Τσαντ – μία τεράστια διπλωματική επιτυχία με διεθνή απήχηση.

Άλλωστε, ακόμα κι αν δεν είναι εύκολο να αξιολογηθεί η επιτυχία της Μεσογειακής Σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης, ένα πράγμα που σίγουρα κατάφερε ήταν να φέρει στον ίδιο χώρο σχεδόν όλους τους Άραβες ηγέτες και να τους καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τον Μιτεράν και τον Κράξι.
Γυρνώντας πίσω όμως στην τοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ στην πρώτη Μεσογειακή Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη της Βαρκελώνης το 1976, υπάρχει κάτι που αποτελεί την πιο συνεκτική, πάγια και ακλόνητη θέση της πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου.
«Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ έλκει την καταγωγή του από τον εθνικοαπελευθιερωτικό αγώνα του λαού μας ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό κατά την επταετία της στρατιωτικής-φασιστικής δικατορίας», έλεγε στην αρχή του το κείμενο. «Ως εκ τούτου, καλωσορίζουμε την παρουσία στη Συνδιάσκεψη και άλλων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και ιδίως την PLO, την εμπροσθοφυλακή που σε δύσκολες συνθήκες, ηγείται των αγώνων του ηρωικού παλαιστινιακού λαού ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον Σιωνισμό».
Η σχέση του Ανδρέα Παπανδρέου με την PLO και τον ηγέτη της, Γιασέρ Αραφάτ, υπήρξε καθοριστική όχι μόνο για τον ίδιο ή για την ελληνική εξωτερική πολιτική, αλλά και για την ίδια την έκβαση του παλαιστινιακού αγώνα.
Η PLO διατηρούσε κάποιες σχέσεις με την Αθήνα ακόμα και πριν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τρέχοντας ένα «Γραφείο Πληροφοριών» που δεν συνιστούσε επίσημη διπλωματική αντιπροσωπεία της Παλαιστινιακής ηγεσίας. Ωστόσο, αμέσως μετά τις εκλογές του 1981, τον Δεκέμβριο, ο Γιασέρ Αραφάτ γίνεται ο πρώτος ξένος ηγέτης που προσκαλείται στην Αθήνα και στο τέλος της τριήμερης επίσκεψης, ανακοινώνεται ότι το «Γραφείο» της PLO αναβαθμίζεται σε διπλωματική αντιπροσωπεία, εφάμιλλη της πρεσβείας ενός κράτους.

Ο Γιασέρ Αραφάτ με τον Ανδρέα Παπανδρέου στην Αθήνα το 1975. (Πηγή: Αρχείο Ιδρύματος Ανδρέα Παπανδρέου)
Λίγους μήνες μετά την αναχώρηση του Αραφάτ από την Αθήνα, οι εκτεταμένες επιχειρήσεις του ισραηλινού στρατού έχουν φτιάξει έναν κλοιό γύρω από τις θέσεις της PLO στον Λίβανο. Ο ΟΗΕ και ο διπλωμάτης Φιλ Χαμπίμπ ανέλαβαν την έναρξη διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατηγόρησε το Ισραήλ ότι φέρεται όπως η ναζιστική Γερμανία στους Εβραίους, προκαλώντας τη μήνη των Ισραηλινών.
Σε συνεννόηση με τον Χαμπίμπ του ΟΗΕ, η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε στα μέσα του Αυγούστου να παραλάβει παιδιά δολοφονημένων ή αγνοούμενων Παλαιστινίων από τον Λίβανο, ενώ αργότερα, ελληνικά είναι τα πλοία που στέλνονται για να μεταφέρουν τον Αραφάτ στην Τυνησία και να μοιράσουν -κατόπιν συμφωνιών- τους μαχητές της PLO στις αραβικές χώρες.
Παράλληλα, έκκληση είχε πραγματοποιήσει προς τον Ανδρέα Παπανδρέου και ο Γιασέρ Αραφάτ, να μεσολαβήσει με τις κυβερνήσεις της υπόλοιπης ΕΟΚ προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή μεταφορά τους εκτός Λιβάνου.
Τελικά στις 30 Αυγούστου, πλοία του ελληνικού ναυτικού κατέφθασαν στον Δυτικό Λίβανο και παρέλαβαν τον Γιασέρ Αραφάτ και τους υπόλοιπους ηγέτες και μαχητές της PLO. Αρχικός προορισμός ήταν η Τυνησία και από εκεί, ο Αραφάτ και οι συνεργάτες του μετέβησαν κατευθείαν στην Αθήνα.
Όταν το πλοίο «Ατλαντίς» έπιασε στη μαρίνα του Φλοίσβου, τους υποδέχθηκαν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κάρολος Παπούλιας (ο πρωταγωνιστής των σχέσεων με τη Μέση Ανατολή) και άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου και κατευθύνθηκαν στο Καβούρι για εκτενή συνάντηση.
Ο εκπρόσωπος της PLO Αχμέτ Σακούρ δήλωσε σε ανταποκριτές της τουρκικής Τσουμχουριέτ ότι με την επιλογή της Ελλάδας ως πρώτης στάσης, ο Αραφάτ «επικρίνει τους άραβες ηγέτες για τη στάση τους κατά την πολιορκία της Βηρυτού. Θέλει να δείξει με τον τρόπο αυτό σε όλους τους Άραβες ηγέτες ότι κανένας από αυτούς δεν είναι άξιος σεβασμού».

Τα Νέα, 1/9/1982
Σε αντίστοιχο τόνο, ο αδερφός του Αραφάτ, Φάχτι, γιατρός και πρόεδρος της Ερυθράς Ημισελήνου που έχει φτάσει στην Αθήνα νωρίτερα με τους τραυματίες και τα ορφανά παιδιά του ισραηλινού σφυροκοπήματος στον Λίβανο, επισκέπτεται τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Εκεί, σύμφωνα με ρεπορτάζ των Νέων (1/9/82), συγκινείται που συναντά ξανά τους Έλληνες γιατρούς οι οποίοι είχαν μεταβεί εθελοντικά τους προηγούμενους μήνες στα νοσοκομεία της Βηρυτού να περιθάλψουν τους τραυματίες, την ώρα μάλιστα που μαινόταν η ισραηλινή επίθεση.
«Όταν οι νύχτες έγιναν πιο σκοτεινές και η πολιορκία στενότερη και όταν γίνονταν οι τρελοί, βάρβαροι και απαράδεκτοι βομβαρδισμοί πάνω στον λαό μας και ακόμα σκούραινε η νύχτα περισσότερο, τότε βρήκαμε φως, πολύ φως που ερχόταν από την Ελλάδα», είπε στους γιατρούς ο Φάχτι Αραφάτ.
«Κάθε φορά που θα μας χτυπάνε σε μία μικρή πατρίδα θα μας ανοίγουν δύο πατρίδες. Τώρα εμείς βγήκαμε από τη Βηρυτό και αυτοί νομίζουν πως μας διώξανε, όπως νομίζανε πως μας διώξανε από τα νοσοκομεία μας. Μέχρι τώρα έχω περάσει από δύο πατρίδες, από την Κύπρο και τώρα από την Ελλάδα.»

Το πρωτοσέλιδο των Νέων εκείνη τη μέρα είναι χτυπητό: «Ο Αραφάτ στην Αθήνα κλαίει για τη χαμένη πατρίδα» λένε τα μικρά γράμματα στην κεφαλή και από κάτω δεσπόζει με κεφαλαία μία έντονη φράση: «Ορκίζεται εκδίκηση».
Το τέλος του οράματος
Λίγο αργότερο τον ίδιο μήνα, όσο η εξόριστη και ηττημένη PLO επουλώνει τις πληγές της, σημειώνεται η φρικιαστική σφαγή στη συνοικία της Σάμπρα στη Βηρυτό και τον παρακείμενο προσφυγικό καταυλισμό της Σατίλα, όπου χριστιανικές μιλίτσιες του Λιβάνου με την υποστήριξη του ισραηλινού στρατού υπό τον μετέπειτα πρωθυπουργό Αριέλ Σαρόν, ορμούν και σκοτώνουν αδιάκριτα 3500 Παλαιστίνιους και Λιβανέζους Σιίτες.
Νωρίτερα, την ώρα που οι δυνάμεις τους σφυροκοπούνταν στον Λίβανο, οι εκπρόσωποι της PLO που συνομιλούσαν με τους δυτικούς, τους κοινοποίησαν την προθυμία του Αραφάτ να συζητήσει το ενδεχόμενο απόσυρσης από την πρακτική του ένοπλου αγώνα, αν η διεθνής κοινότητα δεχθεί να αναγνωρίσει την παλαιστινιακή ηγεσία ως επίσημο πολιτικό φορέα.
Από τη μία, η PLO καταλήγει μακριά από το έδαφος του αγώνα των Παλαιστινίων. Από την άλλη, η «γενοκτονική» -σύμφωνα με τον ΟΗΕ- σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα αφήνει πληγές και οδηγεί στη σταδιακή ενδυνάμωση της σιιτικής Χεζμπολάχ που θα πάρει τα ηνία της σύγκρουσης με τους ισραηλινούς από την πρώτη Ιντιφάντα και εντεύθεν.
Η εξόριστη στην Τυνησία και ουσιαστικά παροπλισμένη ηγεσία της PLO, κοιτάει πλέον τις διπλωματικές οδούς προς δυσμάς με ενεργή στήριξη από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να φέρει το ζήτημα στην ΕΟΚ, οι χώρες της οποίας έχουν αρνηθεί να πάρουν θέση για την ισραηλινή εισβολή και βαρβαρότητα στον Λίβανο.
Χαρακτηριστικό είναι ότι σύμφωνα με μεταγενέστερες μαρτυρίες, την ώρα που ο ξεριζωμένος Αραφάτ φτάνει στην Αθήνα, αναμένεται επίσκεψη και του Φρανσουά Μιτεράν. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιχειρεί να φέρει σε επαφή τους δύο ηγέτες, όμως ο Γάλλος Πρόεδρος θα αρνηθεί.
Ο λόγος φαίνεται να είναι ότι υπό τον Ρόναλντ Ρίγκαν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν μία πιο σκληρή γραμμή πάταξης της τρομοκρατίας και απαιτούν από τις συμμαχικές χώρες την απομόνωση των κρατών και δυνάμεων που θεωρούν ενορχηστρωτές της.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου, αταλάντευτα στρατευμένη υπέρ της συγκρότησης ενός τρίτου πόλου με αυτονομία και διαμεσολαβητικές φιλοδοξίες ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου, θα καλέσει τον Γιασέρ Αραφάτ στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 1984, αδιαφορώντας για τον χαρακτηρισμό της PLO ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, δεν μένει ανεπηρέαστος από το κλίμα της εποχής. Η προσωπική φιλία που τον συνδέει με τον Αραφάτ είναι μακρά, αλλά παρά τις απόψεις των ΗΠΑ, η PLO παραμένει λιγότερο επικίνδυνη, καθώς δείχνει διάθεση να καταθέσει τα όπλα και να στραφεί στη διπλωματία επιζητώντας μία πιθανή λύση για το παλαιστινιακό. Άλλωστε βρισκόμαστε πια καθ’ οδόν για τις Συμφωνίες του Όσλο τη δεκαετία του ‘90 που θα επιτύχουν μία δυσμενή για τους Παλαιστίνιους και, όπως αποδείχθηκε, εύθραυστη λύση ανάμεσα στην PLO και το Ισραήλ με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ.

Από την άλλη, πέρα από την απογοήτευση για τις συμφωνίες και τις παράλογες απαιτήσεις του Καντάφι που τις τορπίλισαν, η ψύχρανση των σχέσεων του Λίβυου ηγέτη με τον Ανδρέα Παπανδρέου φαίνεται να οδηγείται ήδη από το 1986 σε μία χαμηλής έντασης ρήξη, καθώς ο συνταγματάρχης αντιμετωπίζει τις αμερικανικές κατηγορίες εναντίον του ως ενορχηστρωτή και εγκεφάλου της διεθνούς τρομοκρατίας με όλο και πιο απρόβλεπτους τρόπους.
Από τον εκτοπισμό της PLO στην Τυνησία το 1982 και μέχρι το τέλος της, η δεκαετία κυλάει με το ίδιο σταθερό μοτίβο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιχειρεί να φέρει το παλαιστινιακό ζήτημα στην ΕΟΚ, η οποία, πλην της Ισπανίας, δείχνει απρόθυμη να ακούσει. Οι ισραηλινοί καταγγέλλουν συνεχώς την ελληνική κυβέρνηση για τη φιλοπαλαιστινιακή της στάση.
Και μετά το ξέσπασμα της πρώτης Ιντιφάντα, με τον Αραφάτ και τους ανθρώπους του να απέχουν από το κέντρο των εξελίξεων, εμφανίζονται άλλες δυνάμεις που διεκδικούν να ηγηθούν του παλαιστινιακού αγώνα. Οπότε οι σύμμαχοι του Αραφάτ, όπως η ελληνική κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, καταλήγουν συχνά να διαφημίζουν την PLO ως φυσική ηγεσία των Παλαιστινίων – κάτι με το οποίο πολλοί από αυτούς που βιώνουν τη σύγκρουση με το Ισραήλ στο πετσί τους, αρχίζουν να μη συμφωνούν.
Ταυτόχρονα, ο κλοιός σφίγγει οικονομικά και γεωπολιτικά για τις προοπτικές οποιασδήποτε εκδοχής των «Αδεσμεύτων». Η Σοβιετική Ένωση σταδιακά αποδυναμώνεται, η Μέση Ανατολή είναι κατακερματισμένη και οι ΗΠΑ υπό το δόγμα των νεοσυντηρητικών αρχίζουν να οδεύουν προς την απόλυτη κυριαρχία της pax americana.
Στο προοίμιο αυτής της νέας κατάστασης, ο Ανδρέας Παπανδρέου βρίσκεται με τους σχεδιασμούς του για ανεξάρτητη πορεία στη βάση της οικονομικής αλληλεπίδρασης των κρατών της Μεσογείου να καταρρέουν, την υγεία του κλονισμένη και το κόμμα του διχασμένο. Προτού παγιωθεί η νέα κατάσταση, θα έχει χάσει τις εκλογές.
Το αντίο ενός κόσμου
Η επόμενη πρωθυπουργική του θητεία από το 1993 ως το 1995 θα είναι βραχύβια. Με φόντο την προσέγγιση του ισραηλινού πρωθυπουργού Γιτζάκ Ραμπίν με τον Γιασέρ Αραφάτ για τις συμφωνίες του Όσλο υπό την αιγίδα του Μπιλ Κλίντον, οι σχέσεις του με το Ισραήλ ομαλοποιούνται.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γιασέρ Αραφάτ θα αποτελεί πάλι έναν από τους πρώτους επισκέπτες του επανεκλεγέντα Ανδρέα Παπανδρέου στα τέλη του 1993 – μόνο που αυτή τη φορά, βρίσκεται ταυτόχρονα και ανενόχλητα στην Αθήνα τις ίδιες ημέρες με τον υπουργό Εξωτερικών του Ισραήλ, Σιμόν Πέρες.
Είναι η εποχή που το Ισραήλ συνάπτει συμφωνίες με όλο τον αραβικό κόσμο και σε συνεννόηση με τις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Παπανδρέου επιχειρεί να συνδράμει στην προσέγγιση. Μάλιστα, το 1994, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κάρολος Παπούλιας αυτοπροσώπως θα επισκεφθούν τη Συρία για να συζητήσουν με την κυβέρνηση Άσαντ την προοπτική υπογραφής μιας ειρηνευτικής συμφωνίας με τους ισραηλινούς.
Ο Γιασέρ Αραφάτ θα ήταν και ο τελευταίος ξένος ηγέτης που έμελλε να επισκεφτεί τον Ανδρέα Παπανδρέου στο σπίτι του στην Εκάλη τον Μάιο του 1996, έναν μήνα πριν τον θάνατό του, αν και όπως είπε ο ίδιος στους δημοσιογράφους «εγώ δεν είμαι ξένος, είμαι αδελφός του Ανδρέα Παπανδρέου».

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ
Στις δηλώσεις του ο παλαιστίνιος ηγέτης είπε ότι βρήκε τον Ανδρέα Παπανδρέου σε πολύ καλύτερη κατάσταση υγείας απ’ ό,τι περίμενε, επαναλαμβάνοντας δηλαδή τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις στις οποίες προέβαινε και ο ευρύτερος κύκλος του Παπανδρέου εκείνη την περίοδο – μάταια όπως αποδείχθηκε, καθώς στις 23 Ιουνίου του 1996, θα έφευγε από τη ζωή. Ήταν ένα σύντομο επιμύθιο σε μία φιλία τριάντα χρόνων.
Μαρτυρίες του κύκλου του Ανδρέα Παπανδρέου, έρευνες ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων, αλλά και μία σειρά τεκμήρια από κατ’ ιδίαν συζητήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού, συμφωνούν ότι η αταλάντευτη στράτευσή του υπέρ του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και ειδικά υπέρ της απελευθέρωσης της Παλαιστίνης, είχε μία πάγια στρατηγική σκέψη από πίσω.
Επιθυμούσε τη σύνδεση των αγώνων του αραβικού κόσμου με το Κυπριακό, σκοπό τον οποίο μάλιστα πέτυχε, καθώς εξασφάλισε σε μεγάλο βαθμό και για μεγάλο διάστημα τη στήριξη της Μέσης Ανατολής υπέρ των ελληνικών και ελληνοκυπριακών θέσεων στο ζήτημα, έναντι της πρότερης σύγκλισης πολλών από αυτές τις χώρες με την Τουρκία.
Ωστόσο, η συμμαχία του με τις αραβικές εκδοχές του σοσιαλισμού και των κοσμικών δυνάμεων της Μέσης Ανατολής υπήρξε και απόλυτα πρακτική, καθώς μοιράζονταν μία κοινή στρατηγική ανεξαρτητοποίησης και όραματα που προέκυπταν μέσα από ένα τεράστιο πολιτικό χωνευτήρι το οποίο εκτεινόταν από τα αμερικανικά πανεπίστημια μέχρι τους δρόμους του Καΐρου και της Βηρυτού.
Ενδεχομένως είναι αυτή η συγγένεια με τις αραβικές και μεσογειακές εκδοχές του προοδευτισμού που τον έκανε να μην επιμείνει στην πρόσδεση στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα όταν τις σοσιαλίζουσες ηγεσίες τους διαδέχθηκαν τα θρησκευτικά κινήματα όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Αν αυτό συνιστούσε ορθή εκτίμηση, λάθος ή «προδοσία» απέναντι στις πρότερες θέσεις που εξέφραζε επί δεκαετίες, είναι προς συζήτηση.
Το σίγουρο είναι ότι η στάση του Ανδρέα Παπανδρέου άφησε πίσω μία δομημένη και ολοκληρωμένη ιδέα για τον γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας, η οποία μάλιστα υπέστη πολύ αργή φθορά, με στοιχεία της να επιβιώνουν στις στρατηγικές πολλών κυβερνήσεων έκτοτε. Μόνο πρόσφατα, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ήταν που κέρδισε έδαφος ο μονόπλευρος ατλαντισμός με όλες τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και ηθικές του συνέπειες.
Τίποτα δεν αποτυπώνει περισσότερο όμως την αξία αυτής της προσπάθειας, από την υπόσχεση που του έδωσε κάποτε ο φίλος του, Γιασέρ Αραφάτ, ότι στην ελεύθερη Παλαιστίνη, μία πλατεία θα φέρει το όνομα του Ανδρέα Παπανδρέου.



