Τον θάνατο του πατέρα του και προέδρου της Ένωσης Κεντρώων, Βασίλη Λεβέντη, ανακοίνωσε μέσω ανάρτησής του στο facebook ο γιος του, Μάριος Γεωργιάδης.
Ο Βασίλης Λεβέντης έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών.
Αναλυτικά η ανάρτησή του γιου του
«Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτή η στιγμή θα ερχόταν τόσο νωρίς.
Μόλις στα 75 σου.
Με μεγάλο πόνο σήμερα αποχαιρετώ τον πατέρα μου.
Τον άνθρωπο που με μεγάλωσε, με στήριξε σε κάθε βήμα της ζωής μου και μου έμαθε, με το παράδειγμά του, τι σημαίνει αξιοπρέπεια, επιμονή, υπομονή, συνέπεια και θάρρος.
Για πολλούς ήσουν ο Πρόεδρος.
Για μένα ήσουν απλώς ο πατέρας μου.
Δεν ήμουν το βιολογικό σου παιδί.
Όμως ποτέ δεν με έκανες να αισθανθώ ότι ήμουν κάτι λιγότερο από γιος σου.
Και σήμερα, κοιτάζοντας πίσω σε μια ολόκληρη ζωή, συνειδητοποιώ ότι το αίμα μπορεί να δημιουργεί συγγένεια.
Όμως η αγάπη, η φροντίδα και η παρουσία είναι αυτές που δημιουργούν έναν πατέρα.
Και εσύ ήσουν ο πατέρας μου.
Σε ευχαριστώ που με μεγάλωσες σαν δικό σου παιδί.
Σε ευχαριστώ για όλα όσα μου δίδαξες, όχι μόνο με τα λόγια σου, αλλά με τον τρόπο που έζησες.
Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη σου δεν είναι όσα κατάφερες.
Είναι ο τρόπος που έζησες.
Ο τρόπος που αγωνίστηκες.
Ο τρόπος που έμεινες πιστός στις αρχές σου.
Καλό ταξίδι, πατέρα.
Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ».
Ποιος ήταν ο Βασίλης Λεβέντης
Η είδηση του θανάτου του Βασίλη Λεβέντη, την 1η Ιουλίου 2026, σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της επίγειας πορείας μιας από τις πιο εμβληματικές, επίμονες και αναμφισβήτητα sui generis μορφών της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής στην Ελλάδα.
Ο πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πλούσια και πολυκύμαντη παρακαταθήκη, η οποία χαρακτηρίστηκε από την απόλυτη άρνησή του να ενταχθεί στα παραδοσιακά κομματικά καλούπια και τις επικοινωνιακές νόρμες της εποχής του.
Πρώτα χρόνια, ακαδημαϊκή πορεία και οικογένεια
Ο Βασίλης Λεβέντης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1951 στη Μεσσήνη Μεσσηνίας, όντας το τέταρτο παιδί του Αποστόλου και της Γρηγορίας Λεβέντη. Σε μικρή ηλικία η οικογένειά του μετοίκησε προς αναζήτηση καλύτερης τύχης στον Πειραιά, όπου ο ίδιος μεγάλωσε και ολοκλήρωσε την εγκύκλιο μόρφωσή του.
Από τα μαθητικά του χρόνια επέδειξε εξαιρετική κλίση στις θετικές επιστήμες, γεγονός που επισφραγίστηκε το 1969 με την επιτυχία του στις πανελλήνιες εξετάσεις, όπου εισήλθε ένατος στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Αφού αποφοίτησε με άριστα από το ΕΜΠ, αναχώρησε για τη Γερμανία, όπου πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα του στο Πολυτεχνείο του Μονάχου.
Στην προσωπική του ζωή, συμπορεύτηκε επί δεκαετίες με τη σύζυγό του, Αναστασία Μεντεσίδου, ενώ μεγάλωσε σαν δικό του παιδί τον πρώην βουλευτή Μάριο Γεωργιάδη, ο οποίος τον αποχαιρέτησε με ένα ιδιαίτερα συγκινητικό δημόσιο μήνυμα, εξαίροντας την πατρότητα και τη στοργή που του προσέφερε.
Η πολιτική αφετηρία και η αναζήτηση ταυτότητας
Η ενασκόπησή του με τα κοινά ξεκίνησε αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974.
Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου, συμμετέχοντας ενεργά στη συγκρότηση των πρώτων πυρήνων του κινήματος, με τα ψηφοδέλτια του οποίου πολιτεύτηκε μέχρι και τις εκλογές του 1981.
Σταδιακά, ωστόσο, άρχισε να διαφοροποιείται από την επίσημη κυβερνητική γραμμή, διακρίνοντας αποκλίσεις από τις ιδρυτικές διακηρύξεις.
Η ανάγκη του για έναν πιο καθαρό, κεντρώο και μεταρρυθμιστικό λόγο τον οδήγησε το 1984 στην ίδρυση του πρώτου δικού του αυτόνομου πολιτικού σχηματισμού με την ονομασία «Ελεύθεροι».
Λίγο αργότερα, το 1990, πειραματίστηκε με τον αναδυόμενο οικολογικό χώρο, κατεβαίνοντας ως υποψήφιος ευρωβουλευτής με το σχήμα «Οικολόγοι Ειρηνιστές Πράσινοι».
Η ίδρυση της Ένωσης Κεντρώων και η τηλεοπτική εποχή
Το μεγάλο ορόσημο της καριέρας του ήρθε το 1992, όταν ίδρυσε την Ένωση Κεντρώων. Στόχος του ήταν να στεγάσει τους εναπομείναντες ψηφοφόρους του παραδοσιακού κέντρώου χώρου και να αναβιώσει την πολιτική κληρονομιά του Γεωργίου Παπανδρέου.
Αποκλεισμένος από τα μεγάλα, νεοσύστατα τότε ιδιωτικά τηλεοπτικά δίκτυα εθνικής εμβέλειας, ο Βασίλης Λεβέντης στράφηκε στην περιφερειακή τηλεόραση. Δημιούργησε τις δικές του πολιτικές εκπομπές στο ιδιόκτητο «Κανάλι 67» (το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε Κανάλι 40 και Extra Channel).
Μέσα από αυτές τις μεταμεσονύκτιες τηλεοπτικές εμφανίσεις, με λόγο χειμαρρώδη, εκρηκτικό, γεμάτο πάθος και απόλυτα αντισυμβατικό, κατήγγειλε αδιάκοπα τον δικομματισμό του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, κάνοντας λόγο για ένα σαθρό πολιτικό σύστημα.
Αν και για πολλά χρόνια αντιμετωπίστηκε από την κατεστημένη δημοσιογραφία και ένα μέρος της κοινής γνώμης με διάθεση εμπαιγμού ή ως μια γραφική, «καλτ» φιγούρα, οι επίμονες προειδοποιήσεις του, ήδη από τη δεκαετία του ’90, ότι η αλόγιστη οικονομική πολιτική των δανείων και των διορισμών θα οδηγούσε την Ελλάδα με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αποδείχθηκαν προφητικές με την έλευση της κρίσης το 2010.
Η κοινοβουλευτική δικαίωση και η πολιτική παρακαταθήκη
Η δικαίωση για την πρωτοφανή πολιτική του επιμονή και αντοχή ήρθε μέσα στα χρόνια των μνημονίων, όταν η ελληνική κοινωνία, απογοητευμένη από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, άρχισε να προσέχει ξανά τις παλαιότερες προειδοποιήσεις του.
Τον Σεπτέμβριο του 2015, η Ένωση Κεντρώων πέτυχε την ιστορική της είσοδο στη Βουλή των Ελλήνων, συγκεντρώνοντας ποσοστό 3,43% και εκλέγοντας εννέα βουλευτές.
Από το βήμα του Κοινοβουλίου, ως επικεφαλής της κοινοβουλευτικής του ομάδας μέχρι το 2019, ο Βασίλης Λεβέντης διατήρησε μια εντελώς διακριτή και συνεπή στάση. Αρνήθηκε τις στείρες αντιπαραθέσεις και τάχθηκε σθεναρά υπέρ της ανάγκης σχηματισμού οικουμενικών κυβερνήσεων ευρείας συνεργασίας για την έξοδο από την κρίση.
Παράλληλα, ζήτησε επίμονα τη δραστική μείωση των προνομίων των βουλευτών, την κατάργηση των πελατειακών σχέσεων και τη θεσμική συναίνεση.



