Η ιστορική αποτίμηση του θεσμού της δουλείας παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και ευαίσθητα ζητήματα της παγκόσμιας ιστοριογραφίας. Η σύγκριση ανάμεσα στο Διατλαντικό εμπόριο σκλάβων, το οποίο οργανώθηκε από ευρωπαϊκές δυνάμεις, και το Αραβικό εμπόριο (διαμέσου της Σαχάρας και του Ινδικού Ωκεανού), αναδεικνύει δύο συστήματα που προκάλεσαν ανείπωτο ανθρώπινο πόνο, βασανιστήρια και την απώλεια εκατομμυρίων ζωών.
Οι ιστορικοί αποφεύγουν γενικά τη χρήση του όρου «χειρότερο», καθώς και οι δύο πλευρές επέφεραν βαθιές πληγές στην ανθρωπότητα, όμως οι δύο αυτοί θεσμοί διέφεραν ριζικά ως προς τη διάρκεια, τη φύση του θεσμού, τα ποσοστά θνησιμότητας και τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές και δημογραφικές επιπτώσεις τους.
Η βιομηχανοποιημένη φύση και ο φυλετικός ρατσισμός του Διατλαντικού εμπορίου
Το Διατλαντικό εμπόριο σκλάβων εκκίνησε τον 15ο αιώνα και διήρκεσε έως τον 19ο αιώνα, καλύπτοντας μια περίοδο περίπου 400 ετών. Παρά τη συγκριτικά μικρότερη χρονική του διάρκεια, η ένταση και η κλίμακα του φαινομένου υπήρξαν τεράστιες, καθώς υπολογίζεται ότι περίπου 12 με 12,5 εκατομμύρια Αφρικανοί επιβιβάστηκαν βίαια σε πλοία με προορισμό την αμερικανική ήπειρο.
Το σύστημα αυτό χαρακτηρίστηκε από μια εξαιρετικά οργανωμένη, καπιταλιστική και «βιομηχανοποιημένη» δομή, όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονταν αποκλειστικά ως εμπόρευμα και περιουσιακό στοιχείο (chattel slavery).
Το κύριο αντικείμενο της δουλείας ήταν η σκληρή αγροτική εργασία σε μεγάλες φυτείες ζαχαροκάλαμου, βαμβακιού και καπνού υπό απάνθρωπες συνθήκες.
Παράλληλα, το διατλαντικό μοντέλο βασίστηκε και γέννησε τη θεωρία της φυλετικής ανωτερότητας, καθιστώντας τη δουλεία θεσμό μόνιμο και κληρονομικό.
Αν ένας άνθρωπος γεννιόταν από μητέρα σκλάβα, παρέμενε σκλάβος για πάντα, χωρίς κανένα δικαίωμα κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Διάρκεια, δημογραφικά δεδομένα και η φρίκη του ακρωτηριασμού στην Ανατολή
Στον αντίποδα, το Αραβικό ή Ανατολικό εμπόριο σκλάβων παρουσιάζει μια πολύ μεγαλύτερη χρονική έκταση, καθώς ξεκίνησε πριν από την άνοδο του Ισλάμ, συστηματικοποιήθηκε από τον 7ο αιώνα και συνεχίστηκε σε ορισμένες περιοχές μέχρι και τον 20ό αιώνα, ξεπερνώντας τα 1.300 χρόνια διάρκειας.
Λόγω αυτού του διευρυμένου χρονικού ορίζοντα, οι εκτιμήσεις των ιστορικών για τον αριθμό των θυμάτων ποικίλλουν ευρέως, κυμαινόμενες από 11 έως 18 εκατομμύρια ανθρώπους.
Το δίκτυο αυτό δεν περιλάμβανε μόνο πληθυσμούς από την Αφρική, αλλά επεκτεινόταν σε Ευρωπαίους από την περιοχή της Μεσογείου καθώς και κατοίκους της Κεντρικής Ασίας.
Η φύση του αραβικού εμπορίου ήταν κυρίως προσανατολισμένη στην οικιακή εργασία, τη στελέχωση του στρατού και τα χαρέμια.
Σε αντίθεση με το διατλαντικό μοντέλο, όπου πλειοψηφούσαν οι άνδρες για τις αγροτικές εργασίες, εδώ τα δύο τρίτα των σκλάβων ήταν γυναίκες, που προορίζονταν για οικιακές βοηθοί ή παλλακίδες, και ευνούχοι.
Οι άνδρες σκλάβοι υποβάλλονταν συχνά σε πλήρη ευνουχισμό, δηλαδή ολοκληρωτική αφαίρεση των γεννητικών οργάνων, προκειμένου να εργαστούν σε χαρέμια ή ως φρουροί.
Η θνησιμότητα από τη συγκεκριμένη διαδικασία ήταν τρομακτική, καθώς εκτιμάται από 70% έως 90%.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί ιστορικά την απουσία μιας μεγάλης και ορατής αφρικανικής διασποράς στον αραβικό κόσμο, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην Αμερική.
Παρά τη φρίκη των ακρωτηριασμών, ο θεσμός εμφάνιζε μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα και δεν ήταν αυστηρά φυλετικός ή μόνιμα κληρονομικός.
Βάσει του ισλαμικού νόμου, τα παιδιά που γεννιούνταν από μια σκλάβα και τον ιδιοκτήτη της ήταν ελεύθερα, ενώ υπήρχαν και θρησκευτικές παροτρύνσεις για την απελευθέρωση των δούλων.

Συγκριτική ανάλυση των δύο συστημάτων δουλείας
Η εσωτερική γεωπολιτική της Αφρικής και η εμπλοκή των τοπικών βασιλείων
Μια κρίσιμη αλλά συχνά παραγνωρισμένη πτυχή της ιστορικής πραγματικότητας είναι η ενεργός συμμετοχή των ίδιων των Αφρικανών στο εμπόριο σκλάβων, στοιχείο απαραίτητο για την πλήρη κατανόηση της λειτουργίας και των δύο συστημάτων.
Οι Ευρωπαίοι και οι Άραβες έμποροι σπάνια εισχωρούσαν οι ίδιοι στο εσωτερικό της αφρικανικής ηπείρου για να αιχμαλωτίσουν πληθυσμούς. Αντίθετα, βασίζονταν σε τοπικά αφρικανικά βασίλεια, ελίτ και εμπόρους, οι οποίοι τους προμήθευαν με σκλάβους στις παράκτιες περιοχές.
Η κατανόηση αυτού του φαινομένου απαιτεί την αποδόμηση της σύγχρονης αντίληψης περί ενιαίας «αφρικανικής» ταυτότητας, η οποία δεν υπήρχε κατά τον 16ο ή 17ο αιώνα.
Οι πληθυσμοί αυτοπροσδιορίζονταν αποκλειστικά ως μέλη συγκεκριμένων φυλών, εθνοτήτων και βασιλείων, όπως οι Ασάντι (Ashanti), οι Γιορούμπα (Yoruba) και το Νταχομέι (Dahomey). Ό
ταν, για παράδειγμα, το Βασίλειο της Δαχομέης πουλούσε αιχμαλώτους στους Ευρωπαίους, δεν θεωρούσε ότι εμπορευόταν δικούς του ανθρώπους, αλλά ξένους, εχθρούς ή εγκληματίες από αντίπαλα κράτη με τα οποία βρισκόταν σε πολεμική σύγκρουση.
Η δουλεία προϋπήρχε στην Αφρική πολύ πριν από την άφιξη των ξένων δυνάμεων, λειτουργώντας ως αποτέλεσμα αιχμαλωσίας σε πολέμους μεταξύ φυλών, χρεών (όπου κάποιος εργαζόταν ως εγγύηση) ή τιμωρίας για σοβαρά αδικήματα.
Ωστόσο, η παραδοσιακή αφρικανική δουλεία εμφάνιζε συχνά διαφοροποιήσεις, καθώς οι σκλάβοι μπορούσαν μερικές φορές να εξαγοράσουν την ελευθερία τους, να παντρευτούν ελεύθερους ή να δουν τα παιδιά τους να γεννιούνται ελεύθερα.
Ο «φαύλος κύκλος» των εξοπλισμών και οι ισχυρές αυτοκρατορίες των ακτών

Η εγκατάσταση των Ευρωπαίων στις ακτές της Δυτικής Αφρικής ανέτρεψε τις υφιστάμενες ισορροπίες, εισάγοντας εμπορεύματα μεγάλης αξίας για τους τοπικούς ηγεμόνες, όπως υφάσματα, μέταλλα, αλκοόλ και, κυρίως, πυροβόλα όπλα.
Το γεγονός αυτό εγκλώβισε τα αφρικανικά κράτη σε μια τρομακτική γεωπολιτική παγίδα:
«Αν ένα αφρικανικό βασίλειο αρνιόταν να πουλήσει σκλάβους για να πάρει όπλα, το γειτονικό του βασίλειο θα το έκανε. Το γειτονικό βασίλειο, έχοντας πλέον ευρωπαϊκά όπλα, θα μπορούσε εύκολα να επιτεθεί και να υποδουλώσει το πρώτο.»
Αυτός ο μηχανισμός ανάγκασε πολλά βασίλεια να εισέλθουν στο εμπόριο σκλάβων απλώς ως μέσο επιβίωσης, ώστε να μην πέσουν τα ίδια θύματα των γειτόνων τους.
Ορισμένα αφρικανικά κράτη μετέτρεψαν το εμπόριο αυτό σε κύρια οικονομική τους δραστηριότητα, πλουτίζοντας και επεκτείνοντας την κυριαρχία τους.
Το Βασίλειο της Δαχομέης (στο σημερινό Μπενίν) διέθετε έναν εξαιρετικά οργανωμένο στρατό, διάσημο για τις γυναίκες πολεμίστριές του, τις «Αμαζόνες της Δαχομέης», πραγματοποιώντας συνεχείς επιδρομές αποκλειστικά για τη σύλληψη σκλάβων.
Η Αυτοκρατορία Ασάντι (στη σημερινή Γκάνα) πλούτισε ελέγχοντας τους δρόμους του χρυσού και των σκλάβων προς τα ευρωπαϊκά οχυρά των ακτών, ενώ η Αυτοκρατορία Όγιο (στη σημερινή Νιγηρία) χρησιμοποίησε το ισχυρό ιππικό της για τον ίδιο σκοπό.
Η εξάρτηση αυτή ήταν τόσο βαθιά, ώστε όταν η Μεγάλη Βρετανία αποφάσισε να καταργήσει το εμπόριο σκλάβων στις αρχές του 19ου αιώνα, πολλοί Αφρικανοί βασιλιάδες έστειλαν αντιπροσωπείες για να διαμαρτυρηθούν, καθώς η οικονομία τους βασιζόταν πλέον απόλυτα από αυτό.
Oι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των δικτύων δουλείας
Η ιστορική ανάλυση καταδεικνύει ότι το εμπόριο σκλάβων δεν αποτελούσε μια απλή διαδικασία μονομερούς αρπαγής, αλλά ένα παγκόσμιο, κυνικό οικονομικό δίκτυο. Η απάντηση στο ποιο σύστημα υπήρξε «χειρότερο» εξαρτάται από το κριτήριο που υιοθετείται.
Αν το κριτήριο είναι η ένταση, η βιομηχανική απανθρωπιά, ο θεσμικός ρατσισμός και η ισόβια, κληρονομική σκλαβιά, το Διατλαντικό εμπόριο αποτιμάται ως το πλέον καταστροφικό για την κοινωνική δομή των πληθυσμών.
Αν, αντιθέτως, το κριτήριο είναι η χρονική διάρκεια, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων σε βάθος χρόνου και η φρίκη πρακτικών όπως ο μαζικός ευνουχισμός, το Αραβικό εμπόριο υπήρξε εξίσου σαρωτικό για την αφρικανική ήπειρο.
Η ζήτηση και τα μέσα παρεχόταν από τους Ευρωπαίους και τους Άραβες εμπόρους, όμως η προσφορά βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε Αφρικανούς ηγεμόνες που εκμεταλλεύτηκαν τις εσωτερικές συγκρούσεις της ηπείρου για δικό τους όφελος.
Η κατανόηση αυτών των παραμέτρων παραμένει κρίσιμη για την αντικειμενική αποτίμηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών της δουλείας στην παγκόσμια ιστορία και τη γεωγραφία των σύγχρονων πληθυσμών.



