25.7 C
Chania
Τρίτη, 14 Ιουλίου, 2026

Παρέμβαση της Σοσάνας Ζουμπώφ: Κλέβουν τη δημοκρατία μας. Η ηθική καταστροφή των κερδοσκοπικών ολοκληρωτισμών των εταιρειών Μεγάλης Τεχνολογίας (Big Tech)

Ημερομηνία:

Της Σοσανας Ζουμπώφ για την El Pais *

Μια ομάδα εταιρικών μεσολαβητών εξουσίας είναι υπεύθυνη για τη δημοκρατική κατάρρευση που βιώνουμε σε παγκόσμια κλίμακα. Μέσω των αλγορίθμων τους, έχουν καταφέρει να παγιδεύσουν τους πολίτες σε έναν βούρκο υπερπληροφόρησης και παραπληροφόρησης, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες αυτοσχεδιάζουν ανταποκρινόμενοι σε κάθε νέα κρίση. Όταν οι επιχειρηματικές πρακτικές συνεπάγονται ένα μη αποδεκτό ηθικό και ανθρώπινο κόστος, πρέπει να καταργούνται. Το κάναμε με την παιδική εργασία. Και με τη δουλεία.

Στις 10 Νοεμβρίου 2019, η Δρ. Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen), εκλεγμένη πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ταξίδεψε από τις Βρυξέλλες στο Βερολίνο για να μου απονείμει το Βραβείο Axel Springer για το βιβλίο μου «Η Εποχή του Καπιταλισμού της Παρακολούθησης» (The Age of Surveillance Capitalism). Φαινόταν να αντιλαμβάνεται την ιστορικότητα της στιγμής, σε μια εποχή που η Ευρώπη ξεχώριζε ως η μόνη γεωπολιτική δύναμη ικανή να σταματήσει την ελεύθερη πτώση προς την ψηφιατική δυστοπία.

«Πιστεύουμε σε μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Η Ευρώπη θέτει τις αξίες, τα δικαιώματα, την εμπιστοσύνη και το κράτος δικαίου πάνω από όλα. Αυτό πρέπει επίσης να ισχύει για την ευρωπαϊκή προσέγγιση στην Ψηφιακή εποχή. Για εμάς, οι νέες τεχνολογίες δεν θα σημάνουν ποτέ νέες αξίες… Το άτομο είναι πρώτα και κύρια ένας πολίτης – με δικαιώματα και έλεγχο πάνω στη ζωή του… Αναλογική ή ψηφιακή…»

Η εκλεγμένη πρόεδρος κατανοούσε ότι αυτές οι αξίες θα γίνονταν σκόνη από τις άλλες μεγάλες δυνάμεις.

«Στις ΗΠΑ, η αγορά παραδοσιακά έρχεται πρώτη… Στην Ασία… η κυβέρνηση τείνει να κυριαρχεί και το άτομο πρέπει να αποδεχθεί έναν υποτελή ρόλο έναντι του συνόλου. Η Ρωσία… απαιτεί από τους παρόχους διαδικτύου να εγκαταστήσουν δικτυακό εξοπλισμό ικανό να αναγνωρίζει την πηγή της κίνησης και να φιλτράρει το περιεχόμενο».

«Αντίθετα», υπογράμμισε, «η Ευρώπη έχει μακρά παράδοση στην εξισορρόπηση της ισχύος της κυβέρνησης και της αγοράς, δίνοντας ιδιαίτερη προτεραιότητα στο άτομο. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της Ευρώπης στη διαμόρφωση της ψηφιακής εποχής. Επιπλέον, δεν είναι πολύ αργά. Φυσικά, η πρόοδος δεν είναι δεδομένη. Πρέπει να συνεχίσουμε να πιέζουμε».

Θυμάμαι το κλίμα στην αίθουσα μετά τις παρατηρήσεις της. Ο παγωμένος άνεμος χτυπούσε τα παράθυρα πάνω από την πόλη, αλλά μέσα μοιραζόμασταν ένα αίσθημα ελπίδας, ζεστασιάς και αλληλεγγύης. Η γυναίκα που επρόκειτο να ηγηθεί της ΕΕ αντιλαμβανόταν τη σημασία αυτού του επόμενου μεγάλου πολιτισμικού μετασχηματισμού. Νιώσαμε ανακούφιση επίσης από το γεγονός ότι κατανοούσε πως, μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, μόνο η ΕΕ ήταν έτοιμη να δράσει με βάση τις αξίες, τα δικαιώματα και τους νόμους που θα μπορούσαν να σφυρηλατήσουν έναν δημοκρατικό και ψηφιακό αιώνα για την Ευρώπη και για πολλούς άλλους σε όλο τον κόσμο που προσπαθούν απεγνωσμένα να ξεφύγουν από τη δυστοπία.

Το κυρίαρχο παράδειγμα: 1997

Οι περισσότεροι από εμάς γνωρίζουμε ότι οι δημοκρατικές κοινωνίες βρίσκονται υπό πολιορκία σε ολόκληρο τον πλανήτη και οι αυταρχικοί ηγέτες βρίσκονται σε άνοδο. Γνωρίζουμε ότι η Μεγάλη Τεχνολογία (Big Tech) είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Ο κινητήριος τροχός που οδηγεί το πιο πρόσφατο στάδιο ανάπτυξης της τεχνολογίας, το οποίο συχνά χαρακτηρίζεται ως «Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη» (Generative AI), διεκδικεί το σύνολο των πληροφοριών που παράγονται από τον άνθρωπο, των κεφαλαίων και των φυσικών πόρων.

Αυτά τα γεγονότα είναι ορατά σε όλους, αλλά λιγότερο προφανής είναι η εξήγησή τους. Γιατί υπάρχει δημοκρατική συρρίκνωση και εκρηκτική αυταρχική επέκταση; Αυτά δεν είναι τυχαία γεγονότα ή απλή σύμπτωση. Είναι δίδυμα αδέλφια, οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, μια κατά λάθος δυστοπία που φιλοτεχνήθηκε από δημοκρατικούς πολιτικούς ηγέτες σε μια πυρά άγνοιας, ηθικού αποπροσανατολισμού και πνευματικής σύγχυσης.

Ας μεταφερθούμε για μια στιγμή σε μια ηλιόλουστη 2α Ιουλίου 1997, στις απαρχές του δημόσιου διαδικτύου, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον (Bill Clinton) ανέβηκε στο βήμα του Λευκού Οίκου και παρουσίασε τη Λευκή Βίβλο Κλίντον-Γκορ για το Ηλεκτρονικό Εμπόριο σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη από την ελίτ του αμερικανικού τεχνολογικού τομέα. Η λευκή βίβλος ήταν ένα κρίσιμο σημείο εκκίνησης για την τρέλα που θα στοίχειωνε τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Ο Κλίντον περιέγραψε το ηλεκτρονικό εμπόριο ως «την Άγρια Δύση της παγκόσμιας οικονομίας» και στη συνέχεια δεσμεύτηκε να το διατηρήσει έτσι.

«Το Διαδίκτυο», είπε, θα πρέπει να είναι μια παγκόσμια ζώνη ελεύθερου εμπορίου, ένα μέρος όπου η κυβέρνηση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να μην μπαίνει εμπόδιο… Ήταν η κλασική αποτύπωση του νεοφιλελεύθερου δόγματος που εξυψώνει την ελεύθερη αγορά πάνω από κάθε άλλη κοινωνική παράμετρο.

Ο Κλίντον και ο Γκορ περιέβαλαν την ιδεολογία τους με την εκκεντρική μυθολογία της Σίλικον Βάλεϊ (Silicon Valley) για το διαδίκτυο ως μια εξωκοινωνική ζώνη που ονομάζεται «κυβερνοχώρος», όπου οι κανόνες, τα δικαιώματα και οι νόμοι των δημοκρατιών του πραγματικού κόσμου δεν έχουν εφαρμογή. Προτεραιότητα ήταν οι επιχειρήσεις χωρίς τους περιορισμούς της δημοκρατικής διακυβέρνησης. «Θέλουμε ο ιδιωτικός τομέας να αυτορρυθμίζεται. Θέλουμε να ενθαρρύνουμε όλα τα έθνη να απέχουν από την επιβολή μεροληπτικών φόρων, δασμών, περιττών κανονισμών και επαχθών γραφειοκρατιών».

Η παραίτηση των ΗΠΑ από τον νέο παγκόσμιο χώρο πληροφοριών υπέρ του ιδιωτικού κεφαλαίου σε εκείνο το πρώιμο στάδιο ενός τεράστιου δομικού μετασχηματισμού προς έναν πολιτισμό της πληροφορίας ήταν ένα τραγικό «αυτογκόλ» που άφησε ένα κενό εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η δημοκρατική διακυβέρνηση. Οι ΗΠΑ και οι αδελφές δημοκρατίες τους εγκατέλειψαν ολόκληρες κοινωνίες, συμπεριλαμβανομένων των δικών τους, σε νέες μορφές ψηφιακά διαμεσολαβούμενης βίας από κρατικούς παράγοντες και παράγοντες της αγοράς. Παρέδωσαν την ευκαιρία να θέσουν τα θεμέλια ενός δημοκρατικού ψηφιακού αιώνα κατά τη διάρκεια των κρίσιμων πρώτων δεκαετιών του, στερώντας από τον κόσμο μια σαφή εναλλακτική λύση απέναντι στο κινεζικό μοντέλο ενός αυταρχικού πολιτισμού πληροφοριών που βασίζεται στην παρακολούθηση.

Αν αυτό ακούγεται τρομακτικά οικείο, είναι επειδή οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες σε όλο τον κόσμο αναπαριστούν ξανά αυτό το δράμα, τώρα υπό την ετικέτα της λεγόμενης «Τεχνητής Νοημοσύνης».

Τα κενά είναι εφήμερα, και το κενό της δημοκρατικής διακυβέρνησης κατά τη γέννηση του δημόσιου διαδικτύου καλύφθηκε γρήγορα από τον καπιταλισμό της παρακολούθησης και από το είδος των αρπακτικών που καραδοκούν σε κάθε άναρχο πυρετό του χρυσού.

Έναν χρόνο μετά την παραχώρηση του Κλίντον, μια συνέντευξη του Έρικ Σμιντ (Eric Schmidt) στο BBC το 1998 προανήγγειλε τον αντιδημοκρατικό στρόβιλο που θα ακολουθούσε. Όταν ρωτήθηκε για την πολιτική της Σίλικον Βάλεϊ, ο τότε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας λογισμικού Novell —ο οποίος σύντομα θα επιλεγόταν ως ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος της Google— γάβγισε τις απαντήσεις του χωρίς δισταγμό: «Είμαστε κατά της κυβέρνησης, κατά των κανονισμών, κατά του Κογκρέσου».

BBC: Θέλετε μια ζούγκλα, στην πραγματικότητα, έτσι δεν είναι; Όπου επιβιώνει ο πιο ισχυρός και δεν υπάρχει δίχτυ ασφαλείας για όσους βρίσκονται από κάτω;

Σμιντ: Αυτό είναι σωστό!

BBC: Είστε περήφανος γι’ αυτό;

Σμιντ: (απαντώντας με ένα πλατύ χαμόγελο) Ναι!

Αυτό που έκανε την απαίτηση του Σμιντ για πλήρη και ανεύθυνη εξουσία ακόμη πιο θρασύ ήταν η επίγνωσή του ότι, ελλείψει δημοκρατικής διακυβέρνησης, ένα διαδίκτυο που ανήκει και λειτουργεί από τη Σίλικον Βάλεϊ ήταν βέβαιο ότι θα μεταμόρφωνε τις κοινωνίες με απρόβλεπτους και επικίνδυνους τρόπους. «Δεν έχουμε τρέξει ποτέ ένα πείραμα όπου ακούγονται πραγματικά οι φωνές και των εκατό ή διακοσίων εκατομμυρίων ανθρώπων που είναι συνδεδεμένοι στο δίκτυο… Δεν έχουμε τρέξει ποτέ ένα τόσο μεγάλο πείραμα αναρχίας στην ιστορία του κόσμου. Όλα τα είδη πραγμάτων πρόκειται να συμβούν».

Παρά τους πρωτοφανείς και, ως εκ τούτου, αδύνατον να προβλεφθούν κινδύνους που έβλεπε μπροστά του, ο Σμιντ επέμενε ότι ο ίδιος και οι συνάδελφοί του είχαν το δικαίωμα να ηγηθούν των πάντων χωρίς παρεμβάσεις, επιστρατεύοντας τα ίδια κούφια επιχειρήματα στα οποία βασίζονταν οι ολιγάρχες της Χρυσής Εποχής (Gilded Age) έναν αιώνα νωρίτερα και τα οποία παπαγαλίζουν σήμερα οι ηγέτες της τεχνολογικής βιομηχανίας.

«Θέλουμe την κυβέρνηση έξω από τις δουλειές μας», δήλωσε ο Σμιντ στο BBC. «Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι να επιδιώκουμε τα δικά μας συμφέροντα… θέλουμε επίσης η κυβέρνηση να μας αφήσει ήσυχους».

Χάρη στο δόγμα Κλίντον-Γκορ, η ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ πέτυχε τον σκοπό της διεκδικώντας απλώς πειραματική εξουσία πάνω σε έναν παγκόσμιας και ιστορικής σημασίας μετασχηματισμό των συνθηκών της ανθρώπινης επικοινωνίας, της ακεραιότητας των πληροφοριών, της μοίρας της αλήθειας και της κατανομής της γνώσης σε έναν πολιτισμό της πληροφορίας.

Έτσι ξεκίνησε ένα πείραμα πολλών δεκαετιών που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, γεμάτο με τις αβεβαιότητες και τις τραγωδίες μιας παγκόσμιας αναρχίας πληροφοριών, βασισμένης σε μια «αυτορρυθμιζόμενη» ιδιωτική ιδιοκτησία του χώρου των πληροφοριών χωρίς περιορισμούς ή λογοδοσία. Δεν επρόκειτο να υπάρξουν δικαιώματα ούτε δικαιώματα στο να έχει κανείς δικαιώματα σε αυτό το όραμα, ούτε για τα ανθρώπινα υποκείμενα ούτε για τους πολίτες. Δεν υπήρχαν καθοδηγητικοί νόμοι, καμία διαφάνεια, καμία δημοκρατική διακυβέρνηση… Έμελλε να είναι οι ίδιες οι εταιρείες που θα καθόριζαν τις απαντήσεις σε κάθε ερώτημα γνώσης, εξουσίας και ισχύος: Ποιος γνωρίζει; Ποιος αποφασίζει; Ποιος αποφασίζει ποιος αποφασίζει;

Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Η νέα οικονομική λογική γεννήθηκε στην Google το 2002, μόλις έναν χρόνο αφότου ο Έρικ Σμιντ επιλέχθηκε ως ο πρώτος διευθύνων σύμβουλος της νεοσύστατης τότε εταιρείας. Ήταν η ζοφερή κατάσταση έκτακτης ανάγκης του σκάσιμου της φούσκας των dot-com, και η Σίλικον Βάλεϊ δεν είχε βρει ακόμη πώς να μετατρέψει τους «χρήστες» και τα δεδομένα τους σε χρήμα.

Μέσα στην κάψα της κρίσης, μια μικρή ομάδα μηχανικών και επιστημόνων δεδομένων που συνεργάζονταν στενά με τους ιδρυτές της Google, Λάρι Πέιτζ (Larry Page) και Σεργκέι Μπριν (Sergey Brin), έπεσαν τυχαία πάνω σε μια ανακάλυψη και μια μεγάλη ιδέα. Πρώτον, διαπίστωσαν ότι με κάθε αλληλεπίδραση στο διαδίκτυο, οι «χρήστες» αφήνουν εν αγνοία τους ένα ίχνος συμπεριφορικών σημάτων. Αυτά τα σήματα μπορούν να καταγραφούν, να αποδοθούν ως δεδομένα, να συγκεντρωθούν και να αναλυθούν, αποκαλύπτοντας κρυμμένα βάθη άκρως προβλέψιμων προσωπικών πληροφοριών, και να χρησιμοποιηθούν για την πρόβλεψη της μελλοντικής συμπεριφοράς.

Στη συνέχεια ήρθε η μεγάλη ιδέα του Λάρι Πέιτζ. Οι εμπειρίες και οι συμπεριφορές κάθε ανθρώπου που αγγίζει το διαδίκτυο θα γίνονταν αναζητήσιμες, γνωστές και αξιοποιήσιμες. Αυτές οι τεράστιες ροές προσωπικών δεδομένων θα επέτρεπαν προβλέψεις συμπεριφοράς που μπορούν να πωληθούν χύδην όπως κάθε άλλο εμπόρευμα —βαρέλια πετρελαίου, τόνοι σιταριού— ξεκινώντας από το περίφημο «ποσοστό κλικ» (click-through rate). Κάθε βήμα στην επιχείρηση σχεδιάστηκε για να διαφεύγει της προσοχής του «χρήστη».

Ονόμασα αυτές τις νέες ροές δεδομένων «συμπεριφορικό πλεόνασμα» επειδή ήταν περισσότερα από όσα χρειαζόταν η εταιρεία για να υποστηρίξει τις υπηρεσίες προς τους χρήστες της. Από τη σκοπιά της Google, ο χρήστης ως πραγματικό ανθρώπινο ον δεν ήταν πλέον ο τελικός στόχος. Οι «χρήστες» επαναπροσδιορίστηκαν ως παθητικές δεξαμενές μηδενικού κόστους δεδομένων που παράγονται από τον άνθρωπο για εξόρυξη, έσοδα και κέρδος, χωρίς καμία περαιτέρω συνάφεια με το εμπορικό εγχείρημα του καπιταλισμού της παρακολούθησης.

Τώρα οι υπολογιστές της Google, αναφερόμενοι ως «η ΤΝ μας», έλεγαν στους διαφημιστές πού να τοποθετήσουν τα στοιχήματά τους, και το χρήμα έρεε. Τα πάντα εξαρτιόνταν από τη μέγιστη εξόρυξη δεδομένων που έτεινε προς την ολότητα. Κάθε βήμα στην επιχειρησιακή αλληλουχία σχεδιάστηκε για να διαφεύγει της προσοχής του χρήστη. Όσο περισσότερα δεδομένα, τόσο πιο ακριβείς οι προβλέψεις, τόσο περισσότερη γνώση, πλούτος και ισχύς για την Google.

Στην πραγματική ζωή, αν πάρεις κρυφά κάτι από κάποιον και το πουλήσεις για δικό σου κέρδος, αυτό λέγεται κλοπή. Πίσω στα σπάργανα της Google, αυτές οι λειτουργίες απαιτούσαν ακόμα έναν ηθικό απολογισμό. Ορισμένα μέλη της ηγετικής ομάδας επιχειρηματολογούσαν υπέρ της διαφάνειας. Ο Πέιτζ και ο Μπριν επέμεναν στην επιθετική καταγραφή και διατήρηση δεδομένων. Ο Πέιτζ φοβόταν ότι η διαφάνεια θα οδηγούσε σε ανοιχτή εξέγερση των χρηστών και θα κινητοποιούσε τους νομοθέτες σε δράση εναντίον της εταιρείας. Τελικά, ο Πέιτζ ήταν αυτός που έκανε την τελική δήλωση:

«ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΠΟΤΕ».

Αντί να εξυπηρετεί απλώς τους χρήστες της, η Google θα τροφοδοτούσε τις μηχανές με το συμπεριφορικό πλεόνασμα των χρηστών. Ο διευθύνων σύμβουλος Έρικ Σμιντ καθιέρωσε γρήγορα μια «στρατηγική απόκρυψης». Η δημοκρατία μπορεί να πεθαίνει στο σκοτάδι, αλλά αποφασίστηκε ότι οι λειτουργίες του καπιταλισμού της παρακολούθησης μπορούν να ανθίσουν μόνο στο σκοτάδι. Αυτές οι επιλογές καταδίκασαν την Google, και τελικά τα κύματα των καπιταλιστών της παρακολούθησης που ακολούθησαν, σε μια μόνιμη μάχη μέχρι θανάτου με τη δημοκρατία.

Ο καπιταλισμός της παρακολούθησης μεσολαβεί τώρα σχεδόν σε κάθε ανθρώπινη ενασχόληση με τις ψηφιακές αρχιτεκτονικές, τις ροές πληροφοριών, τα ψηφιακές προϊόντα και υπηρεσίες, και σχεδόν όλοι οι δρόμοι προς την οικονομική, πολιτική και κοινωνική συμμετοχή περνούν μέσα από το θεσμικό του έδαφος. Η λευκή βίβλος έθεσε το παράδειγμα και το λεξιλόγιο για μια νέα εποχή στην οποία οι εταιρείες τεχνολογίας αυτορρυθμίζονται, αλλά οι άνθρωποι δεν μπορούν. Κάθε πρόεδρος των ΗΠΑ που ακολούθησε επέμεινε στο μήνυμα του Κλίντον. Πάνω απ’ όλα, οι δημοκρατικές κοινωνίες πλήρωσαν βαρύ τίμημα για την πολιτική αποτυχία των ηγετών που έθρεψαν μια ληστρική νέα οικονομία χωρίς να αναλογιστούν τις συνέπειες που ακολουθούν όταν η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι το εμπόρευμα που κινεί την οικονομική ανάπτυξη.

Είναι εκπληκτικό να αναλογιστεί κανείς ότι σε αυτή τη ζόμπι πορεία προς τη δυστοπία, οι πληροφοριακοί μας χώροι παραμένουν διαθέσιμοι προς πώληση ή ενοικίαση από οποιοδήποτε άτομο, εταιρεία, πολιτικό, κλίκα σκοτεινού χρήματος, ξένη δύναμη, εργοστάσιο παραπληροφόρησης, φάρμα τρολ, αυταρχικό δικτάτορα, κοινωνιοπαθή, νάρκισσο, μεγαλομανή, κακόβουλο δισεκατομμυριούχο (ή τρισεκατομμυριούχο), είτε επιδιώκει μια προσωπική, εμπορική ή πολιτική ατζέντα πίσω από τον μανδύα της μυστικότητας που μόνο τα μοναδικά προνόμια σκιάς των πλατφορμών μπορούν να παρέχουν.

Η πληροφοριακή αναρχία, συμπεριλαμβανομένης της παραπληροφόρησης, της πόλωσης και της εκλογικής δυσλειτουργίας, ευνοεί την απολυταρχία, αναδιαμορφώνοντας την πολιτική και το πολίτευμα σε όλο τον κόσμο. Γιατί; Επειδή στην προσπάθεια για την ολότητα των ανθρώπινων δεδομένων, η αλγοριθμική προνομιακή μεταχείριση των διεφθαρμένων πληροφοριών είναι καλή για τις επιχειρήσεις, μαγνητίζοντας την αλληλεπίδραση και εκτινάσσοντας τις ροές δεδομένων. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ υπό αυτές τις συνθήκες.

Οι σημερινοί χώροι πληροφοριών απέχουν ένα ολόκληρο σύμπαν από το δημοκρατικό αρχέτυπο της δημόσιας πλατείας, αφήνοντας τις δημοκρατίες σε κάθε περιοχή να αντιμετωπίζουν αμείλικτη πίεση. Από τη Βραζιλία έως τη Ρουμανία, τη Νορβηγία, την Πολωνία, την Ισπανία, την Αυστραλία, την Ινδία, τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και πέρα από αυτά, βλέπουμε δημοκρατικούς ηγέτες να αγωνίζονται στο κενό, αναγκασμένοι να αυτοσχεδιάζουν λύσεις για κάθε νέα κρίση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, υπάρχει γνήσια απόγνωση για την προστασία των εκλογών ή των θεσμών ή των ανθρώπων από το χάος, ακόμα και από τον θάνατο που προκαλεί η πληροφοριακή αναρχία.

Τον Μάιο του 2022, ο διορισμένος από τον Μπάιντεν Επίτροπος της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA), Δρ. Ρόμπερτ Κάλιφ, εμφανίστηκε στο CNN για να συζητήσει το εύρημα της Υπηρεσίας ότι η «παραπληροφόρηση» είχε γίνει η κύρια αιτία θανάτου στην Αμερική, με «ανησυχητική» επίδραση στο προσδόκιμο ζωής των Αμερικανών.

Το 2019, πίστευα ότι η επερχόμενη τρίτη δεκαετία ήταν πιθανό να είναι η στιγμή που οι δημοκρατίες, με επικεφαλής την ΕΕ, θα ανακτούσαν επιτέλους το κενό για δημοκρατική ανανέωση και ανασυγκρότηση. Αντίθετα, ο κ. Σαμ Άλτμαν και η εταιρεία του, η OpenAI, επεδίωξαν το πλεονέκτημα του πρώτου παίκτη (first-mover advantage) το 2022, κυκλοφορώντας απότομα την ΤΝ τους, το ChatGPT, απευθείας στον καταναλωτικό χώρο, χωρίς καμία προειδοποίηση ή θεσμική προετοιμασία. Ο Άλτμαν και η ομάδα του δεν είχαν ιδέα τι να περιμένουν, παρά μόνο ότι ήθελαν να είναι οι πρώτοι.

Η δημοσιογράφος Κάρεν Χάο παρακολούθησε στενά εκείνα τα πρώτα χρόνια της εμφάνισης της OpenAI στην παγκόσμια σκηνή με την εμμονική της προσπάθεια να κυριαρχήσει στην ολότητα κάθε πόρου. Η παραγωγική της ΤΝ είναι «εκπαιδευμένη σε περισσότερα δεδομένα και υπολογιστική ισχύ από όσα έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν… η μαξιμαλιστική μορφή της βαθιάς μάθησης», παρατηρεί. «Τρέφεται από τους εκρηκτικούς θησαυρούς δεδομένων που συγκεντρώθηκαν μέσω του καπιταλισμού της παρακολούθησης… και υποβοηθείται από την κουλτούρα της έρευνας για την ΤΝ που θεωρεί την κατανάλωση όσο το δυνατόν περισσότερων δεδομένων ως ηθική της ευθύνη».

Εδώ είχαμε έναν νέο γύρο κλοπής, εξίσου περιφρονητικό και θρασύ με τον πρώτο. Ο αγώνας για την ολότητα των δεδομένων έπνιξε κάθε ηθικό και νομικό ερώτημα, καθώς οι εταιρείες ΤΝ κυνηγούσαν τα πάντα: φωνές, πρόσωπα, υλικά που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα, ξύνοντας κάθε σελίδα του διαδικτύου και προειδοποιώντας ακόμα ότι δεν ήταν αρκετό. Οι επενδυτές της Meta διαβεβαιώθηκαν ότι η εταιρεία τροφοδοτούσε την ΤΝ της ρουφώντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια εικόνες και βίντεο στις σελίδες της, μαζί με αναρτήσεις, μηνύματα, σχόλια. Ο διευθύνων σύμβουλος Μαρκ Ζάκερμπεργκ εκμυστηρεύτηκε ότι η Meta σχεδίαζε να εντοπίζει, να καταγράφει και να αποδίδει ως δεδομένα τις συμπεριφορές των χρηστών της καθώς αλληλεπιδρούν με τις υπηρεσίες και τα προϊόντα ΤΝ της. Οι καλλιτέχνες και οι δικηγόροι, που δεν ήταν πλέον αφελείς, κατηγόρησαν τις εταιρείες ότι «κλέβουν την πνευματική ιδιοκτησία του κόσμου».

Κερδοσκοπικοί ολοκληρωτιστές

Τα αφεντικά του καπιταλισμού της παρακολούθησης γίνονται καλύτερα κατανοητά όχι μόνο στους οικονομικούς τους ρόλους ως ολιγοπωλητές και μονοπωλητές ή στους κοινωνικούς και πολιτικούς τους ρόλους ως ολιγάρχες, αλλά μάλλον στον πρωτοφανή πολιτισμικό τους ρόλο ως κερδοσκοπικοί ολοκληρωτιστές, ριζωμένοι στους παρθένους χώρους μιας πρωτοφανούς αγοράς για την ανθρώπινη πρόβλεψη που οι ίδιοι δημιούργησαν.

Ο κερδοσκοπικός ολοκληρωτισμός είναι ένα νέο καθεστώς εξουσίας που αποκλίνει με θεμελιώδεις τρόπους από τον πολιτικό ολοκληρωτισμό που αναλύθηκε στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από στοχαστές του 20ού αιώνα, όπως η Χάνα Άρεντ, ο Τζορτζ Όργουελ και πολλοί άλλοι. Δεν επιτυγχάνει την απόλυτη κυριαρχία μέσω της ιδεολογίας και του τρόμου, όπως έκαναν κάποτε ο Χίτλερ και ο Στάλιν.

Ο κερδοσκοπικός ολοκληρωτισμός εισάγει ένα όραμα για το μέλλον στο οποίο κάθε κοινωνικός τομέας ανακατασκευάζεται ως επιστήμη της πληροφορίας, την οποία μόνο οι ηγέτες της τεχνολογίας μπορούν να κυβερνήσουν. Οι πολίτες δεν έχουν καμία θέση σε αυτό το φαντασιακό μέλλον. Μετά από δεκαετίες καταγραφής, ανάλυσης και εμπορίας του συμπεριφορικού πλεονάσματος, ελάχιστη βία έχει απομείνει για να μας εκπλήξει στη μετάβαση στο επόμενο στάδιο της ολοκληρωτικής εξέλιξης, όταν η ανθρωπότητα αναδιαμορφώνεται απλώς ως «ένα ανθρώπινο πλεόνασμα», τα απορρίμματα της γεμάτης εντάσεις, υπο-βελτιστοποιημένης εποχής των ανθρώπων.

Κάθε άλλο παρά απλά «tech bros», αυτοί οι εταιρικοί αρχηγοί μπορούν δίκαια να περιγραφούν ως οι πιο επικίνδυνοι ηγέτες στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού. Πιο πρόσφατα, η απότομη εισαγωγή της λεγόμενης «παραγωγικής ΤΝ» στον καταναλωτικό χώρο και το ολοκληρωτικό ήθος της εργασίας τους, που εκφράζεται στην απολυταρχική διεκδίκηση όλου του παγκόσμιου περιεχομένου, των κεφαλαίων και των ενεργειακών πόρων, έχει απλώς εντείνει τον κίνδυνο που θα έπρεπε να αποδώσουμε στους ανθρώπους —όχι απλώς στις μηχανές.

Αυτός ο βασισμένος στα δεδομένα κερδοσκοπικός ολοκληρωτισμός στοχεύει σε ένα μέλλον που είναι αποκεντρωμένο από τον άνθρωπο, και σε αυτή την ουσία διεκδικεί τον ρόλο του ως εχθρός της δημοκρατίας. Δεν είναι το μέλλον που επιζητούμε. Δεν είναι η αναπόφευκτη μοίρα του λαού μας και της εποχής μας.

Κλειδί σε αυτό το δράμα είναι το μάθημα ότι ο καπιταλισμός της παρακολούθησης εφευρέθηκε από μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων σε έναν συγκεκριμένο χρόνο και τόπο για συγκεκριμένους λόγους. Δεν αντιπροσωπεύει το πεπρωμένο της ψηφιακής τεχνολογίας, ούτε είναι μια απαραίτητη έκφραση του καπιταλισμού της πληροφορίας. Κατασκευάστηκε σκόπιμα σε μια στιγμή της ιστορίας για να λύσει το πρόβλημα κάποιου και να προωθήσει τα συμφέροντα κάποιου.

Τι σημαίνει να χάνουμε τη δημοκρατία;

Θα καταλάβουν τα παιδιά μας τη σημασία της φράσης «φιλελεύθερη δημοκρατία» και την ηθική της υπόσχεση;

Το 2024, ο αριθμός των απολυταρχιών ξεπέρασε τον αριθμό των δημοκρατιών για πρώτη φορά από το 2002, το έτος που εφευρέθηκε ο καπιταλισμός της παρακολούθησης. Εκείνη τη χρονιά, 91 απολυταρχίες αντιπροσώπευαν το 72% του παγκόσμιου πληθυσμού. Υπήρχαν 88 δημοκρατίες το 2024, και μεταξύ αυτών μόνο 29 ήταν φιλελεύθερες δημοκρατίες —ο λιγότερο κοινός τύπος καθεστώτος, ο οποίος αντιπροσώπευε λιγότερο από το 12% του παγκόσμιου πληθυσμού εκείνο το έτος (900 εκατομμύρια), καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων 50 ετών.

Το έτος 2025 ήταν χειρότερο. Το 2024, το επίπεδο δημοκρατίας για τον μέσο πολίτη του κόσμου επέστρεψε στα επίπεδα του 1985. Το 2025, έφτασε στα επίπεδα του 1978. Υπήρχαν 92 αυτοκρατίες με 6 δισεκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή το 74% του παγκόσμιου πληθυσμού, και 87 δημοκρατίες. Με τις ΗΠΑ να χάνουν το καθεστώς τους ως φιλελεύθερη δημοκρατία, αυτός ο τύπος καθεστώτος αντιπροσώπευε μόνο το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού. Σύμφωνα με τους ερευνητές του V-Dem, του σουηδικού ινστιτούτου που παρακολουθεί αυτά τα δεδομένα κάθε χρόνο, η παραπληροφόρηση και η πόλωση είναι οι βασικοί μοχλοί αυτής της δημοκρατικής κατάρρευσης και της ανόδου των αυτοκρατιών.

Αν ήσασταν ένας απλός ολιγάρχης, ή έστω κάποιου είδους «tech bro», και μαθαίνατε για όλα αυτά, δεν θα ήταν η πρώτη σας αντίδραση να το διορθώσετε; Επειδή μπορούν να το διορθώσουν. Γιατί λοιπόν δεν το κάνουν; Επειδή αυτές οι συνθήκες είναι απαραίτητες για την εξουσία τους πάνω στην κοινωνία. Η μόνη απειλή για αυτή την εξουσία είναι η ίδια η δημοκρατία: το κράτος δικαίου, η διακυβέρνηση των δημοκρατικών θεσμών, οι νόμοι για την προστασία της ιδιωτικής ζωής που εξαλείφουν το συμπεριφορικό πλεόνασμα, οι νόμοι που διώκουν τους ηγέτες της τεχνολογίας ως κλέφτες. Δεν πρόκειται να το διορθώσουν αυτό.

Οι κερδοσκοπικοί ολοκληρωτιστές ηγέτες της μεγάλης τεχνολογίας φυλάνε τον πιο έντονο φόβο τους για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το άγχος τους αντανακλά τα σημαντικά νομοθετικά και δικαστικά επιτεύγματα της ΕΕ: GDPR, E-privacy, το δικαίωμα στη λήθη, την Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), την Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA), την Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act)… Οι εταιρείες θεωρούν αυτά τα νομοθετήματα ως υπαρξιακές απειλές.

Ως η πρώτη ολοκληρωμένη απόπειρα διακυβέρνησης της ΤΝ στον κόσμο, η οποία ήταν βέβαιο ότι θα πυροδοτούσε ένα πολυεθνικό φαινόμενο «Βρυξελλών», η Πράξη για την ΤΝ (AI Act) κινητοποίησε τους ηγέτες της τεχνολογίας να ενισχύσουν τις επίγειες δυνάμεις τους από δικηγόρους και λομπίστες, με στόχο να αποδυναμώσουν τις πιο σημαντικές απαιτήσεις της νέας νομοθεσίας.

Η Ευρώπη, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, στοχοποιήθηκε ανελέητα από τις δυνάμεις της παραπληροφόρησης και της πόλωσης, πολεμώντας αυταρχικές πολιτικές φράξιες εντός των πολιτικών της θεσμών καθώς και σε πολλά από τα κράτη μέλη της. Ο Ίλον Μασκ προσπάθησε να γείρει την εκλογική πλάστιγγα στη Γερμανία υπέρ της ριζοσπαστικής δεξιάς.

Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ έφτιαξε ένα γελοίο βίντεο που εισέβαλε στον χώρο της πληροφορίας στις 7 Ιανουαρίου 2025, λίγο πριν από την ορκωμοσία του νέου του προστάτη, του κ. Τραμπ. Περιλάμβανε ένα ειδικό μήνυμα για την Πρόεδρο Φον ντερ Λάιεν:

«Πρόκειται να συνεργαστούμε με τον Πρόεδρο Τραμπ για να απωθήσουμε τις κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο που κυνηγούν αμερικανικές εταιρείες και πιέζουν για περισσότερη λογοκρισία… Η Ευρώπη έχει έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό νόμων που θεσμοθετούν τη λογοκρισία και καθιστούν δύσκολο να κατασκευαστεί οτιδήποτε καινοτόμο εκεί».

Έπειτα ήρθε ο κ. Τραμπ και τα οργουελικά γλωσσικά παιχνίδια του, οργανωμένα για να μειώσουν και να προσβάλουν τους ίδιους τους παράγοντες που φοβάται περισσότερο.

Επιστροφή στο μέλλον: 2025

Η γλώσσα πολλών ηγετών της ΕΕ φάνηκε να αλλάζει. Ξαφνικά, ο Κλίντον ήταν παρών στην αίθουσα και η ομιλία του από το 1997 βρισκόταν στο τραπέζι. Τώρα όλα αφορούσαν «ανακλήσεις κανονισμών», «απλούστευση», «ανταγωνιστικότητα», «stress-testing», «διαλόγους υλοποίησης», «νομοθεσία-σκούπα (omnibus)», «υπερβολική γραφειοκρατία που μας καθυστερεί», «αλλά χρειαζόμαστε περαιτέρω μελέτη και μεγάλες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των αλλαγών». Το χιλιοειπωμένο κλισέ, η «καινοτομία», σύρθηκε ξανά στο επίκεντρο της συζήτησης — πάντα υπό την επίθεση των κανονισμών! και των δικαιωμάτων των πολιτών!

Πολλές από τις πιο εξέχουσες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην Ευρώπη εξέδωσαν εμπεριστατωμένες αναλύσεις που έδειχναν πώς οι προτεινόμενες νομοθετικές αλλαγές θα εξασθενούσαν ή θα κατέστρεφαν τα με κόπο κερδημένα δικαιώματα και τις προστασίες της Πράξης για την ΤΝ (AI Act) και άλλων βασικών νομοθετικών νικών των τελευταίων δεκαετιών.

Η ομιλία της Προέδρου Φον ντερ Λάιεν στη Σύνοδο Κορυφής για την Ανταγωνιστικότητα της Κοπεγχάγης στα τέλη του 2025 ανταποκρίθηκε σε αυτό το νέο περιβάλλον, διοχετεύοντας τον Κλίντον σαν το φάντασμα του μελλοντικού Χριστουγέννων: «επιτάχυνση», «συνδυασμός δημόσιου και ιδιωτικού κεφαλαίου», «κλιμάκωση ταχύτερα, φθηνότερα», «απλούστευση», «χρειαζόμαστε απορρύθμιση!»

Η γλώσσα της Προέδρου φον ντερ Λάιεν κινείται πίσω στον χρόνο, στις απαρχές όλων των ψηφιακών πραγμάτων, όταν οι βλάβες και η βία που προκύπτουν από την εμπορευματοποίηση της ανθρωπότητας και την αναθεώρησή της ως απλό ανθρώπινο πλεόνασμα δεν μας ήταν ακόμη γνωστές. Όταν δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε την προθυμία να ανταλλαγεί η δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολλών για τον πλούτο και την εξουσία των λίγων.

Υπάρχει επίσης μια βαθιά ειρωνεία σε εξέλιξη. Η κατάσταση παρουσιάζεται ως μια σύγκρουση μεταξύ καινοτομίας και ρύθμισης, όταν κανένα από τα δύο δεν σχετίζεται με τα πραγματικά περιστατικά της στιγμής.

Οι εταιρείες τεχνολογίας είναι απίστευτα πλούσιες και δεν υπάρχει τίποτα που να τις εμποδίζει να «καινοτομούν», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Τα γεγονότα υποδηλώνουν ότι δεν θέλουν να καινοτομήσουν. Ο καπιταλισμός της παρακολούθησης ήταν παράλογα επικερδής για τις εταιρείες, τα στελέχη και τους επενδυτές. Ακόμη και καθώς κινούνται δυναμικά σε νέες διαστάσεις της ΤΝ, διπλασιάζουν τους στόχους και τις επιχειρησιακές επιταγές του καπιταλισμού της παρακολούθησης και του οράματος των κερδοσκοπικών ολοκληρωτιστών.

Όσον αφορά τη «ρύθμιση», όταν αναλογιζόμαστε τις βλάβες που προκύπτουν από αυτές τις εμπορικές δραστηριότητες —βλάβες τόσο ισχυρές που καταστρέφουν τη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο— διαπιστώνει κανείς ότι το παράθυρο για αποτελεσματική ρύθμιση έχει κλείσει. Όταν οι επιχειρηματικές πρακτικές επιφέρουν ένα μη αποδεκτό ηθικό και ανθρώπινο κόστος, η ιστορική εμπειρία επιτάσσει να αναγνωρίσουμε την ανάγκη για κατάργηση, όχι να διαπραγματευόμαστε τους κανόνες εμπλοκής. Η ρύθμιση δεν αντιμετώπισε τη μάστιγα της παιδικής εργασίας. Ούτε υπήρχε κάποιος ουσιαστικός τρόπος να ρυθμιστεί η ανθρώπινη δουλεία. Οι κοινωνίες δεν παζαρεύουν με την ηθική καταστροφή. Αναγνωρίζουν την ανάγκη για θεμελιώδη αλλαγή. Αν η ενοχή των καπιταλιστών της παρακολούθησης στην καταστροφή της δημοκρατίας δεν είναι μια τέτοια ηθική καταστροφή, τότε τίποτα δεν είναι ή δεν θα είναι ποτέ.

Μας απογοητεύει η Πρόεδρος φον ντερ Λάιεν ή την απογοητεύουμε εμείς; Η Ευρώπη μετακινείται προς τα δεξιά, ωθούμενη από τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις και δυναμικές που οι λύσεις της του 2019 είχαν σκοπό να νικήσουν. Η δεξιά έχει οργανωθεί γύρω από νέους μοχλούς εξουσίας σε όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Οι αλγόριθμοι είναι με το μέρος τους.

Τι χρειάζεται το μέλλον από εμάς

Αν η δημοκρατία πρόκειται να επιβιώσει για άλλη μια γενιά, τότε η βία των πρωτοφανών, βασισμένων στην αγορά ολοκληρωτικών δυνάμεων που τώρα συγκεντρώνονται στις κυρίαρχες εταιρείες τεχνολογίας πρέπει να αντιμετωπιστεί και να εξαρθρωθεί, καθώς επανεκκινούμε τις κοινωνίες μας για τη δημοκρατική επιτυχία. Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει αντιληφθεί αυτή τη δημοκρατική έκτακτη ανάγκη ίσως περισσότερο από κάθε άλλον σημερινό πολιτικό ηγέτη.

Η δυναμική του ομιλία το 2026 στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής για τη Διακυβέρνηση στο Ντουμπάι κάλεσε για ένα νέο κίνημα με επικεφαλής μια «συμμαχία των ψηφιακά πρόθυμων» προκειμένου να «ανακτηθεί ο έλεγχος» από τα «αποτυχημένα κράτη» των άναρχων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης. Ο Σάντσεθ ανακοίνωσε μια σειρά από πολιτικές με τις οποίες η Ισπανία σκοπεύει να ηγηθεί δια του παραδείγματος. Αυτές περιλαμβάνουν:

  1. Την ποινική ευθύνη των στελεχών της τεχνολογίας για παράνομο και τοξικό περιεχόμενο στις πλατφόρμες τους.

  2. Την ποινικοποίηση της αλγοριθμικής χειραγώγησης και της ενίσχυσης του παράνομου περιεχομένου.

  3. Τον προσδιορισμό ενός «αποτυπώματος» μίσους και πόλωσης για την αποκάλυψη των επιβλαβών λειτουργιών των πλατφορμών και την απόδοση «νομικού, ηθικού και οικονομικού κόστους» στην ανάπτυξή τους.

  4. Την έρευνα και δίωξη των Grok, Instagram, TikTok και άλλων, των οποίων η χειραγωγική «παρέμβαση», για παράδειγμα στο εκλογικό περιεχόμενο, συνιστά «ξένο εξαναγκασμό».

Είναι σημαντικό ότι, σε τη μία έρευνα μετά την άλλη και σε τη μία δημοσκόπηση μετά την άλλη, οι άνθρωποι της ΕΕ, καθώς και εκείνοι σε άλλα έθνη και ηπείρους —ιδιαίτερα η νεολαία μας της Gen Z που αναγκάστηκε να ενηλικιωθεί μέσα στον θερμαινόμενο γυάλινο κύβο του διαδικτύου της Άγριας Δύσης του Κλίντον— λαχταρούν να ευθυγραμμιστούν με το είδος του μέλλοντος που υποσχέθηκε η Πρόεδρος φον ντερ Λάιεν το 2019. Είναι πρόθυμοι να κλείσουν το κεφάλαιο της αδυναμίας των πολιτών, της συνενοχής των νομοθετών και του μύθου του αναπόφευκτου που παγώνει τόσους πολλούς από εμάς σε μια νεκρική παραίτηση.

Και ας είμαστε ξεκάθαροι: η λύση στη σημερινή κρίση δεν θα βρεθεί ανταλλάσσοντας την ιδιωτική εξουσία των κολοσσών της τεχνολογίας με τη δημόσια εξουσία του κράτους. Επιστρέφουμε στην αρχή και γεμίζουμε το κενό με διαμεσολαβητικούς θεσμούς που έχουν σχεδιαστεί για να προστατεύουν τους ανθρώπους και τη δημοκρατία από τις εξίσου επικίνδυνες επιδιώξεις της απόλυτης εξουσίας, είτε αυτή προέρχεται από την αγορά είτε από το κράτος.

Αυτό είναι που χρειάζεται το μέλλον από εμάς τώρα, αν η δημοκρατία πρόκειται να επιβιώσει για άλλη μια γενιά. Η επίγνωση της κατάστασης, η κατανόηση της ιστορικής στιγμής και η αίσθηση της τεράστιας ευκαιρίας να διασώσουμε και να επεκτείνουμε τη δημοκρατική μας κληρονομιά μπορούν να βοηθήσουν να πυροδοτηθεί μια νέα συζήτηση και ένα νέο κίνημα που θα εκτείνεται σε κοινωνίες και ηπείρους.

Η πίστη στη δημοκρατία πηγάζει αναγκαστικά από την πίστη στην ευημερία και τις ικανότητες των ανθρώπων. Η έννοια της «δημοκρατίας» είναι η μοναδική επαναστατική ιδέα στη μακρά ανθρώπινη ιστορία που επιμένει στην αξία των ανθρώπινων όντων και, ως εκ τούτου, στο αναπαλλοτρίωτο δικαίωμά μας να αυτοκυβερνιόμαστε. Είναι στην ουσία της μια έκφραση σεβασμού και πίστης στον εαυτό μας και στους άλλους.

Συνεπώς, στις ρίζες της, η υπεράσπιση της δημοκρατίας είναι μια πράξη αγάπης που προσφέρουμε σε ένα ακόμη απροσδιόριστο μέλλον. Αυτό απαιτεί να επιστρατεύσουμε την πίστη μας στην κοινότητα, στη χώρα και στην παγκόσμια κοινωνία στην οποία εμπιστευόμαστε τα παιδιά μας και τις γενιές που ακολουθούν. Αλλά το έργο δεν σταματά εκεί. Αν η δημοκρατία πρόκειται να επιβιώσει τις επόμενες δεκαετίες, αυτό θα συμβεί επειδή αρκετοί άνθρωποι σε αρκετές κοινωνίες επέλεξαν να αγαπήσουν το ανθρώπινο στοιχείο και το είδος του μέλλοντος που μόνο εμείς μπορούμε να φτιάξουμε. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, η αγάπη είναι πάντα ένα ρίσκο, αλλά ποιος από εμάς αρνήθηκε το στοίχημα;

Το είπε εκείνο το βράδυ στο Βερολίνο:

«Η Ευρώπη θέτει τις αξίες, τα δικαιώματα, την εμπιστοσύνη και το κράτος δικαίου πάνω από όλα. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της Ευρώπης στη διαμόρφωση της ψηφιακής εποχής. Επιπλέον, δεν είναι πολύ αργά… η πρόοδος δεν είναι δεδομένη. Πρέπει να συνεχίσουμε να πιέζουμε».

ΝΑΙ! ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΥΤΟ!

* Η Σοσάνα Ζούμποφ (Shoshana Zuboff) (Νέα Αγγλία, Ηνωμένες Πολιτείες, 1951) είναι φιλόσοφος, κοινωνική ψυχολόγος και ομότιμη καθηγήτρια στο Harvard Business School. Είναι η πιο επιδραστική στοχαστής του ενθέτου Ideas για την τεχνολογία. Το 2019, δημοσίευσε το βιβλίο «Η Εποχή του Καπιταλισμού της Παρακολούθησης» (PublicAffairs), ένα έργο-ορόσημο που αποκάλυψε τη σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη συλλογή και χρηματοποίηση των προσωπικών δεδομένων από τις εταιρείες τεχνολογίας.

Πρόκειται για ένα κείμενο αναθεωρημένο και διευρυμένο από τη Σοσάνα Ζούμποφ για το ένθετο Ideas της εφημερίδας EL PAÍS, βασισμένο στην ομιλία που εκφώνησε στις 23 Ιουνίου για το κλείσιμο της συνόδου κορυφής «Fight for Us, Not for Them», η οποία διοργανώθηκε από το EDRi, το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό δίκτυο προάσπισης των ψηφιακών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Το ξέρουμε…

Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.

Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:

  1. - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
  2. - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία.Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ