Την εκτίμηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται σε μια ιδιότυπη προ-επαναστατική τροχιά, υπό το βάρος μιας στρατιωτικής εμπλοκής στη Μέση Ανατολή, της ραγδαίας διάβρωσης της εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς και της κοινωνικής καθίζησης των μορφωμένων μεσαίων στρωμάτων, διατύπωσαν ο δημοσιογράφος Τάκερ Κάρλσον (Tucker Carlson) και ο πολιτικός αναλυτής και συμπαρουσιαστής της εκπομπής «Breaking Points», Σάαγκαρ Εντζέτι (Saagar Enjeti).
Στο πλαίσιο εκτενούς διαλόγου στο «The Tucker Carlson Show», οι δύο συνομιλητές συνέκλιναν στην άποψη ότι η χώρα οδηγείται αναπόφευκτα προς μια μείζονα πολιτική τομή, αντιπαραβάλλοντας τα σημερινά συμπτώματα της αμερικανικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής με ιστορικά ορόσημα ανατροπών — από τη βρετανική μεταρρυθμιστική εμπειρία του 19ου αιώνα και τη Γαλλική Επανάσταση, μέχρι τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904 και τα προεόρτια της κατάρρευσης των αυτοκρατοριών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το κόστος της σύγκρουσης με το Ιράν: Πλήγματα σε βάσεις, εξάντληση αποθεμάτων και στρατηγική απομόνωση
Ανοίγοντας τη συζήτηση, ο Τάκερ Κάρλσον έθεσε ως δεδομένο ότι επέρχεται κάποιου είδους επανάσταση, εκφράζοντας την ελπίδα να υπάρξει ειρηνική έκβαση και διερωτώμενος για τη μορφή που θα λάβει το πολιτικό σκηνικό. Απαντώντας, ο Σάαγκαρ Εντζέτι εστίασε στην απόλυτη αναντιστοιχία λόγων και έργων στην κορυφή της εξουσίας, ασκώντας δριμεία κριτική στη διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump):
«Έχουμε μια περίοδο πολλαπλών προέδρων —με τον Τραμπ να αποτελεί μία από τις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις— που λένε το ένα πράγμα και κάνουν το ακριβώς αντίθετο μόλις αναλάβουν καθήκοντα: “Θα τελειώσω τον πόλεμο”. Πόσες φορές το έχω ακούσει αυτό; Μόνο και μόνο για να καταλήξουμε ακριβώς εκεί που βρισκόμαστε τώρα. Σήμερα βλέπουμε τον Τραμπ να θυσιάζει ουσιαστικά την ισχύ και το κύρος της αμερικανικής αυτοκρατορίας για την απερίσκεπτη απόφασή του να επιτεθεί στο Ιράν».
Περιγράφοντας τις στρατιωτικές επιπτώσεις της σύγκρουσης, ο κ. Εντζέτι παρέθεσε στοιχεία για τη φθορά των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή:
«Κάθε Αμερικανός που παρακολουθεί έστω και ελάχιστα αυτόν τον πόλεμο βλέπει την καταστροφή των βάσεών μας, την αδυναμία να τραφούν, να ντυθούν και να διατηρηθούν ψυχικά υγιείς οι άνθρωποι στο αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, όπου έπρεπε να βγουν ιστορίες για ναύτες που πηδούν στη θάλασσα και για τις απελπισμένες οικογένειές τους ώστε να γίνει κάτι. Βλέπουμε τα πλοία μας να πρέπει να ανεφοδιάζονται από το Ντιέγκο Γκαρσία αντί από την περιοχή, επειδή οι βάσεις μας καταστράφηκαν. […] Αν μου έλεγε κανείς ότι τα βαλλιστικά βλήματα και τα drones του Ιράν θα σκότωναν 18 Αμερικανούς, θα τραυμάτιζαν πάνω από 700, ότι θα εκδιωκόμασταν σαν σκυλιά από την περιοχή αναγκαζόμενοι να ανεφοδιάζουμε τα αεροπλανοφόρα μας από απόσταση 2.400 χιλιομέτρων, δεν θα τον πίστευα. Ούτε θα πίστευα ότι θα ξοδεύαμε τη συντριπτική πλειονότητα των αναχαιτιστών THAAD και των πυραύλων Patriot —την αιχμή του δόρατος της αμερικανικής άμυνας— για λογαριασμό του Ισραήλ, αφήνοντας στα κρύα του λουτρού πραγματικές χώρες-συμμάχους όπως η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία. Και όμως, τα κάναμε όλα αυτά μέσα σε μόλις έξι μήνες».
Σχολιάζοντας την απάντηση της Ουάσιγκτον, ο αναλυτής στηλίτευσε τη ρητορική περί «οικονομικής D-Day» και την εξαγγελία 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων για στρατιωτική τεχνολογία —την ίδια τεχνολογία, όπως είπε, που υπέστη στρατηγική ήττα στα Στενά του Ορμούζ—, χαρακτηρίζοντας ανεδαφική την απειλή δευτερογενών κυρώσεων κατά της Κίνας τη στιγμή που επίκειται επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ.
Η οικονομία της απόσπασης πλούτου και η πτωτική κινητικότητα των πτυχιούχων
Περνώντας στα αίτια της εσωτερικής αποσύνθεσης, οι δύο συνομιλητές επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στη μετατροπή του οικονομικού μοντέλου από παραγωγικό σε εξορυκτικό απέναντι στον πολίτη. Ο κ. Εντζέτι υπογράμμισε ότι το σύστημα αδυνατεί πλέον να παραγάγει πραγματική αξία για την καθημερινότητα, καταφεύγοντας στην εκμετάλλευση μέσω του τζόγου, της νομιμοποίησης ουσιών και της υπερκατανάλωσης, τάσεις που πυροδοτούν αντιδράσεις όπως αυτές ενάντια στην εξάπλωση των κέντρων δεδομένων (data centers).
Σε αυτό το πλαίσιο, προσδιόρισε την κοινωνική τάξη που συγκεντρώνει τα κρίσιμα χαρακτηριστικά για την πυροδότηση πολιτικών αναταραχών:
«Όλα τα συστατικά είναι εκεί, είτε ψάχνει κανείς για μια μικρή είτε για μια μεγάλη επανάσταση. Πολλοί νομίζουν ότι πρόκειται για επαναστάσεις της εργατικής τάξης, αλλά ιστορικά είναι επαναστάσεις της αστικής τάξης. Η σύγκρουση ελίτ εναντίον ελίτ είναι η κλασική ιστορία κάθε επανάστασης. Η σημερινή μας ελίτ είτε είναι ηθικά χρεοκοπημένη, προσπαθώντας να απομυζήσει τον κόσμο μέσω του τζόγου, της μαριχουάνας και της πορνογραφίας, είτε αποτελείται από ανθρώπους που προδόθηκαν από τις υποσχέσεις των θεσμών της δεκαετίας του 2000: φορτωμένοι με φοιτητικά δάνεια, σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούν να παντρευτούν, να κάνουν παιδί, να αγοράσουν σπίτι, χωρίς καμία ανοδική κοινωνική κινητικότητα».
Σύμφωνα με τον κ. Εντζέτι, η επιδείνωση της ποιότητας ζωής πλήττει πρωτίστως τα στρώματα μεταξύ του 50ού και του 75ου εκατοστημορίου του εισοδήματος:
«Αυτή η ομάδα είναι πιο οργισμένη από ποτέ. Βρίσκεται πίσω από τις εκλογικές επιτυχίες των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής (DSA) στο Δημοκρατικό Κόμμα. Μορφωμένοι άνθρωποι με πτωτική κινητικότητα, σε συνδυασμό με τη μαζική θεσμική δυσπιστία και έναν αντιδημοφιλή πόλεμο που χρεοκοπεί την αυτοκρατορία, συνθέτουν τα ακριβή συστατικά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου».
Στο σημείο αυτό, ο Τάκερ Κάρλσον συμφώνησε εμφατικά, επισημαίνοντας τον κίνδυνο που εγκυμονούν τα περιθωριοποιημένα τμήματα των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης:
«Οι υποαπασχολούμενοι δικηγόροι, τα άνεργα στελέχη μη κερδοσκοπικών οργανώσεων, οι λευκοί πτυχιούχοι των οποίων τα όνειρα συνετρίβησαν — αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι. Έξυπνοι, με κίνητρο, οργισμένοι, γεμάτοι μνησικακία επειδή προδόθηκαν. Αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης».
Ιστορικές αναλογίες: Από τον βρετανικό συμβιβασμό στο 1904 και τη Γαλλική Επανάσταση
Εξετάζοντας τα ιστορικά προηγούμενα διαχείρισης κρίσεων, ο Σάαγκαρ Εντζέτι ανέφερε το παράδειγμα της βρετανικής αριστοκρατίας και αστικής τάξης κατά τις περιόδους μαζικών κοινωνικών ανακατατάξεων, όταν επέλεξαν να παραχωρήσουν οικειοθελώς μέρος της εξουσίας, του πλούτου και των εκλογικών δικαιωμάτων στους πολίτες:
«Κατάλαβαν θεμελιωδώς ότι έπρεπε να απαντήσουν στις πραγματικές ανησυχίες του λαού και στις κινητήριες δυνάμεις της αλλαγής, παραχωρώντας μέρος του ελέγχου τους για να διασώσουν αυτό που πραγματικά ήθελαν: τη μοναρχία και το κοινωνικό τους καθεστώς. Και αυτό λειτούργησε, σε αντίθεση με τις μοναρχίες στην ηπειρωτική Ευρώπη που δεν επιβίωσαν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου».
Αναφερόμενος στη Γαλλική Επανάσταση, ο κ. Εντζέτι παρατήρησε ότι η αρχική διάθεση για απόρριψη του παλιού κόσμου οδήγησε στην Τρομοκρατία, τον Ναπολέοντα και τη δίωξη των κοινωνικών θεσμών. Ο Τάκερ Κάρλσον συμφώνησε, σημειώνοντας ότι η γαλλική κοινωνία του 18ου αιώνα ήταν εύπορη και σχετικά φιλελεύθερη, όπως και η Ρωσία υπό τον Νικόλαο Β’, γεγονός που καθιστά τις προ-επαναστατικές περιόδους κρίσιμο αντικείμενο μελέτης.
Παράλληλα, οι δύο συνομιλητές συνέκριναν τις κοινωνικές και ηθικές εντάσεις στις σημερινές ΗΠΑ με την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, απορρίπτοντας την απλουστευτική εξήγηση ότι η άνοδος του ναζισμού οφειλόταν αποκλειστικά στη Μεγάλη Ύφεση.
Κλείνοντας την ανάλυσή του, ο κ. Εντζέτι διευκρίνισε ότι το καταλληλότερο ιστορικό ανάλογο για τη σημερινή συγκυρία των ΗΠΑ δεν είναι το 1917, αλλά το 1904:
«Ποιο είναι το ιστορικό μου παράλληλο; Δεν είναι το 1917. Τι γίνεται αν είναι το 1904; Τι γίνεται αν είναι ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος; Ο πόλεμος που διέρρηξε για πρώτη φορά τη θεσμική εμπιστοσύνη, αποκάλυψε την ευθραυστότητα του καθεστώτος, οδήγησε στην καταστολή και δέκα χρόνια αργότερα εξερράγη. Έμειναν άναυδοι που έχασαν εκείνον τον πόλεμο, ο κόσμος συγκλονίστηκε. Αυτό είναι το ισοδύναμο αυτού που παρακολουθούμε σήμερα».



