Μαργαρίτα Θεοδωράκη: «Ο πατέρας μου πάντρεψε τον αγώνα με την τέχνη για να ανήκει στον λαό» — Η μάχη του Μίκη ενάντια στον μουσικό ελιτισμό, οι διώξεις και η άγνωστη ιστορία της καθιέρωσης του Μπιθικώτση
Στην πολιτική και καλλιτεχνική παρακαταθήκη του Μίκη Θεοδωράκη, καθώς και στον διαρκή αγώνα του απέναντι στον πολιτιστικό διαχωρισμό της μουσικής, αναφέρθηκε εκτενώς η κόρη του μεγάλου συνθέτη, Μαργαρίτα Θεοδωράκη, σε συνέντευξή της στον ιστότοπο news247.
Φωτίζοντας τις δύο αδιαίρετες πτυχές της προσωπικότητάς του —την αγωνιστική του δράση στην Κατοχή και τις εξορίες από τη μία πλευρά, και την πρωτοποριακή μουσική δημιουργία από την άλλη—, η κ. Θεοδωράκη περιέγραψε πώς ο κορυφαίος δημιουργός συνέδεσε την υψηλή τέχνη με τις λαϊκές μάζες.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στον διαχρονικό ελιτισμό που επιχειρεί να διαχωρίσει την «καλή» μουσική από τη λαϊκή διασκέδαση, αποκαλύπτοντας το παρασκήνιο της δεκαετίας του 1960, όταν ο πατέρας της επέλεξε και καθιέρωσε φωνές όπως του Γρηγόρη Μπιθικώτση —σε μια στιγμή που ετοιμαζόταν να μεταναστεύσει ως υδραυλικός στον Καναδά— καθώς και κορυφαίων ερμηνευτών «της οδού Θηβών».
Ο λοχαγός του ΕΛΑΣ, η Μακρόνησος και η τέχνη στην υπηρεσία του λαού
Ανατρέχοντας στα νεανικά χρόνια και τη διαμόρφωση της συνείδησης του Μίκη Θεοδωράκη, η Μαργαρίτα Θεοδωράκη υπογράμμισε την άρρηκτη σύνδεση της πολιτικής στράτευσης με το καλλιτεχνικό του όραμα, σε μία περίοδο όπου ο συνθέτης διένυε την τέταρτη δεκαετία της ζωής του.
Αποτυπώνοντας το ιστορικό πλαίσιο των αγώνων του, η ίδια σημείωσε χαρακτηριστικά:
«Ο πατέρας μου ήταν αριστερός, ήταν κομμουνιστής. Πάλεψε, ήταν αγωνιστής στην Κατοχή κατά των Γερμανών, ήταν λοχαγός στον ΕΛΑΣ, στον Εμφύλιο βασανίστηκε, πήγε Μακρόνησο· ήταν ένας νέος αγωνιστής. Από τη μια μεριά ήταν η πάλη για την ελευθερία και κατά του φασισμού, και από την άλλη ήταν και ένας σπουδαίος δημιουργός — όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο που ήταν 30 και 40 χρονών. Αυτά τα δύο τα πάντρεψε ο πατέρας μου: θεώρησε ότι η μουσική, η τέχνη, πρέπει να ανήκει στον λαό».
Η θεώρηση αυτή αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για το σύνολο της μετέπειτα πορείας του, μετατρέποντας τη μουσική δημιουργία σε πεδίο κοινωνικής χειραφέτησης και συλλογικής έκφρασης.
Το μέτωπο κατά του ελιτισμού και ο τεχνητός διαχωρισμός της μουσικής
Συνεχίζοντας τη συλλογιστική της, η Μαργαρίτα Θεοδωράκη στάθηκε στα εμπόδια και τις προκαταλήψεις που κυριαρχούσαν στον χώρο του πολιτισμού, επισημαίνοντας την επιθυμία των λαϊκών τραγουδιστών να αναμετρηθούν με το έργο των μεγάλων συνθετών της εποχής, όπως του Μίκη Θεοδωράκη, του Μάνου Χατζιδάκι, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Διονύση Σαββόπουλου.
Καταγγέλλοντας τις διαχωριστικές γραμμές που επιβάλλονταν άνωθεν, τόνισε:
«Υπάρχει όμως ένας ελιτισμός, ένας ρατσισμός: χωρίζουν τη διασκέδαση από την έντεχνη και τη λεγόμενη “καλή” μουσική — πράγμα που ο πατέρας μου πάντα το πολέμησε».
Η στάση του Μίκη Θεοδωράκη υπήρξε σταθερά αντίθετη προς αυτή τη διάκριση, επιδιώκοντας να καταργήσει τα στεγανά μεταξύ λόγιας και λαϊκής παράδοσης μέσα από τη μελοποίηση σπουδαίων ποιητικών κειμένων με όχημα τη λαϊκή ορχήστρα και τις αυθεντικές φωνές του λαού.
Η καθιέρωση του Μπιθικώτση και οι τραγουδιστές «της οδού Θηβών»
Η κ. Θεοδωράκη φώτισε με συγκεκριμένα παραδείγματα τον τρόπο με τον οποίο ο πατέρας της έκανε πράξη αυτή τη φιλοσοφία κατά τη δεκαετία του 1960. Εστιάζοντας στην περίπτωση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, αποκάλυψε τις οριακές συνθήκες υπό τις οποίες ξεκίνησε η ιστορική τους συνεργασία, όταν ο τραγουδιστής βρισκόταν στα πρόθυρα της επαγγελματικής εγκατάλειψης:
«Τη δεκαετία του ’60, για παράδειγμα, διάλεξε τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, έναν λαϊκό τραγουδιστή ο οποίος τότε δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία. Να φανταστείτε, όταν τον ζήτησε από την Columbia ο Λαμπρόπουλος, δεν τον έβρισκαν· είχε κάνει τα χαρτιά του ο κακομοίρης να φύγει μετανάστης υδραυλικός στον Καναδά. Τον καθιέρωσε, αλλά παράλληλα διάλεξε τον Καζαντζίδη, τη Μαρινέλλα, τον Γαβαλά, την Πόλυ Πάνου, τη Γιώτα Λύδια —δηλαδή τραγουδιστές “της οδού Θηβών”, όπως τους έλεγαν τότε— και τους πήγε προς τα εκεί. Και βέβαια, στη συνέχεια όλοι αυτοί οι τραγουδιστές έγιναν κλασικοί».
Η στρατηγική επιλογή του συνθέτη να απευθυνθεί στους εκπροσώπους του αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού όχι μόνο διέσωσε καριέρες και ανέδειξε ανεξερεύνητες ερμηνευτικές δυνατότητες, αλλά μετέβαλε ριζικά τον μουσικό χάρτη της χώρας, προσδίδοντας κλασική διάσταση σε καλλιτέχνες που μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν με επιφύλαξη από το κατεστημένο της εποχής.



