Το πώς η Ελλάδα διολίσθησε μέσα σε λίγα μόλις χρόνια από τον ρόλο της δύναμης συμφιλίωσης και της σταθερής υπερασπίστριας του Διεθνούς Δικαίου σε μια κατάσταση πλήρους ανοχής απέναντι σε κατάφωρες παραβιάσεις, αποτελεί ένα από τα ζητήματα που θα απασχολήσουν έντονα τον ιστορικό του μέλλοντος. Η σημερινή στάση της Αθήνας, η οποία φαίνεται να υποστηρίζει —έστω και διά της σιωπής— ενέργειες που αγγίζουν τα όρια της γενοκτονίας, συνιστά μια δομική μετατόπιση της εξωτερικής μας πολιτικής με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η πρόσφατη πράξη πειρατείας που σημειώθηκε στα διεθνή ύδατα δυτικά των Χανίων αναδεικνύει την έκταση αυτής της διπλωματικής αμηχανίας. Παρά τη σοβαρότητα του επεισοδίου, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε την τακτική της «μη ενημέρωσης», με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να τηρεί σιγή ιχθύος για την τύχη των ακτιβιστών και τις υλικές ζημιές στα πλοία. Η παρουσία του ισραηλινού ναυτικού λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Κρήτης παρουσιάστηκε σχεδόν ως ένα τυχαίο, αιφνίδιο γεγονός, λες και η κίνηση των πλοίων σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή δεν παρακολουθείται λεπτό προς λεπτό από τα εθνικά συστήματα επιτήρησης.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αναπόφευκτο και αμείλικτο: αν στη θέση του Ισραήλ βρισκόταν οποιαδήποτε άλλη χώρα, ποια θα ήταν η αντίδραση της Αθήνας; Θα παρέμενε η κυβέρνηση εξίσου αδιάφορη αν πολεμικά σκάφη ενός άλλου κράτους προχωρούσαν σε εχθρικές ενέργειες σε αναπνοή από την ελληνική επικράτεια; Η επιλεκτική αυτή ευαισθησία γίνεται ακόμη πιο εξοργιστική όταν συγκρίνεται με τη στάση χωρών που παραδοσιακά αποτελούν τους στενότερους συμμάχους του Τελ Αβίβ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γερμανία. Για το Βερολίνο, η ασφάλεια του Ισραήλ δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά «Staatsräson» — λόγος ύπαρξης του ίδιου του γερμανικού κράτους και ηθικό χρέος που απορρέει από το Ολοκαύτωμα. Κι όμως, ακόμα και η Γερμανία, παρά το ιστορικό της βάρος και την εσωτερική ποινικοποίηση της έντονης κριτικής προς το Ισραήλ, βρήκε τη δύναμη να εκφράσει τη «μεγάλη ανησυχία» της για το Global Sumud Flotilla, ζητώντας τον πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Την ώρα, λοιπόν, που ακόμη και οι πιο «δεσμευμένοι» σύμμαχοι αρχίζουν να θέτουν όρια, η Ελλάδα επιλέγει να σιωπά, υποθάλποντας ουσιαστικά μια ηγεσία που καταζητείται από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Αυτή η στάση δεν αποτελεί απλώς μια γεωπολιτική επιλογή, αλλά μια βαθιά ηθική υποχώρηση.
Δυστυχώς, η κυβέρνηση της χώρας φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με τη λάθος πλευρά της Ιστορίας, αγνοώντας επιδεικτικά τη βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι αρνούνται να γίνουν συνένοχοι στη σιωπή.
Όμως, πώς θα διεκδικήσει η Ελλάδα τα δίκαια της που βασίζονται στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου όταν οι πιο στενοί της σύμμαχοι καταπατούν βάναυσα κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου; Πώς γίνεται να επιζητάς Δικαιοσύνη όταν επικροτείς δια της σιωπής όταν διαπράττονται το άδικο;



