24 C
Chania
Κυριακή, 2 Αυγούστου, 2026

Ραούλ Βανεγκέμ (1934–2026): ο καταστασιακός που ζήτησε από την επανάσταση να μυρίζει ζωή

Ημερομηνία:

ΟΡαούλ Βανεγκέμ δεν έγραφε σαν κάποιος που θέλει να πείσει. Έγραφε σαν κάποιος που θέλει να χαλάσει μια συνήθεια.

Να χαλάσει, πρώτα απ’ όλα, εκείνη τη σχεδόν ασυνείδητη συμφωνία με την οποία οι άνθρωποι δέχονται να ανταλλάσσουν το πυκνό και πολύτιμο υλικό της ζωής τους. Το χρόνο, την επιθυμία, το παιχνίδι, τον έρωτα, τη γλώσσα, το σώμα με μια ευπρεπή μορφή επιβίωσης. Ο Ραούλ Βανεγκέμ δεν ξεκίνησε από το ερώτημα πώς θα αλλάξει χέρια η εξουσία. Ξεκίνησε από κάτι πιο ενοχλητικό: γιατί η μέρα μας μοιάζει τόσο συχνά ξένη, γιατί η εργασία καταλαμβάνει το εσωτερικό της ύπαρξης, γιατί η πλήξη μπορεί να γίνει πολιτικό καθεστώς χωρίς να εμφανίζεται ως τέτοιο.

Ο Ραούλ Βανεγκέμ πέθανε τη νύχτα της 28ης προς την 29η Ιουλίου 2026, στο σπίτι του κοντά στη Βαρκελώνη, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στο Βέλγιο, τη Γαλλία και την Καταλονία.

Ήταν ενενήντα δύο ετών. Άνθρωπος του στενού του κύκλου, που ζήτησε να μην κατονομαστεί, μίλησε για έναν θάνατο ήπιο και φυσικό. Ένας από τους εκδότες του τον αποχαιρέτησε ως «μια ζωή ασέβειας και σπλαχνικής προσήλωσης στην ελευθερία». Ο θάνατός του έχει βάρος όχι επειδή κλείνει τον φάκελο ενός «γκουρού του Μάη», αλλά επειδή φεύγει ένας από τους ελάχιστους της γενιάς του που δεν αναδιπλώθηκε. Ενώ πλήθος συνομηλίκων του πέρασε πρώτα στην ήπια σοσιαλδημοκρατία και ύστερα στον σκληρό φιλελευθερισμό, εκείνος έμεινε ως το τέλος με τις καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα και τις εξεγέρσεις που δεν ζητούσαν την εξουσία.

Η συνεισφορά του συνοψίζεται σε μια θεμελιώδης μετατόπιση. Στη δεκαετία του 1960 η επαναστατική θεωρία μιλούσε για δομές, τρόπους παραγωγής, κρατική εξουσία. Ο Βανεγκέμ επέμεινε ότι η κυριαρχία κατοικεί επίσης και ίσως πρωτίστως στην πλήξη ενός απογεύματος, στην υποταγή της επιθυμίας στο ωράριο, στην ανταλλαγή του έρωτα με τον ρόλο και του παιχνιδιού με την απόδοση.

Μια φράση από την εισαγωγή του διάσημου βιβλίου του λειτούργησε σαν το κλειδί που ξεκλέιδωσε μιαν ολόκληρη εποχή: δεν θέλουμε έναν κόσμο όπου η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από την πείνα ανταλλάσσεται με τον κίνδυνο να πεθάνουμε από την ανία. Εδώ η επανάσταση παύει να είναι μελλοντικό πολιτικό συμβάν και γίνεται άρνηση, εδώ και τώρα, να ζει κανείς μια ζωή που είναι σκέτη επιβίωση. Η διάκριση ανάμεσα στη ζωή και την επιβίωση ,vivre και survivre, όπως χαρακτηριστικά έλεγε έμεινε το σταθερό του μέτρο μέχρι την τελευταία σελίδα που εξέδωσε.

Η φωνή αυτή διαμορφώθηκε πολύ πριν από το Παρίσι. Γεννήθηκε το 1934 στη Λεσίν, εργατική κωμόπολη του βελγικού Hainaut σημαδεμένη από τα λατομεία πορφυρίτη, γιος σιδηροδρομικού συνδικαλιστή, σοσιαλιστή και ριζοσπαστικά αντικληρικαλιστή. «Το μίσος για την εκμετάλλευση ήταν το μαύρο μου φως», έγραψε αργότερα. Πρώτα ήρθε η οργή απέναντι στην αδικία, όχι κάποια αφηρημένη ιδεολογία. Στην ίδια περιοχή είχαν γεννηθεί ο ζωγράφος Ρενέ Μαγκρίτ και ο ποιητής Λουί Σκυτενέρ, εκείνος που, όπως θυμόταν ο Βανεγκέμ, φώναζε «Κρα, κρα» κάθε φορά που συναντούσε παπά. Σπούδασε ρομανική φιλολογία στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και στα είκοσι δύο του έγραψε εργασία για τον Ιζιντόρ Ντυκάς , τον κόμη ντε Λοτρεαμόν, του οποίου τα Άσματα του Μαλντορόρ έμειναν για πάντα το κρυφό του μέτρο. Δίδαξε οκτώ χρόνια σε παιδαγωγική σχολή, ώσπου το 1964 μια σχέση με μαθήτριά του του κόστισε τη θέση, ένα περιστατικό που δείχνει, με τρόπο άβολο, τα όρια της «απελευθέρωσης» όπως τη φαντάζονταν οι άντρες της εποχής.

Δύο συναντήσεις τον έστρεψαν οριστικά αλλού. Πρώτα ο Λοτρεαμόν, ύστερα ο φιλόσοφος Ανρί Λεφέβρ και η Κριτική της καθημερινής ζωής. «Τις πολιτικές ιδέες τις είχα εξαντλήσει», εξήγησε, «τα υπαρξιακά προβλήματα έμεναν μετέωρα. Να συνδέσει κάποιος την καθημερινή ύπαρξη με τις ιδεολογίες και την ανάλυση του κόσμου αυτό με ενδιέφερε». Το 1960 έστειλε στον Λεφέβρ ένα δικό του κείμενο. Εκείνος το προώθησε στον Γκι Ντεμπόρ, και το 1961 ο Βανεγκέμ μπήκε στην Καταστασιακή Διεθνή, τη μικρή εκρηκτική ομάδα που ανακάτευε την καλλιτεχνική πρωτοπορία με την επαναστατική πολιτική. Έγινε αμέσως ένας από τους βασικούς συντάκτες του περιοδικού, έγραψε για την ενιαία πολεοδομία μαζί με τον Άττιλα Κοτάνυι, υπέγραψε τα κείμενα Banalités de base που έστησαν τα θεμέλια μιας θεωρίας της αλλοτρίωσης μέσα στην ίδια την καθημερινότητα. Το σημείο έχει σημασία: όταν συνάντησε τον Ντεμπόρ, δεν ήταν λευκό χαρτί που περίμενε να γραφτεί. Κουβαλούσε ήδη τη δική του εμμονή με το σώμα, την επιθυμία και την ποίηση ως πράξη.

Το βιβλίο που τον έκανε γνωστό και σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή ήρθε το 1967. Το Traité de savoir-vivre à l’usage des jeunes générations, γνωστό στα ελληνικά ως Η επανάσταση της καθημερινής ζωής είχε απορριφθεί από δεκατρείς εκδότες. Το έσωσε ο Ρεϊμόν Κενό, που το υπερασπίστηκε στον Gallimard. Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο, τον ίδιο περίπου καιρό με την Κοινωνία του θεάματος, και έγινε το εγχειρίδιο μιας γενιάς. Δεν είναι ένα απλό βιβλίο. Είναι μια αλληλουχία αφορισμών που χτυπούν σαν σφυριά. Απέναντι στην επιβίωση, τη ζωή που έχει αναχθεί σε επανάληψη, κατανάλωση και ρόλους , ο Βανεγκέμ  στήνει τη «ριζοσπαστική υποκειμενικότητα», που δεν είναι ατομικισμός αλλά άρνηση κάθε ιεραρχίας μέσω της δημιουργικότητας, του παιχνιδιού και της ποίησης εννοούμενης ως πράξη.

Ζητά «αντιστροφή της προοπτικής»: να δούμε τον κόσμο όχι από τη σκοπιά της εξουσίας αλλά από τη σκοπιά της επιθυμίας. Πίσω από τη διατύπωση ακούγονται ο Μαρξ και ο Χέγκελ, αλλά και ο Φουριέ, ο Λοτρεαμόν, ο Ρεμπό, η αναρχική παράδοση. Εδώ βρίσκεται και το κλειδί για το γιατί διαβάστηκε όχι απλώς ως θεωρία αλλά ως άδεια  μια εξόχως ποιητική άδεια να ζήσει κανείς αλλιώς. «Όσοι μιλούν για επανάσταση και ταξική πάλη χωρίς ρητή αναφορά στην καθημερινή ζωή», έγραφε, «όσοι δεν καταλαβαίνουν τι έχει ανατρεπτικό ο έρωτας, έχουν στο στόμα τους ένα πτώμα». Ήταν μια πρόταση που έδινε πολιτικό βάρος στην ίδια τη λαχτάρα να ζεις.

Ο Γκι Ντεμπόρ και ο Ραούλ Βανεγκέμ τον Νοέμβριο του 1962, την περίοδο της κοινής τους διαδρομής στην Καταστασιακή Διεθνή.

Λίγους μήνες αργότερα ξέσπασε ο Μάης του ’68 και οι φράσεις του βιβλίου βρέθηκαν στους τοίχους. Χρειάζεται όμως ακρίβεια, γιατί ο μύθος τα έχει παραφουσκώσει. Τα διασημότερα συνθήματα «ζήσε χωρίς νεκρό χρόνο, απόλαυσε χωρίς εμπόδια» ανήκουν στο συλλογικό καταστασιακό λεξιλόγιο και συγκεκριμένα στην μπροσούρα Περί της αθλιότητας στο φοιτητικό περιβάλλον του Μουσταφά Καγιατί. Δεν υπάρχουν αυτούσια στο Traité, και η αποκλειστική τους απόδοση στον Βανεγκέμ είναι εν μέρει κατασκευή. Οι καταστασιακοί ήταν ελάχιστοι και απομονωμένοι, σε ανοιχτή σύγκρουση με την υπόλοιπη Αριστερά, την οποία κατηγορούσαν για γραφειοκρατικοποίηση και από την οποία εισέπρατταν την ίδια εχθρότητα. Η επιρροή τους δεν ήταν οργανωτική αλλά ατμοσφαιρική: έδωσαν λέξεις σε μια οργή που τους ξεπερνούσε. Ο ίδιος πέρασε τον Μάη στο Παρίσι, μαζί με τους υπόλοιπους, χωρίς να είναι στρατηγός των γεγονότων και χωρίς να το διεκδικήσει ποτέ.

Εδώ μπαίνει το ζήτημα των «δύο καταστασιακών». Το εύκολο σχήμα λέει: ο Ντεμπόρ η θεωρία και η αυστηρότητα, ο Βανεγκέμ η ποίηση και η χαρά. Κάτι αληθινό υπάρχει , ο ένας ανέλυε τη δομή του θεάματος, ο άλλος ενδιαφερόταν για τον άνθρωπο και το σώμα του. Το δίπολο όμως κρύβει ότι ο Βανεγκέμ είχε δικό του, πλήρες θεωρητικό οικοδόμημα, και ότι η ρήξη τους δεν ήταν σύγκρουση χαρακτήρων. Στις 14 Νοεμβρίου 1970 παραιτήθηκε από την Καταστασιακή Διεθνή, απαντώντας σε δήλωση των Ριζέλ, Ντεμπόρ και Βιενέ. Λίγες εβδομάδες μετά η ομάδα εξέδωσε καυστική ανακοίνωση εναντίον του. Στην επιστολή του έθετε το ερώτημα που θα τον απασχολούσε μέχρι το τέλος: «Πώς αυτό που ήταν συναρπαστικό στη συνείδηση ενός κοινού σχεδίου μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε δυσφορία του να είσαι μαζί;». Ο Ντεμπόρ τον κατηγόρησε ότι λιποτάκτησε εν μέσω των γεγονότων του ’68 και βάφτισε την τάση του «βανεγκεμισμό», έναν ωφελιμισμό της απόλαυσης. Ο Βανεγκέμ, από τη μεριά του, μιλούσε για γραφειοκρατική σκλήρυνση και για το πόσο λίγο είχαν διεισδύσει οι καταστασιακές ιδέες στον εργατικό κόσμο. Δεν ξαναειδώθηκαν ποτέ. Πίσω από την προσωπική πικρία υπήρχε πραγματική θεωρητική διαφωνία: για τον Ντεμπόρ, η ήττα του ’68 απαιτούσε σκλήρυνση, σαφήνεια, αποκλεισμούς ενώ για τον Βανεγκέμ, η μετατροπή μιας ζωντανής ομάδας σε μηχανή αυστηρότητας ήταν κιόλας μια μορφή ήττας.

Και εδώ αρχίζει το κομμάτι της ζωής του που συνήθως στριμώχνεται σε δυο αράδες, ενώ είναι το μεγαλύτερο. Τα επόμενα πενήντα έξι χρόνια ο Βανεγκέμ έγραψε δεκάδες βιβλία, αρκετά με ψευδώνυμο: ως «Ratgeb» ένα εγχειρίδιο επανάστασης, το De la grève sauvage à l’autogestion généralisée (1974)· ως «Jules-François Dupuis» ,όνομα δανεισμένο από τον μάρτυρα που υπογράφει το πιστοποιητικό θανάτου του Λοτρεαμόν, το Histoire désinvolte du surréalisme (1977), ασεβή ιστορία του σουρεαλισμού ενάντια στις επίσημες εκδοχές του. Στο Le Livre des plaisirs (1979) ανέπτυξε την απόλαυση ως πολιτική κατηγορία.

Έγινε, χωρίς ποτέ πανεπιστημιακή στέγη, μελετητής του Μεσαίωνα: στο Le Mouvement du Libre-Esprit (1986) και στη La Résistance au christianisme (1993) διάβασε τις μεσαιωνικές αιρέσεις και ιδίως το Κίνημα του Ελεύθερου Πνεύματος όχι ως θρησκευτικές παρεκκλίσεις αλλά ως πρώιμες εκρήξεις ζωής ενάντια στην οικονομία της ανταλλαγής και στην ενοχή. «Ο Μεσαίωνας υπήρξε χριστιανικός», έγραφε προκλητικά, «όπως οι χώρες της Ανατολής υπήρξαν κομμουνιστικές» δηλαδή επιφανειακά, με τη βία της εξουσίας και όχι με τη συναίνεση των ψυχών. Έγραψε επίμονα για την εκπαίδευση, απευθυνόμενος κατευθείαν σε μαθητές και φοιτητές. Το Avertissement aux écoliers et lycéens (1995) πούλησε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα καταγγέλλοντας ένα σχολείο που τσακίζει τη δημιουργικότητα. Αρνήθηκε την εκλογική πολιτική. Υπερασπίστηκε τη γενικευμένη αυτοδιαχείριση, τη δωρεάν πρόσβαση στα κοινά αγαθά και, ολοένα περισσότερο, μια οικολογία που την περιέγραφε ως πόλεμο της ζωής ενάντια στην αρπακτικότητα.

Στάθηκε αλληλέγγυος στους Ζαπατίστας του Τσιάπας, στη Ροζάβα, στις ZAD, στους Αγανακτισμένους και στα Κίτρινα Γιλέκα, με σταθερή θέση ότι οι εξεγέρσεις δεν πρέπει να καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία αλλά να δημιουργούν αυτόνομους τόπους: «να θεμελιώνουμε εδάφη», έγραφε. Το 2019, εν μέσω των Κίτρινων Γιλέκων, δημοσίευσε το Appel à la vie contre la tyrannie étatique et marchande. Το 2022, στα ογδόντα οκτώ του, ένα μικρό βιβλίο αφιερωμένο «στους Ζαπατίστας, στα Κίτρινα Γιλέκα, στους εξεγερμένους και τις εξεγερμένες που παντού στον κόσμο αντιτάσσουν τη ζωή στην οικονομία που τη σκοτώνει».

Υπάρχει επομένως πραγματική συνέχεια ανάμεσα στον νεαρό του 1967 και στον γέροντα του 2022: το ίδιο μέτρο, η ζωή ενάντια στην επιβίωση, απλώς άλλαξε δέρμα. Από τη γλώσσα της επιθυμίας σε εκείνη της οικολογίας και του ζωντανού κόσμου.

Το ύφος του αξίζει να διαβαστεί ως λογοτεχνικό γεγονός. Έγραφε με πυκνούς αφορισμούς που ενώνουν τη θεωρία με τον λυρισμό, με γλώσσα ερωτική και σωματική, γεμάτη μεταφορές φωτιάς, πείνας, αλχημείας και απόλαυσης. Έχτισε τη σκέψη του με ανατροπές και αντιθέσεις, ώστε κάθε πρόταση να μπορεί να αποσπαστεί από τη σελίδα και να ζήσει μόνη της στον τοίχο. Εκεί ακριβώς κρύβεται και ο κίνδυνος. Η ίδια γλώσσα, όταν επαναλαμβάνεται, έγινε τελικά μανιέρα. Στα ύστερα βιβλία του το ίδιο λεξιλόγιο ζωή, χαρά, αρπακτικότητα, εμπορευματική τυραννία τον παγίδευσε σε μια στείρα επανάληψη, και η κριτική δικαίως ρώτησε πότε η ποίηση που ζητά να πραγματωθεί ως ζωή ξαναγίνεται απλώς ποίηση. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια φράση που παραμένει γλώσσα και σε μια φράση που αλλάζει πράγματι τον τρόπο που ζει κανείς. Το ήξερε, και δεν το πέτυχε πάντα.

Οι σοβαρότερες αντιρρήσεις πρέπει να ακουστούν χωρίς περιστροφές. Ο Ζαν-Μαρκ Μαντοζι σε ένα δριμύ δοκίμιο, κατηγόρησε τους καταστασιακούς, Ντεμπόρ και Βανεγκέμ μαζί, ότι ταύτισαν την επανάσταση με μια αλχημική μεταστοιχείωση του ανθρώπου, ένα εγχείρημα παραγωγής «νέου ανθρώπου», και τους έψεξε για την αντιφατική τους σχέση με την τεχνολογία και την αυτοματοποίηση. Πράγματι, ο Βανεγκέμ μιλούσε για την τεχνική ως απελευθέρωση από την εργασία με μιαν αισιοδοξία που η ιστορία δεν δικαίωσε. Και η αφηρημένη έννοια της ζωής, που τόσα φέρει στους ώμους της, κινδυνεύει να γίνει παρηγοριά: όταν κάθε ήττα εξηγείται ως προσωρινή υποχώρηση μιας ζωντανής δύναμης που τελικά θα επικρατήσει, η θεωρία γίνεται άτρωτη και άρα ανίκανη να λογοδοτήσει. 

Οι ιστορικοί των μεσαιωνικών αιρέσεων υποδέχθηκαν το έργο του με ανάμεικτα αισθήματα: αναγνώρισαν τη φρεσκάδα της ματιάς και την ευρυμάθεια, επισήμαναν όμως ότι διάβαζε τις πηγές μέσα από τη δική του υπόθεση, βλέποντας ελεύθερα πνεύματα και χειραφετημένη ηδονή εκεί που τα τεκμήρια της Ιεράς Εξέτασης είναι πιο αμφίσημα και πιο σκοτεινά.

Ο Ραούλ Βανεγκέμ στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, όταν συνέχιζε να γράφει για αυτοδιαχείριση, κοινά αγαθά και την άρνηση της οργανωμένης επιβίωσης.

Ως προς το φύλο η εικόνα είναι διφορούμενη και προβληματική με τα σημερινά πια εργαλεία σκέψης. Το έργο του προσφέρει πραγματικά εργαλεία για την απελευθέρωση της επιθυμίας, και στα ύστερα κείμενα καταγγέλλει ρητά την πατριαρχία, την περιφρόνηση και τον φόβο της γυναίκας. Ταυτόχρονα όμως  κουβαλά τα εξόχως προβληματικά σημεία της ανδροκρατούμενης πρωτοπορίας της εποχής του, όπου η γυναίκα εμφανίζεται συχνά ως σύμβολο ζωής παρά ως υποκείμενο με δική του φωνή.

Μένει και το πιο δύσκολο ερώτημα: πώς αντιμετώπισε τις ήττες, τη βία και τις αποτυχίες των κινημάτων ένας στοχαστής που αρνήθηκε τη θυσία; Η απάντησή του ήταν σταθερή: να μη μετατραπεί ποτέ η ήττα σε ενοχή ή μαρτύριο, να μη γίνει η οδύνη αξία. Γενναία στάση και συνάμα βέβαια ένας τρόπος να μη μετράς ποτέ το κόστος.

Τι μένει, λοιπόν; Όχι μια αόριστη κληρονομιά, αλλά συγκεκριμένα ερωτήματα που επανέρχονται. Όταν συζητάμε για την εξουθένωση από την εργασία, για τον χρόνο που καταπίνει η οθόνη, για την αριστεία ως μηχανή εξάντλησης, μιλάμε τη γλώσσα που εκείνος βοήθησε να διαμορφωθεί. Στα αυτόνομα κοινωνικά κέντρα, στις καταλήψεις, στα δίκτυα αλληλεγγύης, το λεξιλόγιό του κυκλοφορεί ακόμη. Στην Ελλάδα η υποδοχή του υπήρξε ιδιαίτερη και έντονα πολιτική. Το βασικό του βιβλίο κυκλοφόρησε ήδη τον Οκτώβριο του 1977 από τις εκδόσεις Άκμων, σε μετάφραση Σεραφείμ Βελέντζα και με προλογικό σημείωμα του σπουδαίου Ευγένιου Αρανίτση.

Ξαναμεταφράστηκε αργότερα και πέρασε στα αναρχικά και αντιεξουσιαστικά ρεύματα ως ανάγνωσμα εξέγερσης. Αν τις δούμε σήμερα βλέπουμε πολύ εύκολα τι κόστισε αυτή η υποδοχή: μεταφράσεις που άφηναν να χαθεί ο ρυθμός του πρωτοτύπου, και μια επιμονή στην πολιτική διάσταση εις βάρος της καλλιτεχνικής. Εδώ οι καταστασιακοί διαβάστηκαν σχεδόν αποκλειστικά ως πολιτικοί επαναστάτες, σχεδόν αναρχικοί, και όχι ως πρωτοπορία της τέχνης, τόσο, ώστε πολλοί από όσους επηρεάστηκαν να αγνοούν ολότελα το καλλιτεχνικό σκέλος του κινήματος.

Υπάρχει, τέλος, το ερώτημα γιατί έμεινε έξω από τον ακαδημαϊκό κανόνα, αντιμετωπιζόμενος συχνά ως συγγραφέας ενός μόνο βιβλίου. Εν μέρει επειδή το θέλησε: δούλευε πάντα έξω και ενάντια στους θεσμούς, αρνιόταν τη θέση του διανοούμενου-αυθεντίας, δεν έχτισε σχολή, δεν άφησε διαδόχους. Εν μέρει επειδή το ίδιο το έργο αντιστέκεται στην αφομοίωση. Δεν το διδάσκεις σε αμφιθέατρο χωρίς να το προδώσεις. Και όμως, το 2016 πούλησε το αρχείο του στη βιβλιοθήκη σπανίων χειρογράφων ενός αμερικανικού “καπιταλιστικού” πανεπιστημίου, του Yale , όπου σήμερα φυλάσσονται τα τετράδιά του από τα φοιτητικά χρόνια, οι αναγνωστικές σημειώσεις για τον Μπατάιγ, τον Σαρτρ, τον Λεφέβρ και τον αναρχισμό, τα σχεδιάσματα της εργασίας για τον Λοτρεαμόν, οι διαδοχικές μορφές του Traité ανάμεσα στο 1962 και το 1967. Τεκμήρια μιας ζωής που, όσο κι αν καταδίκαζε τον ρόλο του μεγάλου συγγραφέα, φρόντισε στο τέλος να διασωθεί μια μικρή ανθρώπινη αντίφαση, που ίσως τον διασκέδαζε.

Ίσως γιατί ο άνθρωπος που πολέμησε τον ρόλο του «μεγάλου συγγραφέα» ήξερε, τελικά, ότι το ίχνος μιας ζωής μπορεί να χρειάζεται διάσωση.

Το πραγματικό του μέγεθος φαίνεται αλλού: στο ότι μπόρεσε να πει, με μια επιμονή σχεδόν αβάσταχτη, πως η ελευθερία δεν αρχίζει όταν βρεθεί το σωστό κέντρο διοίκησης της κοινωνίας, αλλά όταν πάψει η κοινωνία να οργανώνεται πάνω στην ιδέα ότι ο άνθρωπος οφείλει πρώτα να παραιτηθεί από τον εαυτό του.

Αυτό δεν είναι εύκολο ούτε να το λες ούτε να το πράττεις. Είναι ίσως το πιο δύσκολο πολιτικό διακύβευμα από όλα. Και γι’ αυτό επιζεί, ακόμη κι εκεί όπου το υπόλοιπο λεξιλόγιο της εποχής που τον γέννησε έχει γεράσει.

Το ερώτημα που αφήνει πίσω του δεν παρηγορεί κανέναν μας: πόση από τη ζωή μας είναι πράγματι ζωή και πόση οργανωμένη επιβίωση;

lifo.gr

Το ξέρουμε…

Το να βλέπετε αυτά τα μηνύματα μπορεί να είναι κουραστικό. Και να είστε σίγουροί ότι ούτε κι εμείς βρίσκουμε κάποια ευχαρίστηση από το να τα γράφουμε... Όμως αυτό το μήνυμα δεν αφορά εμάς. Αφορά κάτι πολύ πιο σημαντικό: την επιβίωση της ανεξάρτητης, μαχητικής δημοσιογραφίας στην Kρήτη.

Η στήριξη σας είναι σημαντική γιατί μας επιτρέπει να:

  1. - Κάνουμε ρεπορτάζ χωρίς φόβο και εξαρτήσεις. Κανείς δεν μας υπαγορεύει τι να πούμε ή τι να αποσιωπήσουμε.
  2. - Κρατάμε τη δημοσιογραφία μας προσβάσιμη σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν. Χωρίς paywall, χωρίς προνόμια μόνο για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Η απλή αλήθεια είναι ότι τα έσοδα διαρκώς συρρικνώνονται. Αν πιστεύετε ότι μια πραγματικά ελεύθερη ενημέρωση είναι ζωτικής σημασίας για τη δημοκρατία και τον έλεγχο της εξουσίας, τότε δώστε μας τη δύναμη να συνεχίσουμε.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία.Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μάχη με τις φλόγες σε Βοιωτία και Αττική – Κρίσιμη η κατάσταση στο Πόρτο Γερμενό

Μάχη με τις φλόγες συνεχίζουν να δίνουν οι πυροσβεστικές...