Η LEA ξεκίνησε στη συνέχεια διαδικασίες βάσει του Άρθρου 35 του γερμανικού Νόμου περί Ιθαγένειας για την ανάκληση μιας ήδη ολοκληρωμένης πολιτογράφησης με την αιτιολογία της «δόλιας εξαπάτησης». Οι αρχές υποστηρίζουν ότι ο Α. δήλωσε ψευδώς τη δέσμευσή του στη συνταγματική τάξη της Γερμανίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πολιτογράφησης. Κεντρικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η απαιτούμενη δήλωση με την οποία αναγνωρίζεται η «ειδική ιστορική ευθύνη της Γερμανίας για την αδικία του Εθνικοσοσιαλισμού και τις συνέπειές της, ιδιαίτερα για την προστασία της εβραϊκής ζωής». Από τη μεταρρύθμιση της ιθαγένειας του 2024, αυτή η δήλωση —βάσει του Άρθρου 10— έχει καταστεί ρητή προϋπόθεση πολιτογράφησης.
Αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας διατρέχει και τις μεταγενέστερες αποφάσεις. «Όπως έγινε εμφανές μόνο μετά την πολιτογράφηση του πελάτη σας, αυτός είναι υποστηρικτής της. . . . ΧΑΜΑΣ», αναφέρεται σε απάντηση της Γερουσίας του Βερολίνου τον Μάρτιο του 2026 προς τον δικηγόρο του Α., Αλεξάντερ Γκόρσκι (Alexander Górski), απορρίπτοντας την προσφυγή του κατά της ανάκλησης της ιθαγένειας.
Σε απάντηση σε λεπτομερή δημοσιογραφικά ερωτήματα του Jacobin, εκπρόσωπος της Κρατικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης του Βερολίνου (LEA) και της διοίκησης της Γερουσίας δήλωσε ότι οι αρχές δεν μπορούν να σχολιάσουν διοικητικές διαδικασίες που αφορούν συγκεκριμένα άτομα.
Ο Τόμας Όμπερχοϊζερ (Thomas Oberhäuser), δικηγόρος και πρόεδρος της εκτελεστικής επιτροπής της Ομάδας Εργασίας Μεταναστευτικού Δικαίου του Γερμανικού Δικηγορικού Συλλόγου, θεωρεί την υπόθεση του Αμπντάλα Α. νομικά και πολιτικά σημαντική. Ο Όμπερχοϊζερ —ο οποίος δεν εμπλέκεται στην υπόθεση του Α.— λέει ότι είναι αναμφισβήτητο πως η ενισχυμένη δέσμευση για την προστασία της εβραϊκής ζωής ήταν επίσης μια απάντηση στις φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις από το 2023 και μετά.
Αυτό που έχει σημασία σε αυτή την υπόθεση, υποστηρίζει ο ίδιος, είναι τελικά λιγότερο η ίδια η έκφραση και περισσότερο η υποτιθέμενη στάση πίσω από αυτήν. Κατά μία έννοια, το βάρος της απόδειξης έχει αντιστραφεί: οι αρχές πρέπει τώρα να συμπεράνουν αναδρομικά εάν ένα άτομο έχει απόψεις που έρχονται σε αντίθεση με την προστασία της εβραϊκής ζωής. «Οι αρχές πρέπει τώρα να αποδείξουν ότι μια δήλωση εννοούνταν ακριβώς με αυτόν τον τρόπο», λέει ο Όμπερχοϊζερ.
Θεωρεί κατανοητές τις ανησυχίες ότι ο νόμος περί ιθαγένειας χρησιμοποιείται για την καταστολή του πολιτικού λόγου. «Αυτό ακριβώς φοβόμουν εδώ και καιρό — και αυτό είναι νομικά εφικτό: ο νομοθέτης έχει παράσχει στις αρχές ένα παράθυρο δέκα ετών κατά το οποίο μπορούν να ανακαλέσουν πολιτογραφήσεις που κρίνονται παράνομες», εξηγεί.
Το πόσο πολιτικά φορτισμένη έχει γίνει η υπόθεση ήταν εμφανές από την αντίδραση των μέσων ενημέρωσης και της πολιτικής. Τα Nius, Bild, αρκετά τοπικά μέσα του Βερολίνου, καθώς και το πρακτορείο ειδήσεων dpa και, μέσω αυτού, μεγάλα έντυπα όπως το Der Spiegel, η Die Zeit και η Süddeutsche Zeitung κάλυψαν εκτενώς την αφαίρεση της ιθαγένειας του Α. Ακόμη και ο δήμαρχος του Βερολίνου, Κάι Βέγκνερ (Kai Wegner), πήρε θέση. «Η δέσμευση στην ελεύθερη δημοκρατική θεμελιώδη τάξη κατά την πολιτογράφηση δεν είναι μια απλή τυπική διαδικασία για εμάς», έγραψε ο Βέγκνερ στο X τον περασμένο Νοέμβριο. «Όποιος πιστεύει ότι μπορεί να εξαπατήσει το σύστημα, μπορεί να δει πόσο αποφασιστικά θα ενεργήσουν οι αρχές του Βερολίνου». Στην ίδια ανάρτηση, ο Βέγκνερ παρέπεμπε σε έναν τίτλο της Bild που έγραψε: «Ακύρωση πολιτογράφησης: Το Βερολίνο αφαιρεί το γερμανικό διαβατήριο από οπαδό της Χαμάς».
«Το υποστηρίζω ρητά αυτό», σχολίασε για την υπόθεση ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας, Αλεξάντερ Ντόμπριντ (Alexander Dobrindt), σύμφωνα με το dpa, στο περιθώριο συνεδρίου της Ομοσπονδιακής Εγκληματολογικής Υπηρεσίας της Γερμανίας στο Βισμπάντεν. Σε ανάλογες περιπτώσεις που αφορούν άτομα με διπλή υπηκοότητα, οι αρχές θα πρέπει να προχωρούν με τον ίδιο τρόπο «μόλις τους εντοπίζουμε», δήλωσε.
Ο Α. απορρίπτει τις κατηγορίες. «Η αλληλεγγύη μου ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον παλαιστινιακό λαό — τον λαό μου», αναφέρει στην κατεπείγουσα προσφυγή που κατέθεσε ο δικηγόρος του, Γκόρσκι, την οποία εξασφάλισε το Jacobin. Λέει ότι ποτέ δεν είχε σκοπό να εκφράσει υποστήριξη ή συμπάθεια προς τη Χαμάς «με οποιονδήποτε τρόπο» και απορρίπτει τη βία ως μέσο.
Το Jacobin μίλησε εκτενώς με τον Α. για την υπόθεση. Εμφανώς συγκλονισμένος από την κατάσταση, περιγράφει την αφαίρεση της ιθαγένειάς του σαν μια καταστροφή που τον έπληξε. «Έμαθα να μιλάω εδώ στο Βερολίνο», λέει. «Οι φίλοι μου είναι εδώ, η ζωή μου είναι εδώ, τα πάντα». Η ανάκληση του ανήκειν του στη Γερμανία τού φαίνεται, επομένως, ακόμη πιο παράλογη. Πολύς κόσμος στον κοινωνικό του κύκλο, λέει, αποστασιοποιήθηκε μετά την κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης. «Υπάρχει πλέον μεγάλος φόβος μεταξύ φίλων και συγγενών».
Ο Α. απορρίπτει επίσης κατηγορηματικά την κατηγορία των αρχών ότι τις εξαπάτησε. «Αναγνώρισα την ιστορική ευθύνη», λέει. «Η Γερμανία φέρει μια ευθύνη». Η κριτική προς το Ισραήλ, υποστηρίζει, πρέπει να διαχωριστεί σαφώς από αυτό. Η κριτική του, επιμένει, ρητά δεν στρέφεται κατά των Εβραίων. Ο Αμπντάλα Α. θεωρεί ότι οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αναφέρονται ως αποδεικτικά στοιχεία απομονώθηκαν από το πλαίσιό τους. «Ποτέ δεν ανέφερα τη Χαμάς», λέει. «Για μένα, αφορούσε κυρίως την παλαιστινιακή σημαία».
Η υπόθεση του Αμπντάλα Α. εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως λυδία λίθος για το πόσο μακριά είναι διατεθειμένες οι γερμανικές αρχές να τεντώσουν την ερμηνεία του μεταρρυθμισμένου νόμου περί ιθαγένειας. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο οι κατεπείγουσες διαδικασίες, με τις οποίες ο Α. μάχεται τώρα κατά της ανάκλησης της ιθαγένειάς του, υποστηρίζονται από τη Διεθνή Αμνηστία Γερμανίας και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Νομικής Υποστήριξης (ELSC).
«Εξ όσων γνωρίζουμε, αυτή είναι η πρώτη υπόθεση στην οποία η ιθαγένεια ανακαλείται άμεσα λόγω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς να εκκρεμεί καμία ποινική διαδικασία ή διαδικασία για διοικητική παράβαση σχετικά με αυτές τις αναρτήσεις», δήλωσε σε συνέντευξή της στο Jacobin η Πάουλα Τσίμερμαν (Paula Zimmermann), ειδική της Διεθνούς Αμνηστίας Γερμανίας για την ελευθερία της έκφρασης και του συνέρχεσθαι.
Σύμφωνα με την Τσίμερμαν, η υπόθεση δημιουργεί την εντύπωση ενός «συστήματος ελευθερίας του λόγου δύο ταχυτήτων»: τα θεμελιώδη δικαιώματα για τους ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν στη Γερμανία αλλά πολιτογραφήθηκαν αργότερα φαίνεται να υφίστανται υπό έναν πρόσθετο όρο. Βλέπει την υπόθεση ως εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού δικαίου και του δικαίου της ιθαγένειας και υποψιάζεται ότι οι αρχές επιχειρούν να παραδειγματίσουν μέσω του Α. Εντάσσει επίσης την υπόθεση στο ευρύτερο πολιτικό αφήγημα γύρω από τον λεγόμενο «εισαγόμενο αντισημιτισμό».