
Του Δρος Αριστομένη Ι. Συγγελάκη στο Νάσο Μπράτσο και το ΕΡΤnews
«Ένας αετός των Βρέντζηδων έσφαξε τον Μαγιάση,
κι όλοι μαζί φωνάξαμε, η χέρα του ν’ αγιάσει.
Μέσα στο Δικαστήριο γιατί ’χενε σκοτώσει
κι έπρεπε οπωσδήποτε ζωή να παραδώσει».
«Έτσι, γλαφυρά, απέδωσε η λαϊκή μούσα την πράξη του Γιώργη Βρέντζου, του θρυλικού «Τηγανίτη», που τιμώρησε σκληρά τον Νικόλαο Μαγιάση γιατί δολοφόνησε και άφησε άταφο τον αδελφό του Μιχάλη στον Ψηλορείτη. Κανείς Κρητικός δεν έκλαψε τον “γκεσταμπίτη Μαγιάση”, όπως τον αποκαλούσαν, που πρόδωσε την πατρίδα του και ως μίσθαρνο όργανο του Γ’ Ράιχ συμμετείχε ενεργά στο βασανισμό και τη δολοφονία εκατοντάδων πατριωτών. Είναι χαρακτηριστικά τα μεσαιωνικά μαρτύρια μέχρι θανάτου στα οποία υπέβαλε τον 18χρονο Σταύρο Ανδρεαδάκη από τον Σοκαρά Ηρακλείου για να μαρτυρήσει τους αντάρτες αλλά ο μικρός ήρωας “δεν του έκανε το χατίρι”, παρέμεινε ανυπότακτος μέχρι το τέλος.
Ο Γιώργης Βρέντζος ή “Τηγανίτης” πήρε θρυλικές διαστάσεις, καθώς η πράξη του ικανοποίησε το κοινό περί δικαίου αίσθημα, έστω και αν η αυτοδικία δεν είναι αποδεκτή σε ένα Κράτος Δικαίου. Έγινε τραγούδι, λαϊκή αφήγηση, ακόμη και ομάδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ στο Ηράκλειο, που υμνούν την Αντίσταση του λαού μας, καταγγέλλουν τον φασισμό και αξιώνουν την απόδοση δικαιοσύνης.
Της δικαιοσύνης για τα ναζιστικά εγκλήματα που δεν επέτρεψε να αποδοθεί το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος καθώς ελάχιστοι δωσίλογοι κάθισαν στο σκαμνί και ακόμη λιγότεροι καταδικάσθηκαν για τα αποτρόπαια εγκλήματά τους. Αντίθετα, οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, εκπληρώνοντας τη θέληση του ξένου παράγοντα, “ξέπλυναν” τους δωσίλογους και τους αξιοποίησαν σε θέσεις – κλειδιά του κρατικού μηχανισμού, την ώρα που κυνηγούσαν απηνώς τους αντιστασιακούς, στέλνοντάς τους στο εκτελεστικό απόσπασμα, τις φυλακές και τα ξερονήσια!..
Όμως, πρέπει να είναι σαφές ότι στη χώρα μας οι δωσίλογοι ήταν ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού, ενώ, αντίθετα, στην Αντίσταση συμμετείχαν μαζικά οι Έλληνες! Ένα ακόμη στοιχείο τιμής και υπερηφάνειας για την πατρίδα και το λαό μας!
Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, που έγινε πράξη, μόλις, το 1982 από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, ήταν ένα οφειλόμενο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας απέναντι σε όσους αντιστάθηκαν στον φασισμό και αγωνίστηκαν για Ελευθερία και Εθνική Ανεξαρτησία.
Ωστόσο για να αποδοθεί δικαιοσύνη πρέπει επιπλέον να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι των ναζιστικών εγκλημάτων και να αποζημιωθούν τα θύματά τους. Και αν το πρώτο είναι, πλέον, σχεδόν αδύνατο για αντικειμενικούς λόγους, το δεύτερο, η αποζημίωση δηλαδή των οικογενειών των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας, δεν είναι απλώς αναγκαία και ρεαλιστική πράξη δικαιοσύνης αλλά και ένα εξαιρετικά επίκαιρο μήνυμα μηδενικής ανοχής σε όσους σχεδιάζουν νέα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, της Ειρήνης και της Δημοκρατίας».



