Η άνοδος της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD) αποτελεί μία από τις πιο σεισμικές μεταβολές στο πολιτικό τοπίο της μεταπολεμικής Γερμανίας. Παρότι σήμερα το κόμμα ταυτίζεται στη δημόσια σφαίρα με τη σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική και τον εθνολαϊκισμό, οι ιστορικές του ρίζες δεν εντοπίζονται στα ζητήματα των συνόρων, αλλά στο δημοσιονομικό δράμα της Ευρωζώνης, στα μνημόνια διάσωσης και, αναπόφευκτα, στην Ελλάδα.
Το δόγμα του «μονόδρομου» και η αντίδραση των οικονομολόγων
Τον Φεβρουάριο του 2013, όταν το κόμμα έκανε τα πρώτα του βήματα στο Βερολίνο, δεν θύμιζε σε τίποτα τις σημερινές συγκεντρώσεις της ριζοσπαστικής δεξιάς. Στην ηγεσία του βρίσκονταν πανεπιστημιακοί, συντηρητικοί οικονομολόγοι και απογοητευμένα πρώην στελέχη των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), με προεξάρχοντα τον καθηγητή μακροοικονομίας Μπερντ Λούκε. Ο γερμανικός Τύπος της εποχής τούς αποκάλεσε άμεσα «το κόμμα των καθηγητών» (Professorenpartei).
Κεντρικός στόχος της ίδρυσής τους ήταν η ευρωπαϊκή πολιτική διαχείρισης κρίσεων της τότε καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ. Η καγκελάριος επαναλάμβανε συνεχώς ότι τα πακέτα στήριξης προς την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες του Νότου ήταν μια πολιτική «χωρίς εναλλακτική» (alternativlos). Αυτή ακριβώς η λέξη λειτούργησε ως σπινθήρας: οι ιδρυτές του κόμματος επέλεξαν τον τίτλο «Εναλλακτική για τη Γερμανία» ως άμεση πρόκληση στο δόγμα Μέρκελ, υποστηρίζοντας ότι υπήρχε άλλη οδός.
Η επιχειρηματολογία τους εδραζόταν στον γερμανικό ορντοφιλελευθερισμό. Υποστήριζαν ότι η χρηματοδότηση των υπερχρεωμένων κρατών παραβίαζε κατάφωρα τη ρήτρα μη διάσωσης (no-bailout clause) της Συνθήκης του Μάαστριχτ και μετέτρεπε την Ευρωπαϊκή Ένωση σε «ένωση μεταβιβάσεων» (Transferunion), όπου ο Γερμανός φορολογούμενος θα πλήρωνε μόνιμα τα ελλείμματα του Νότου. Η προτεινόμενη λύση τους για την Ελλάδα δεν ήταν η διάσωση εντός του ενιαίου νομίσματος, αλλά η συντεταγμένη έξοδός της από το ευρώ (Grexit) ή, εναλλακτικά, η διάλυση της ίδιας της Ευρωζώνης και η επιστροφή στο γερμανικό μάρκο.
Το έδαφος της κίτρινης δημοσιογραφίας και το στερεότυπο των «τεμπέληδων»
Η ακαδημαϊκή κριτική του Λούκε και των συνεργατών του δεν αναπτύχθηκε σε πολιτικό κενό. Είχε προηγηθεί, ήδη από το 2010, μια πρωτοφανής εκστρατεία λαϊκισμού από μερίδα των γερμανικών μέσων ενημέρωσης, με πρωτοστάτη τη σκανδαλοθηρική εφημερίδα Bild.
Τα πρωτοσέλιδα της εποχής καλλιέργησαν συστηματικά το αφήγημα των «τεμπέληδων Ελλήνων» που εκμεταλλεύονται την εργατικότητα των Γερμανών πολιτών. Χαρακτηρισμοί όπως «χρεοκοπημένοι Έλληνες» (Pleite-Griechen) έγιναν καθημερινό λεξιλόγιο, συνοδευόμενοι από προκλητικούς τίτλους όπως «Πουλήστε τα νησιά σας και την Ακρόπολη για να πληρώσετε τα χρέη σας». Η συστηματική υπεραπλούστευση της κρίσης χρέους σε μια ηθική διαμάχη ανάμεσα στον «νοικοκύρη Βορρά» και τον «ασύδοτο Νότο» δηλητηρίασε τις διμερείς σχέσεις και δημιούργησε ένα βαθύ αίσθημα αδικίας στη γερμανική κοινή γνώμη.
Αυτό το τοξικό κλίμα ήταν που προετοίμασε το εκλογικό ακροατήριο του AfD. Το κόμμα μετέφρασε την οργή που καλλιέργησαν τα ταμπλόιντ στα περίπτερα σε συγκροτημένο πολιτικό λόγο στα τηλεοπτικά πάνελ, απευθυνόμενο όχι στα περιθώρια, αλλά στη φοβισμένη μεσαία τάξη και στους συντηρητικούς αποταμιευτές.
Η μετάλλαξη: Από τα μνημόνια στον ριζοσπαστικό εθνικισμό
Παρά την αρχική επικέντρωση στα οικονομικά ζητήματα, το DNA του AfD περιείχε από νωρίς τα σπέρματα ενός ευρύτερου δεξιού εθνικισμού. Η σύγκρουση για την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας απέναντι στις Βρυξέλλες μετατράπηκε γρήγορα σε συνολική αμφισβήτηση των φιλελεύθερων αξιών.
Η κρίσιμη καμπή σημειώθηκε το 2015. Καθώς η ελληνική κρίση έμπαινε σε νέα φάση αλλά σταδιακά σταθεροποιούνταν, η προσφυγική κρίση άλλαξε ριζικά την πολιτική ατζέντα στην Ευρώπη. Στο εσωτερικό του AfD ξέσπασε σφοδρή σύγκρουση επικράτησης: η εθνολαϊκιστική πτέρυγα, με πρόσωπα όπως η Φράουκε Πέτρι και ο Αλεξάντερ Γκάουλαντ, παραμέρισε πλήρως τους οικονομολόγους.
Ο ίδιος ο Μπερντ Λούκε αποχώρησε από το κόμμα που ίδρυσε το καλοκαίρι του 2015, καταγγέλλοντας ότι το AfD είχε καταληφθεί από ισλαμοφοβικά και ξενοφοβικά στοιχεία. Ήταν όμως αργά. Η πόρτα που είχε ανοίξει υπό τον μανδύα της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και της αντίθεσης στη βοήθεια προς την Ελλάδα, είχε δώσει υπόσταση σε μια πολιτική δύναμη που δεν ενδιαφερόταν πλέον για τα επιτόκια και τα ελλείμματα, αλλά για την ανατροπή της μεταπολεμικής δημοκρατικής συναίνεσης στη Γερμανία.



