Ο Πέτρος Μηλιαράκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρήτη και στην πόλη του Ηρακλείου, όπου και περάτωσε την εγκύκλια του παιδεία. Κατάγεται από τη μαρτυρική Βιάννο Ηρακλείου, από οικογένεια Κρητών Λόγιων αλλά και επαναστατών, σ’ όλες τις κρίσιμες για την Πατρίδα περιστάσεις. Η σε βάθος χρόνου καταγωγή της οικογένειας αναφέρεται στο Βυζάντιο. Οι απώτεροι πρόγονοι κατασκεύαζαν το βυζαντινό νόμισμα μιλιαρήσιο (ή μηλιαρήσιο). Από τη δραστηριότητα δε αυτή προκύπτει και το επίθετο Μηλιαράκης.
Ο Πέτρος Μηλιαράκης, ως νομικός της πράξης, στο επίπεδο του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δικηγόρησε στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (E.C.H.R. και C.F.I. – G.C/E.U), ενώ χειρίστηκε και προσφυγές ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Commission). Έφυγε από τη ζωή το 2022 σε ηλικία 74 ετών
Σε μια αναλυτική ιστορική και αριθμητική αναδρομή στην πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους που είχε παραχωρήσει, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στην εκπομπή «Αντιθέσεις» του Γιώργου Σαχίνη το 2021 παρουσιάσε σημαντικά στοιχεία με αναγωγή της δραχμής σε ευρώ σχετικά με την διαχρονική επιβάρυνση του χρέους από όλες τις κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης μέχρι την είσοδο στα μνημόνια, ενώ αποδόμησε τις κυρίαρχες αφηγήσεις για το πρώτο εξάμηνο του 2015, υποστηρίζοντας με συγκεκριμένα δεδομένα ότι η διαχείριση της περιόδου εκείνης παρέδωσε μειωμένο χρέος και πρωτογενές πλεόνασμα.
Η εξέλιξη του χρέους από το 1974 έως το 2009: Υποδομές, δραχμικός δανεισμός και εκτροχιασμός
Κατά την ανάλυση της περιόδου πριν από την κρίση, ο κ. Μηλιαράκης εξήγησε ότι τα στοιχεία του βασίζονται σε επίσημες αναγωγές και αποτυπώνουν με ακρίβεια τις μεταβολές ανά κυβερνητική θητεία. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αύξησε το χρέος κατά 28,9 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό το οποίο παρέλαβε ο Ανδρέας Παπανδρέου, αυξάνοντάς το κατά 47 δισεκατομμύρια και φτάνοντάς το στα 75,9 δισ. ευρώ.
Αναφερόμενος στη φύση του χρέους της δεκαετίας του 1980, ο νομικός υπογράμμισε τον αναπτυξιακό του χαρακτήρα και τη διαφορά του εσωτερικού δανεισμού:
«Αυτό το χρέος ήταν στα πλαίσια του σημερινού Μάαστριχτ. Και να φανταστούμε, ας πούμε, το Ηράκλειο για παράδειγμα χωρίς ΠΑΓΝΗ, χωρίς Πανεπιστήμιο, χωρίς ΤΕΙ, τα Χανιά χωρίς μεγάλα νοσοκομεία, χωρίς Πολυτεχνείο κ.λπ., το Ρέθυμνο ομοίως. Δηλαδή τα χρήματα που δόθηκαν ήταν στην κατεύθυνση της ανάπτυξης. Ήταν η επεκτατική πολιτική την οποία ασκούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου… Αλλά ο Παπανδρέου τι έκανε; Έκανε εσωτερικό χρέος. Θυμάστε τις διαφημίσεις που λέγανε: “Πάρε ένα ομόλογο 900.000, κέρδισε 100.000, πάρε ένα εκατομμύριο”; Ήταν δραχμικό το χρέος».
Στη συνέχεια, όπως σημείωσε, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη παρέλαβε χρέος 75,9 δισ. και παρέδωσε μέσα σε τρία χρόνια 139,1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 63,2 δισεκατομμύρια. Είπε χαρακτηριστικά ότι “το αύξησε κατά 63,2 δισ., όταν ο Παπανδρέου στα 8 χρόνια το είχε αυξήσει 47 δισεκατομμύρια”.
Επί πρωθυπουργίας Κώστα Σημίτη, το χρέος κατέγραψε άλμα 91,9 δισεκατομμυρίων ευρώ —επιβαρυμένο και από τις δαπάνες των Ολυμπιακών Αγώνων— φτάνοντας τα 231 δισ. ευρώ κατά την παράδοση στον Κώστα Καραμανλή. Η διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή πρόσθεσε 70 δισεκατομμύρια σε διάστημα 5,5 ετών, ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου αύξησε το χρέος κατά 65 δισεκατομμύρια μέσα σε μόλις 1,5 χρόνο.
Τα μνημονιακά χρόνια: Οι διακυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά–Βενιζέλου και ο ΣΥΡΙΖΑ
Η εκτίναξη των δημοσιονομικών μεγεθών συνεχίστηκε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση κατά την περίοδο των διεθνών δανειακών συμβάσεων.
Όπως περιέγραψε ο κ. Μηλιαράκης:
«Λουκάς Παπαδήμος, μη εκλεγμένος πρωθυπουργός. Εδώ πλέον ήταν συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ. Εδώ το χρέος αυξήθηκε κατά 83 δισεκατομμύρια 621 εκατομμύρια. Δηλαδή παίρνει τεράστια αύξηση το χρέος επί Λουκά Παπαδήμου. Συνεχίζεται με Αντώνη Σαμαρά – Ευάγγελο Βενιζέλο, δηλαδή Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ [και ΔΗΜΑΡ για μικρό διάστημα]… Και το χρέος εκτινάσσεται κατά 85+ δισεκατομμύρια».
Φτάνοντας στην περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Μηλιαράκης ανέφερε ότι το χρέος που παραλήφθηκε ανερχόταν στα 319 δισεκατομμύρια ευρώ και συνολικά αυξήθηκε κατά 61 δισεκατομμύρια, επισημαίνοντας ότι από το συνολικό δάνειο των 86 δισ. ευρώ, ποσό 24-25 δισεκατομμυρίων δεν δαπανήθηκε, παραμένοντας ως διαθέσιμο απόθεμα.
Η θητεία Βαρουφάκη, τα ταμειακά διαθέσιμα των 12 ημερών και το «μαξιλάρι»
Απαντώντας στις αιτιάσεις περί επιβάρυνσης 80 δισεκατομμυρίων ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, ο κ. Μηλιαράκης παρέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία για τα πεπραγμένα της υπουργίας του Γιάνη Βαρουφάκη, αντικρούοντας την κριτική των προηγούμενων κυβερνήσεων.
Απευθυνόμενος στο κοινό της εκπομπής, ο νομικός τόνισε:
«Ο Γιάνης Βαρουφάκης, που παρέλαβε την οικονομία στην κατάσταση που προαναφέραμε, παρέδωσε λιγότερο χρέος! Ακριβώς 10 δισεκατομμύρια 932 εκατομμύρια και 903.000 ευρώ λιγότερο χρέος —είναι τα λεφτά του ΤΧΣ (Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας). Να το επαναλάβω! Του κουνάνε το δάχτυλο ποιοι; Αυτοί που αύξησαν το χρέος κατά δεκάδες δισεκατομμύρια και που παρέδωσαν ταμείο για μόλις 12 ημέρες!».
Συγκρίνοντας τα δημοσιονομικά αποτελέσματα, πρόσθεσε ότι από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2015 καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 3,712 δισεκατομμυρίων ευρώ, έναντι ελλείμματος 2,988 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο της συγκυβέρνησης ΝΔ–ΠΑΣΟΚ.
Όπως αποσαφήνισε, η καθαρή αύξηση του χρέους κατά 61 δισ. ευρώ έλαβε χώρα στη συνέχεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ. Εξηγώντας τη λειτουργία του ταμειακού αποθέματος (μαξιλάρι), χρησιμοποίησε μια παραστατική αναλογία:
«Είναι σαν να λέει ένας πατέρας: “Παιδιά, εγώ δανείστηκα για σας 86.000 ευρώ, έχω χρησιμοποιήσει τα 62.000 ευρώ, έχετε λοιπόν καβάτζα να χρησιμοποιήσετε άλλα 24.000 ευρώ”. Αυτό είναι που λένε ότι αφέθηκε ως ταμειακό μαξιλάρι».
Τα διδάγματα της μακράς δημοσιονομικής περιπέτειας
Η ιστορική αναδρομή του Πέτρου Μηλιαράκη φέρνει στο φως τη σύνθετη πραγματικότητα της δημιουργίας και της διαχείρισης του ελληνικού δημόσιου χρέους κατά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες. Η αντιπαραβολή των επίσημων αριθμητικών δεδομένων με τα κυρίαρχα πολιτικά αφηγήματα υπογραμμίζει την ανάγκη για διαφανή και τεκμηριωμένη ανάγνωση της οικονομικής ιστορίας, υπενθυμίζοντας ότι οι αποφάσεις δανεισμού και διαχείρισης των δημόσιων πόρων έχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις που διαμορφώνουν καθοριστικά το μέλλον της χώρας.